Σε μια πρωτοφανή εξέλιξη για τα σύγχρονα χρονικά της βρετανικής μοναρχίας, ο πρώην πρίγκιπας Άντριου και νυν Μάουντμπάτεν-Γουίνδσορ συνελήφθη και κρατείται υπό διερεύνηση για πιθανή κατάχρηση δημόσιου αξιώματος, προκαλώντας πολιτικό και θεσμικό σοκ στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο 66χρονος, όγδοος στη σειρά διαδοχής του θρόνου, παραμένει υπό κράτηση, ενώ οι αρχές πραγματοποιούν έρευνες στα ακίνητα σε Μπέρκσαιρ και Νορφολκ, συμπεριλαμβανομένου του Ρογιαλ λοτζ στο Γουίνδσορ , με ισχυρή αστυνομική παρουσία να καταγράφεται στις πύλες της ιδιοκτησίας.

Ένα βαν που μετέφερε μέλη της αστυνομίας δίπλα σε πύλη έξω από το Royal Lodge, ιδιοκτησία που βρίσκεται στο κτήμα που περιβάλλει το Κάστρο του Ουίνδσορ.

Με τι σχετίζεται η σύλληψη

Η σύλληψη φέρεται να σχετίζεται με τη θητεία του ως εμπορικού απεσταλμένου του Ηνωμένου Βασιλείου την περίοδο 2001–2011. Σύμφωνα με έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν από το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης στο πλαίσιο της υπόθεσης του Έπστιν, ο πρώην πρίγκιπας εμφανίζεται να προώθησε ευαίσθητες κυβερνητικές πληροφορίες στον καταδικασμένο χρηματιστή.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται αναφορές από επίσημες επισκέψεις του το 2010 σε Βιετνάμ, Σιγκαπούρη και Κίνα, καθώς και πληροφορίες για επενδυτικές ευκαιρίες σε χρυσό και ουράνιο στο Αφγανιστάν.

Βάσει των επίσημων οδηγιών, οι εμπορικοί απεσταλμένοι υποχρεούνται σε αυστηρή εχεμύθεια για κάθε ευαίσθητο πολιτικό ή εμπορικό στοιχείο που λαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Ο Άντριου έχει επανειλημμένα αρνηθεί οποιαδήποτε παρανομία και έχει απορρίψει τον ισχυρισμό ότι αξιοποίησε τον ρόλο του για ίδιον όφελος.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι, σύμφωνα με το Press Association, ούτε ο Βασιλιάς Κάρολος ούτε το Παλάτι του Μπάκιγχαμ είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για τη σύλληψη. Ο βασιλιάς δήλωσε ότι πληροφορήθηκε την εξέλιξη «με τη βαθύτερη ανησυχία», υπογραμμίζοντας ότι «ο νόμος πρέπει να ακολουθήσει την πορεία του», ενώ συνέχισε κανονικά τα επίσημα καθήκοντά του στο Μπάκιγχαμ, στέλνοντας μήνυμα θεσμικής σταθερότητας.

Ο Πρίγκιπας Ουίλιαμ και η Κέιτ φέρονται να στηρίζουν τη δημόσια τοποθέτηση του βασιλιά, σύμφωνα με το BBC.

Οι αντιδράσεις των πολιτικών

Το πολιτικό σύστημα αντέδρασε άμεσα. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ντέιβιντ Λάμι τόνισε ότι «κανείς σε αυτή τη χώρα δεν είναι υπεράνω του νόμου» και πως η αστυνομική έρευνα πρέπει να εξελιχθεί «με τον συνήθη τρόπο». Ο Πρώτος Υπουργός της Σκωτίας John Swinney απέφυγε να σχολιάσει λόγω της εν εξελίξει διαδικασίας, ενώ ο πρώην πρωθυπουργός Gordon Brown αποκάλυψε ότι έχει καταθέσει πολυσέλιδο υπόμνημα σε διάφορες αστυνομικές αρχές με νέα στοιχεία.

Παράλληλα, ο πρώην Πρώτος Υπουργός της Σκωτίας Χάμζα Γιούσαφ μίλησε για την ανάγκη λογοδοσίας, επισημαίνοντας ότι για χρόνια «ο πλούτος και οι τίτλοι προστάτευαν άνδρες από τον έλεγχο».

Βασιλικοί αναλυτές χαρακτηρίζουν τη σύλληψη «σεισμική», κάνοντας λόγο για αχαρτογράφητα νερά για τη μοναρχία, καθώς για πρώτη φορά τόσο υψηλόβαθμο μέλος της βασιλικής οικογένειας βρίσκεται αντιμέτωπο με ενεργή ποινική διερεύνηση που αφορά τη διαχείριση κρατικών πληροφοριών.

Οι επόμενες ώρες θεωρούνται κρίσιμες: οι αρχές θα αποφασίσουν εάν θα απαγγελθούν κατηγορίες, αν θα παραταθεί η κράτηση ή αν θα αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της εν εξελίξει έρευνας.

Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο τη βαριά σκιά του σκανδάλου πάνω από το παλάτι του Μπάκιγχαμ Έπστιν και θέτει τη βρετανική μοναρχία μπροστά σε μια από τις σοβαρότερες δοκιμασίες αξιοπιστίας της σύγχρονης ιστορίας της.