Η δικαστική απόφαση για τις παράνομες παρακολουθήσεις, παρότι αφορά αποκλειστικά ιδιώτες, επανέφερε το ζήτημα των υποκλοπών στην επικαιρότητα. Ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ χαρακτήρισε την απόφαση «ιστορική». Ευλόγως. Είναι η πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση που διερευνάται αποτελεσματικά, σε ένα βαθμό, μια υπόθεση παρακολουθήσεων. Όλες οι προηγούμενες, σχεδόν όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων – και αυτών του ΠαΣοΚ – έμειναν δικαστικά ανεξιχνίαστες χωρίς ουσιαστικές συνέπειες. Ταυτόχρονα ο αρχηγός της αντιπολίτευσης προανήγγειλε την σύσταση εκ νέου εξεταστικής επιτροπής για το ίδιο θέμα, παρότι οι εξεταστικές διαχρονικά έχουν επιδείξει μειωμένη αποτελεσματικότητα στη διερεύνηση οποιουδήποτε θέματος.
Σε κάθε περίπτωση οι υποκλοπές επανέρχονται στη δημόσια ατζέντα. Ωστόσο είναι αμφίβολο αν θα επηρεάσουν καθοριστικά το πολιτικό σκηνικό – όπως δεν το επηρέασαν ούτε στο παρελθόν.
Για τρεις λόγους.
Πρώτον, αν και ζήτημα σημαντικό, οι υποκλοπές καταγράφονται χαμηλά στις προτεραιότητες της κοινής γνώμης, όπως δείχνουν όλες ανεξαιρέτως οι μετρήσεις. Όχι μόνο σήμερα, αλλά ήδη από τον Αύγουστο του 2022, όταν ανέκυψαν για πρώτη φορά. Αντιθέτως θέματα όπως η οικονομία, ο πληθωρισμός, οι μισθοί και η υγεία διατηρούνται σταθερά στην κορυφή της δημόσιας ατζέντας (ΜRB Τάσεις Δεκεμβρίου).
Δεύτερον, στη συνείδηση των πολιτών το πρόβλημα των υποκλοπών έχει χαρακτήρα διαχρονικό και διακομματικό. Στις συνθήκες αυτές, ένα ζήτημα καθίσταται πολιτικά και επικοινωνιακά «ουδέτερο» με συνέπεια να μην συνιστά κριτήριο ψήφου. Ως εκ τούτου ούτε την κυβέρνηση πλήττει άμεσα ούτε την αντιπολίτευση ωφελεί άμεσα.
Τρίτον, οι υποκλοπές που αφορούν σε δημόσια πρόσωπα εκλαμβάνονται από το μέσο πολίτη ως ζήτημα που δεν τον αγγίζει ευθέως, ιδίως σε σύγκριση με την ακρίβεια ή το σύστημα υγείας. Αντιθέτως γίνεται περισσότερο αντιληπτό ως υπόθεση που αφορά κυρίως την πολιτική ελίτ. Υπό αυτή την έννοια, είναι δύσκολο να παράξει μαζικές αντιδράσεις. Ειδικά σε συνθήκες γενικευμένης δυσπιστίας και αποστασιοποίησης από το πολιτικό σύστημα.
Βεβαίως είναι πιθανό να πυροδοτήσει οξύτερες πολιτικές συγκρούσεις, ιδίως αν εκληφθεί ως ζήτημα διαφάνειας και συνδεθεί με υποθέσεις που εντάσσονται στο ίδιο πεδίο (ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη). Ωστόσο, μέχρι σήμερα έχει αποδειχθεί ότι μια τέτοια πολιτική ατζέντα δεν ευνοεί συστημικά κόμματα που έχουν κυβερνήσει στο παρελθόν, αλλά κυρίως κόμματα που εμφανίζονται ως «αντισυστημικά» και δηλώνουν αντίθετα στο «πολιτικό κατεστημένο». Η ψήφος όμως ακόμα για αυτά είναι κατακερματισμένη – φαινόμενο που αναμένεται να ενταθεί με την είσοδο νέων πολιτικών «παικτών».
Ο κίνδυνος για την κυβέρνηση στην προκειμένη περίπτωση δεν αφορά μεμονωμένα την επίδραση των υποκλοπών. Αφορά στη σωρευτική πίεση που ασκεί ο συνδυασμός της πολυετούς διακυβέρνησης, του επίμονου πληθωρισμού και των επιμέρους σκανδάλων στα οποία προστίθενται και οι υποκλοπές. Πρόκειται για μια συνθήκη που, παρότι δεν μεταβάλει τους συσχετισμούς, αναμένεται να δυσκολέψει κάπως την προσπάθεια του Πρωθυπουργού για αναστροφή της φθοράς με στόχο την αυτοδυναμία. Ειδικά σε ότι αφορά την προσέγγιση των ψηφοφόρων του «μεσαίου» χώρου για τους οποίους ανταγωνίζεται πρωτίστως με το ΠαΣοΚ.
Ο Πάνος Κολιαστασης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του ΕΑΠ






