Σαν σήμερα, πριν από 178 χρόνια, στις 21 Φεβρουαρίου 1848 ένα πολιτικό φυλλάδιο που τυπώθηκε στο Λονδίνο έμελλε να αφήσει βαθύ αποτύπωμα στην παγκόσμια ιστορία και πολιτική σκέψη, άλλοτε ως έμπνευση και άλλοτε ως αφορμή έντονης κριτικής. Το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» (Manifest der Kommunistischen Partei) αποτελεί ένα από τα πιο επιδραστικά πολιτικά κείμενα της νεότερης ιστορίας.

Οι συγγραφείς του, Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, γερμανοί φιλόσοφοι, το συνέγραψαν κατόπιν ανάθεσης της «Ένωσης των Κομμουνιστών», μιας διεθνούς οργάνωσης εργατών που επιδίωκε τη διατύπωση ενός σαφούς πολιτικού προγράμματος, στο υπό διαμόρφωση εκείνη την εποχή πολιτικό καθεστώς.

Το κείμενο γράφτηκε σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών και πολιτικών ανακατατάξεων στην Ευρώπη. Λίγες ημέρες μετά την έκδοσή του, θα ξεσπάσουν οι επαναστάσεις του 1848 στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σηματοδοτώντας μια εποχή βαθιών ρήξεων με το παλαιό καθεστώς.

Εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, Λονδίνο 1848.

Το Μανιφέστο επιχειρούσε να συνοψίσει θεωρητικά και πολιτικά τα αιτήματα του αναδυόμενου εργατικού κινήματος, προτείνοντας μια ριζική αναδιάρθρωση των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων.

Η αποτίμηση 150 χρόνια μετά

«ΤΟ ΒΗΜΑ» της 22ας Φεβρουαρίου 1998, με αφορμή τη συμπλήρωση 150 ετών από την έκδοση του Μανιφέστου, φιλοξένησε άρθρο του συγγραφέα Θεόδωρου Γεωργίου, επιχειρώντας μια αναδρομική αποτίμηση του πολιτικού κειμένου.

Το άρθρο αποτυπώνει το κλίμα της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, κατά την οποία η αποτίμηση του μαρξισμού γινόταν υπό το βάρος των εξελίξεων του 20ού αιώνα.

Όπως σημείωνε:

«Η κεντρική ιδέα που υπερασπίζεται το κείμενο είναι η πολιτική ιδέα σύμφωνα με την οποία  η απελευθέρωση της εργατικής τάξης σημαίνει ταυτόχρονα και τη χειραφέτηση του ανθρώπου».

Το δημοσίευμα υπενθύμιζε ότι το Μανιφέστο «διατύπωσε τον Φεβρουάριο του 1848 σε πρακτικό – πολιτικό επίπεδο τις βασικές αρχές της προλεταριακής επανάστασης» και ότι αποτέλεσε τη βάση για τη θεωρητική και πολιτική συγκρότηση κομμουνιστικών κινημάτων διεθνώς:

«Το κείμενο μεταφράστηκε σε όλες σχεδόν τις γλώσσες, διαβάστηκε θεωρητικά και πολιτικά από όλα τα κομμουνιστικά και σοσιαλιστικά κόμματα και αποτέλεσε τη βάση για την κοινωνική αντίσταση κατά της εξουσίας και της κυριαρχίας της αστικής τάξης».

Θεωρία και πράξη υπό το βάρος του 20ού αιώνα

Παράλληλα, το άρθρο επιχειρεί μια κριτική ανάγνωση του Μανιφέστου μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989:

»Aπό τον Φεβρουάριο του 1848 όταν οι Μαρξ και Ένγκελς δημοσίευσαν «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» (Manifest der Kommunistischen Partei) ως σήμερα έχουν περάσει 150 χρόνια και η ανθρωπότητα έχει ζήσει ριζικές ιστορικές ανατροπές.

»Η παγκόσμια ιστορία ακολούθησε εντελώς διαφορετικούς δρόμους από εκείνους που οι Μαρξ και Ένγκελς με επιμονή σχεδίαζαν στα πλαίσια ενός χειραφετητικού οράματος […]

«Σήμερα μετά την τομή του 1989 μπορούμε να διαβάσουμε το κομμουνιστικό μανιφέστο εντελώς διαφορετικά απ’ ό,τι έκαναν άλλες εποχές και κοινωνίες».

Στο ίδιο άρθρο σημειώνεται ότι η εμπειρία του 20ού αιώνα έδειξε πως οι θεωρητικές βεβαιότητες του Μαρξ δεν επιβεβαιώθηκαν πάντα στην πράξη και ότι η πορεία από την ιδέα στην εφαρμογή της δεν είναι ευθύγραμμη.

Ο συγγραφέας σημειώνει, μεταξύ άλλων:

«Η κομμουνιστική εμπειρία του 20ού αιώνα υπήρξε ριζική για τον άνθρωπο. Οι Μαρξ και Ένγκελς διατυπώνουν σε πολιτικό πρόγραμμα την ιδέα της αντικατάστασης της αστικής κοινωνίας από μια “ένωση όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων” […]

»Δεν αμφισβητεί κανείς ότι τα κοινωνικά κινήματα του 19ου αιώνα έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη συγκρότηση της σύγχρονης πολιτικής και οικονομικής μορφής ζωής. Το κοινωνικό κράτος και το σύστημα των πολιτικών δικαιωμάτων αποτελούν τα δημιουργήματα αυτών των κοινωνικών κινημάτων […]

»Η πολιτική εφαρμογή του διαφωτιστικού προγράμματος είναι μια ανοιχτή ιστορική υπόθεση».

Η φιλοσοφική κριτική και η ιστορική αποτίμηση

Στο τελευταίο μέρος, ο αρθρογράφος περνά σε μια φιλοσοφική – θεωρητική προσέγγιση, επικαλούμενος τη Σχολή της Φρανκφούρτης. Σύμφωνα με την κριτική θεωρία των Max Horkheimer και Theodor W. Adorno, η ευθεία σύνδεση θεωρίας και πράξης που διατύπωσαν οι Μαρξ και Ένγκελς ενέχει τον κίνδυνο δογματικής εφαρμογής, όταν μια θεωρία μετατρέπεται σε απόλυτο πολιτικό πρόγραμμα.

Όσον αφορά τη συνολική αποτίμηση της ιστορικής διαδρομής του κομμουνισμού και της απήχησης του Μανιφέστου στο δημόσιο βίο και στα κοινωνικά κινήματα, ο συγγραφέας σημειώνει:

«Ο κομμουνισμός ως υπολογίσιμη πολιτική δύναμη του 19ου αιώνα έπαιξε τον ιστορικό του ρόλο […] Το “Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος” είναι μια μαθησιακή διαδικασία πολιτικής εφαρμογής της απελευθερωτικής ιδέας […]

»Μέσα από τις γραμμές του ονειρεύτηκαν εκατομμύρια άνθρωποι. Χιλιάδες κομμουνιστές το διάβασαν ως πολιτικό ευαγγέλιο. Η ακροτελεύτια φράση “προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε” έγινε σύνθημα στα χείλη εκατομμυρίων ανθρώπων».