Στις αρχές Φεβρουαρίου οι New York Times δημοσίευσαν ένα κείμενο με τον τίτλο «Αποχαιρετώντας τα μαζικής κυκλοφορίας βιβλία τσέπης». Λίγες μερες πριν, ο Guardian δημοσίευσε το δικό του, παρόμοιο κείμενο με τον τίτλο «“Χάνουμε την προσβασιμότητα”: Η Αμερική λέει αντίο στα μαζικής κυκλοφορίας βιβλία τσέπης».
Στην Ελλάδα, πάντως, αν εξαιρέσουμε μια προσπάθεια από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, έχουμε πει το «αντίο» μας εδώ και χρόνια.
Το τέλος των paperbacks (όπως είναι γνωστά), έστω και για λίγο, βρέθηκε στην επικαιρότητα και συζητήθηκε από τη στιγμή που δύο φημισμένα δημοσιογραφικά μέσα στον κόσμο ασχολήθηκαν με ένα εξαιρετικά σημαντικό κεφάλαιο για το χώρο του βιβλίου.
Μόνο που η συγκεκριμένη είδηση δεν ήταν ακριβώς «είδηση». Το τέλος των βιβλίων τσέπης, άλλωστε, ήταν εδώ και καιρό γνωστό. Το ζούσαμε.
Οι New York Times και ο Guardian, λοιπόν, επανέφεραν το ζήτημα στον αφρό της επικαιρότητας και μας έδωσαν απλώς την ευκαιρία να αναστοχαστούμε, να πατήσουμε το rewind και να ακούσουμε από την αρχή αυτό που γνωρίζαμε: το βιβλίο (στη φυσική μορφή του), τσέπης ή σκληρόδετο, φθηνό ή ακριβό, δεν βρίσκεται ψηλά στη λίστα με τα αναγκαία εδώ και αρκετά χρόνια.
Και κάπως έτσι, στα τέλη του 2025, η ReaderLink, ένας από τους μεγαλύτερους πλήρους υπηρεσίας διανομείς βιβλίων τσέπης στις ΗΠΑ, αποφάσισε να διακόψει τα mass-market βιβλία. Οι καταναλωτές μίλησαν. Χρόνο με τον χρόνο, οι πωλήσεις μειώνονται σταθερά. Προκαλεί εντύπωση; Καμία. Ή σχεδόν καμία.
Με όλες τις ανησυχίες γύρω από την οικονομική προσιτότητα, θα περίμενε κανείς οι αναγνώστες να στραφούν σε μια φθηνότερη επιλογή όπως είναι τα βιβλία τσέπης, τα οποία ήταν πάντα πιο οικονομικά, πιο εύκολα στη μεταφορά και μπορούσες να τα βρεις στα σούπερ μάρκετ ή σε πρατήρια – στην Ελλάδα τα έβρισκες στα περίπτερα. Αυτό δε συνέβη.
Τα e-books και η αυξανόμενη επιρροή των αγορών χονδρικής μείωσαν σταδιακά τα περιθώρια κέρδους των βιβλίων τσέπης. Οι πωλήσεις έπεσαν, και το 2011 μόλις έξι τίτλοι πούλησαν πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα ο καθένας.
Αγγλία, ΗΠΑ, Ελλάδα: Η διαδρομή των βιβλίων τσέπης

Unsplash
Από τη δεκαετία του 1930, τα mass-market paperbacks ή αλλώς τα βιβλία τσέπης αγαπήθηκαν γιατί έκαναν την ανάγνωση προσβάσιμη σε όλους. Από τη Μεγάλη Βρετανία και τον εκδοτκό κολλοσό Penguin, γρήγορα έφτασαν στην μεγάλη αγορά της Αμερικής και από εκεί, σε όλο τον κόσμο – τουλάχιστον το φορμάτ.
Τυπωμένα σε φθηνότερο χαρτί και με μικρές διαστάσεις, πωλούνταν όπου ψώνιζε ο κόσμος, γεμίζοντας ράφια σε παντοπωλεία, φαρμακεία, πρατήρια καυσίμων, περίπτερα και εμπορικά κέντρα.
Για παράδειγμα, το μυθιστόρημα «Η Κοιλάδα με τις Κούκλες» της Ζακλίν Σούζαν πούλησε 300.000 αντίτυπα σε σκληρόδετη έκδοση όταν πρωτοεκδόθηκε το 1966. Έναν χρόνο αργότερα, όταν κυκλοφόρησε η έκδοση τσέπης, πουλήθηκαν τέσσερα εκατομμύρια αντίτυπα μέσα στην πρώτη εβδομάδα, σύμφωνα με το Publishers Weekly.
Τα είδη επιστημονικής φαντασίας, μυστηρίου, ρομαντικού, τρόμου και «παραβατικής» λογοτεχνίας πουλούσαν εξαιρετικά καλά σε έκδοση τσέπης και συνήθως τα έβρισκε κανείς με εντυπωσιακά εξώφυλλα. Η μορφή mass-market μπορούμε να πούμε ότι βοήθησε επίσης στην εκκίνηση της καριέρας συγγραφέων όπως ο Κερτ Βόνεγκατ και ο Στίβεν Κινγκ.
Τα paperbacks έφτασαν στο απόγειό τους μεταξύ των δεκαετιών του 1960 και του 1990 και στον τεράστιο τότε χάρτι τους, μπορούσε να διακρίνει κανείς και μια πινέζα πάνω στη χώρα με το όνομα «Ελλάδα». Ναι, τα βιβλία τσέπης πούλησαν εκατομμύρια αντίτυπα. Μην ξεχνάμε ότι θεωρούνταν και ήταν Περιοδικός Τύπος και, μαζί με την εφημερίδα ή τα τσιγάρα του, το ελληνικό αναγνωστικό κοινό μπορούσε να αγοράσει από το περίπτερο και βιβλία.
Η αρχή έγινε την δεκαετία του ’30 με τα βιβλία του Ελευθερουδάκη, που αν και δεν έμοιαζαν τόσο με τα paperbacks όπως τα έχουμε σήμερα στο μυαλό μας, παρουσίαζαν την ίδια λογική. Ακολούθησαν τα «εκλεκτά βιβλία τσέπης» του Πεχλιβανίδη, της Άγκυρας και άλλων, όμως το πραγματικό «μπαμ» έγινε με τη σειρά «ΒΙΠΕΡ» από τον Εκδοτικό Οργανισμό Πάπυρος, για να πάρουν την σκυτάλη και να εξελίξουν τα βιβλία τσέπης οι εκδόσεις BELL.
Ένα βιβλίο, 20 δραχμές

Το 1970 εγκαινιάστηκε με το σήμα «ΒΙΠΕΡ» η έκδοση βιβλίων τσέπης στην Ελλάδα όπως την γνωρίζουμε σήμερα, με σημαντικές ευεργετικές επιπτώσεις στη διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού. Οι συστηματικοί και όχι μόνο αναγνώστες, έβρισκαν από αστυνομικά μυθιστορήματα μέχρι Άλντους Χάξλεϊ. Τον πρώτο καιρό κόστιζαν 20 δραχμές.
Ο δυναμισμός με τον οποίο έγινε η είσοδος του νέου αυτού τύπου βιβλίου στην αγορά, με ταυτόχρονη κυκλοφορία κάθε εβδομάδα πολλών τίτλων, εξασφάλισαν μια πρωτοφανή επιτυχία στα εκδοτικά χρονικά. Στην Ελλάδα, το 1971, έναν μόλις χρόνο μετά την κυκλοφορία τους, είχαν ήδη πουληθεί 6.000.000 ΒΙΠΕΡ, αριθμός που πολλαπλασιάστηκε τις επόμενες δεκαετίες, υποστηρίζει ο Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος.
Διαβάζουμε στην πρώτη σελίδα των «ΒΙΠΕΡ»:
ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ,
ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΤΟΜΕΥΣΕΙΣ
[…] ΘΑ ΥΠΑΡΧΗ ΠΑΝΤΟΤΕ και για σας κάποιο ΒΙΠΕΡ – ένα καλό βιβλίο – που θα σας περιμένη κάθε εβδομάδα. Ανάλογα τη διάθεσή σας, θα σας κρατήση συντροφιά, είτε διασκεδάζοντάς σας με τις περιπέτειες και την αγωνία ενός αισθηματικού μυθιστορήματος, είτε θα ικανοποιήσει τις ανησυχίες σας, πλουτίζοντας τις γνώσεις σας με νέες ιδέες, νέους συγγραφείς, τους κλασικούς του αυριανού κόσμου.
Και μετά έφτασαν τα Άρλεκιν και τα Βell.
«Έδειξαν ότι το βιβλίο μπορεί να είναι υπόθεση των πολλών»

Ο Χάρης Νικολακάκης, υπεύθυνος των εκδόσεων ΧΑΡΛΕΝΙΚ Ελλάς (Bell, Silk), με αφορμή τα δημοσιεύματα των New York Times και Guardian, γυρίζει το χρόνο πίσω, θυμάται τα βιβλία τσέπης (Άρλεκιν και Bell) που για χρόνια αγόραζαν όλοι στα περίπτερα και τονίζει τη σημασία τους.
«Η συμβολή των βιβλίων τσέπης στη δημιουργία αναγνωστών, και μάλιστα φανατικών, είναι αδιαμφισβήτητη. Από εκεί που το βιβλίο ήταν υπόθεση λίγων, το οικονομικό βιβλίο κατάφερε να μπει σε κάθε σπίτι, χωρίς διακρίσεις» λέει ο Χάρης Νικολακάκης.
«Τα Άρλεκιν πρώτα (που δημιουργήθηκαν με τη λογική των “εύκολων”, εθιστικών αισθηματικών ιστοριών που θα στοίχιζαν όσο ένα πακέτο τσιγάρα) και τα BELL στη συνέχεια (τα μεγαλύτερα μπεστ-σέλερς διάσημων συγγραφέων του εξωτερικού, που μέχρι τότε τους “σνόμπαρε” το «ελιτίστικο» αναγνωστικό κοινό της χώρας μας) “εκπαίδευσαν” νέους αναγνώστες και έδειξαν ότι το βιβλίο μπορεί να είναι υπόθεση των πολλών και όχι των λίγων».
Τα περίπτερα έπαιξαν τον σημαντικότερο και πιο καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία των βιβλίων τσέπης. Ο υποψήφιος αναγνώστης μπορούσε να βρει βιβλία ανά πάσα στιγμή και οπουδήποτε. Ακόμα και σε μικρές πόλεις, σε χωριά, σε νησιά, όπου δεν υπήρχαν βιβλιοπωλεία, και μάλιστα σε μια εποχή που άνθιζε ο τύπος – περιοδικός και ημερήσιος.
«Με την έλευση του ίντερνετ και τον σταδιακό μαρασμό του Τύπου» συνεχίζει ο Χάρης Νικολακάκης, «ήρθε και η αρχή του τέλους των βιβλίων τσέπης. Τα περίπτερα άρχισαν να κλείνουν, ενώ λίγα απ’ όσα απέμειναν συνέχισαν να διαθέτουν Τύπο».
Κάπως έτσι άρχισε να χάνεται σταδιακά το μοναδικό σημείο διανομής των βιβλίων τσέπης. «Και λέω μοναδικό καθώς κανένα ή σχεδόν κανένα βιβλιοπωλείο δεν έβαζε στα ράφια του βιβλία τσέπης, με τιμή 5-8 ευρώ, που δε θα του άφηνε και κανένα σοβαρό κέρδος. Η κερδοφορία και πόσο μάλλον η επιβίωση των βιβλίων αυτών εξαρτάται από τις πωλήσεις τους. Είναι άλλο να τυπώνονται 10.000 αντίτυπα για να πετύχεις τιμή αντιτύπου 5-6 ευρώ και πωλήσεις άνω των 5 ή 6.000, και άλλο πωλήσεις 2.000 ή 1.000 αντιτύπων και κάτω. Παύει να είναι βιώσιμη μια τέτοια αγορά».
Και κάπως έτσι ήρθε το τέλος των Άρλεκιν και στην Ελλάδα το 2024, «καθώς και ο μετασχηματισμός του εκδοτικού οίκου, που μετακινήθηκε από το περίπτερο με στόχο να βρει τη θέση του στο βιβλιοπωλείο με τα BELL και τα SILK (τη σειρά αισθηματικής λογοτεχνίας που διαδέχθηκε τα Άρλεκιν) να μετατρέπονται σε βιβλία κανονικού μεγέθους και με ποιότητα παραγωγής ανάλογης των υπολοίπων εκδοτικών οίκων».






