Ο τρόπος με τον οποίο ο Τζέφρι Επστιν ανελίχθηκε από μια ταπεινή κοινωνική καταγωγή στο προσκήνιο, αλλά και το παρασκήνιο, των ελίτ της παγκοσμιοποίησης έχει δημιουργήσει συνειρμούς και παρομοιώσεις σε σχέση με το μυθιστόρημα «Ο Μεγάλος Γκάτσμπι» του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, που περιγράφει με αμφίσημη διάθεση την πραγματοποίηση του «αμερικανικού ονείρου» στη δυναμική δεκαετία του 1920. Είναι, εντέλει, ο Επσταϊν, τηρουμένων των αναλογιών, ο «Μεγάλος Γκάτσμπι» της δικής μας εποχής, μία προσωπικότητα που χαρακτηρίζει τη δική μας «δεκαετία του ‘20», αυτή τη φορά του 21ου αιώνα;

Η ταπεινή καταγωγή και οι «παράλληλοι βίοι» με τον Ντόναλντ Τραμπ

Ο Τζέφρι Επσταϊν γεννιέται το 1953 σε μία ταπεινή οικογένεια Αμερικανοεβραίων του Μπρούκλιν. Ο πατέρας του ήταν χαμηλόμισθος υπάλληλος στον Δήμο της Νέας Υόρκης στο Τμήμα Πάρκων και Αναψυχής με αρμοδιότητα τη συντήρηση των χώρων πρασίνου. Η μητέρα του εργαζόταν ως βοηθητικό προσωπικό σε σχολείο στη Νέα Υόρκη, υποστηρίζοντας τη λειτουργία της τάξης και των μαθητών.

Θυμίζοντας τον Μεγάλο Γκάτσμπι, ο Τζέφρι Επστιν θα ανέλθει τα κοινωνικά στρώματα, υφαίνοντας ένα δίκτυο γνωριμιών μεταξύ των πλουσίων της νεοϋορκέζικης κοινωνίας, της ακαδημαϊκής κοινότητας της Νέας Αγγλίας και, εντέλει, των παγκοσμίων ελίτ.

Κομβική γνωριμία υπήρξε αυτή με τον μεγιστάνα του λιανεμπορίου Λες Γουέξνερ, διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας γυναικείων εσωρούχων, ενδυμάτων και προϊόντων ομορφιάς «Victoria’s Secret».

Ο Επσταϊν από το Μπρούκλιν διήγε βίο παράλληλο με τον Ντόναλντ Τραμπ από το Κουίνς, ο οποίος αρχικά μπορούσε να θεωρηθεί ακόμη και ως παρίας σε μια εποχή όπου τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του για καζίνο στο Ατλάντικ Σίτι τον οδηγούσαν σε διαδοχικές χρεωκοπίες. Την ίδια εποχή ο αριβίστας Επσταϊν είχε σαγηνεύσει τις ελίτ του Μανχάταν, που υπήρξαν το μυστικό για τη ραγδαία κοινωνική του άνοδο.

Από την αλήθεια των αριθμών στο ψεύδος της αυτοσκηνοθεσίας

Κι όμως, ο Επστιν δεν είχε ούτε καν ένα πρώτο πτυχίο, ακόμη κι αν θεωρείτο προικισμένος στα μαθηματικά. Ο τρόπος που κατόρθωσε να εργαστεί στο εμβληματικό λύκειο Ντάλτον στο Μανχάταν το 1974 πιστοποιεί ότι η ικανότητά του στην πλαστογράφηση και την αυτοσκηνοθεσία της προσωπικότητάς του ήταν το δεύτερο μεγάλο χάρισμά του μετά την έφεση για τον κόσμο των αριθμών.

«Ικανός για όλα»

Στον «σύλλογο γονέων και κηδεμόνων» του λυκείου για παιδιά της ελίτ, ο Επστιν θα γνωρίσει τον Εις Γκρίνμπεργκ, διευθύνοντα στην τράπεζα επενδύσεων Bear Stearns. Για τον Έις Γκρίνμπεργκ, η παραχάραξη του παρελθόντος του Έπστιν φαντάζει ατού: Αποδεικνύει τη λαχτάρα ενός φτωχού να πλουτίσει, αψηφώντας την κοινωνική του τάξη και ενσαρκώνοντας έτσι μια βασική συνιστώσα του αμερικανικού ονείρου. Το ψεύτικο βιογραφικό του με επινοημένες σπουδές στην Καλιφόρνια αποτελεί μια απόδειξη ότι ο Επστιν δεν είναι απλά ικανός· είναι «ικανός για όλα».

Το ταλέντο του σε εκείνη την εποχή δεν είναι ο προσπορισμός ακαδημαϊκών δαφνών, αλλά η απόσπαση της εύνοιας γυναικών και η χειραγώγησή τους, ώστε να εισέλθει στην αφρόκρεμα των ελίτ. Από το σχολείο των παιδιών των τραπεζιτών, ο Έπστιν περνάει στον κόσμο της Wall Street. Εκτιμάται λιγότερο το υπαρκτό χάρισμά του στα μαθηματικά και περισσότερο η κοινωνική του «δεξιότητα» να χειρίζεται εύπορους πελάτες. Οι αριθμοί, άλλωστε, δεν ψεύδονται, σε αντίθεση με τους ανθρώπους που μπορούν, όπως ο Έπστιν, να βασίσουν στο μανιπουλάρισμα την κοινωνική τους άνοδο.

Αν ο Γκάτσμπι θεωρήθηκε ως το σύμβολο της «τρελής» δεκαετίας του 1920 που «στούκαρε» στο κραχ του 1929 κι από εκεί στον παγκόσμιο πόλεμο, η ιστορία του Επστιν διαθέτει τη δική της οικονομική κρίση το 2008. Η επενδυτική τράπεζα Bear Stearns, όπου ο Επτσιν ανδρώθηκε, υπήρξε ένα από τα εμβληματικά θύματά της. Την ίδια περίοδο ο Έπστιν γνώρισε τα πρώτα το προβλήματα με τον νόμο. Ωστόσο, η καταδίκη του για κατηγορίες σχετιζόμενες με σεξουαλικά εγκλήματα δεν θα αποτρέψουν τον Επτσταϊν να ξαναγίνει το αγαπημένο «enfant terrible» και «enfant gâté» των ελίτ, για μια τελευταία φορά στη δεκαετία του 2010.

Πετρελαιάδες, έμποροι όπλων, μαικήνες της τέχνης

Για να επιστρέψουμε στη δεκαετία του 1980, η επόμενη κίνηση του Επστιν είναι η ένταξή του στον κόσμο των πετρελαιάδων μέσω της γνωριμίας του με τον Μάικλ Στρολ, ο οποίος του εμπιστεύεται 450.000 δολάρια για σχετικές επενδύσεις, οι οποίες, ωστόσο, καταλήγουν σε καταστροφή.

Ακόμη και εν μέσω οικονομικών αποτυχιών, ο Επστιν ξαναστέκεται στα πόδια του ξανά και ξανά. Τα μυθιστορήματα του Σκοτ Φιτζέραλντ μπορεί να ωχριούν μπροστά στις θεωρίες που βλέπουμε σήμερα σε δημοσιεύματα για την αιτία των επιτυχιών – παρά τις αποτυχίες – του Επστιν , οι οποίες αποδίδονται συχνά στο ότι ο ταπεινός καθηγητής μαθηματικών είχε υπάρξει, κατά τις υποθέσεις, «asset» ξένων μυστικών υπηρεσιών ή ακόμη και διπλός ή τριπλός μυστικός πράκτορας που οργάνωνε δίκτυα εκβιασμών των ελίτ.

Εκατομμυριούχος στα τριάντα του

Περισσότερο τεκμηριωμένο είναι το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του Επστιν να χρησιμοποιεί τις όμορφες γυναίκες. Όπως τη συνάδελφό του στην Bear Stearns και πρώην Miss Indianapolis μέσω της οποίας γνώρισε τον έμπορο όπλων Ντάγκλας Λις, για τον οποίο εργάζεται ως σύμβουλος.

Ο εκατομμυριούχος πλέον στα τριάντα του Επστιν διάγει αιθέριο βίο στο Κονκόρντ του νέου του φίλου, που υπερίπταται του Ατλαντικού, ενώ, ταυτοχρόνως, θα εισέλθει στον κόσμο της νεοϋορκέζικης τέχνης με μια θέση στο διοικητικό συμβούλιο της Ακαδημίας Τεχνών της Νέας Υόρκης του Άντι Γουόρχολ.

Είναι ο Λέσλι Γουέξνερ ο «Μπιουκάναν» του σύγχρονου Γκάτσμπι;

Στην περίοδο αυτή είναι που ο Επστιν γνωρίζει στη Φλόριντα τον δικό του «Μπιουκάναν». Είναι ο Λέσλι Γουέξνερ της «Victoria’s Secret», την περιουσία του οποίου καλείται να διαχειριστεί.

Η «λευκή επιταγή» που δίνει στον Επστιν η απόλυτη εμπιστοσύνη του Γουέξνερ τον μετατρέπει για πρώτη φορά σε πραγματικό μεγιστάνα που στήνει στις Αμερικανικές Παρθένους Νήσους τον δικό του «φορολογικό παράδεισο», αλλά και «κόλαση» για τα πολλαπλά θύματά του.

Ο Γουέξνερ, ως ιδρυτής του ομίλου «Mega Group» είναι αυτός που κυρίως φέρνει σε επαφή τον Επστιν με Ισραηλινούς επιχειρηματίες και πολιτικούς, όπως τον πρωθυπουργό Σίμον Πέρες, ο οποίος με τη σειρά του θα τον γνωρίσει στον Εχούντ Μπάρακ, που θα αποτελέσει μια από τις ισχυρότερες γνωριμίες του.

Την ίδια εποχή ο Επστιν συνάπτει ερωτική σχέση με την Γκίλεϊν Μάξγουελ, κόρη του μεγιστάνα του τύπου Ρόμπερτ Μάξγουελ. Ο τελευταίος διαθέτει μια απολύτως μυθιστορηματική ζωή, αρχής γενομένης από τη δράση του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και για πολλούς θεωρείται ως το ιστορικό πρότυπο του εμβληματικού «Bond villain» στην κατασκοπευτική ταινία Τζέιμς Μποντ «Το Αύριο ποτέ δεν πεθαίνει».

Βασιλικές οικογένειες, ακαδημαϊκοί, ελίτ της παγκοσμιοποίησης

Από μαικήνας της τέχνης ο Επστιν μετατρέπεται σε χρηματοδότη πολιτικών. Όπως ο γερουσιαστής Τζορτζ Μίτσελ ή ακόμη κι ο Πρόεδρος Μπιλ Κλίντον, που λαμβάνει από τον Επσταϊν χρήματα για την ανακαίνιση του Λευκού Οίκου. Η Μάξγουελ εισάγει, εξάλλου, τον φίλο της στον κόσμο των ευρωπαϊκών βασιλικών οικογενειών. Ο πρίγκιπας Άντριου, παλιός συμφοιτητής της στην Οξφόρδη, αποτελούσε την «αχίλλειο πτέρνα» των Ουίνδσορ, όπως ο Επσταϊν δεν αργεί να διαγνώσει.

Η Γκίλεϊν τον γνωρίζει, όμως, και στον Ζαν-Λυκ Μπρυνέλ, ιδρυτή πρακτορείου μοντέλων, ο οποίος θα έχει το ίδιο τέλος με τον Επσταϊν ως αυτόχειρας στη φυλακή ύστερα από κατηγορίες για σεξουαλικά εγκλήματα.

Από την άλλη, ο καθηγητής δικαίου στο Χάρβαρντ Άλαν Ντέρσοβιτς θα τον γνωρίσει στις ακαδημαϊκές ελίτ που περιλαμβάνουν τον Λάρι Σάμερς, τον αρχιτέκτονα της οικονομικής πολιτικής του Μπιλ Κλίντον και όχι μόνο. 7,5 εκατομμύρια δολάρια δωρεών στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ έπαιξαν τον ρόλο στην αποδοχή του Επσταϊν από την αφρόκρεμα των επιστημόνων των ΗΠΑ.

Οι πλουσιοπάροχες δωρεές του και η νέα φιλία του με τον Ντέιβιντ Ροκφέλερ θα τον καταστήσουν, ακόμη περισσότερο, μέλος της «Τριμερούς Επιτροπής» (Trilateral Commission), της μη κυβερνητικής οργάνωσης που περιλαμβάνει 400 περίπου μέλη μεταξύ των πλέον αναγνωρισμένων επιχειρηματιών, πολιτικών και γνωμηγητόρων διανοούμενων από την «τριάδα» της Βόρειας Αμερικής, της Δυτικής Ευρώπης και της ανεπτυγμένης Ασίας του Ειρηνικού.

Ποια είναι τα «West Egg» της εποχής μας;

Το κύριο σκηνικό της εγκληματικής δραστηριότητας του Επσταϊν , όπως η πολυτελής οικία του στο Upper East Side της Νέας Υόρκης δίπλα στο Σέντραλ Παρκ, η έπαυλή του στο Παλμ Μπιτς στη Φλόριντα κοντά στο γήπεδο γκολφ του Μαρ-Α-Λάγκο του Ντόναλντ Τραμπ, το ράντσο στη Σάντα Φε στο Νέο Μεξικό, τα διαβόητα ιδιωτικά νησιά του στις Αμερικανικές Παρθένους Νήσους στην Καραϊβική δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τη φανταστική τοποθεσία West Egg, στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης, όπου ο Γκάτσμπι διοργάνωνε τα δικά του διάσημα πάρτι, μια περιοχή που λέγεται ότι ο Φιτζέραλντ εμπνεύστηκε από το Great Neck, όπου είχε διαμείνει στα «roaring 20s».

Στην ανθρωπογεωγραφία του μεγάλου αμερικανικού μυθιστορήματος, το West Egg αντιπροσωπεύει μια γενιά κιτσάτων νεόπλουτων, σε αντίθεση με το East Egg, εμπνευσμένο σε αδρές γραμμές από το Sands Point, όπου ζούσαν οι παλαιοί κεφαλαιοκράτες της κληρονομικής αριστοκρατίας, όπως οι φίλοι του Γκάτσμπι Τομ και Ντέιζι Μπιουκάναν, οι οποίοι, ωστόσο, χαρακτηρίζονταν από μία περισσότερο εκλεπτυσμένη αισθητική. Η έπαυλη του Γκάτσμπι οικοδομήθηκε στην ακτή του West Egg ακριβώς απέναντι από αυτήν της Ντέιζι Μπιουκάναν, αντικειμένου του διαστροφικού πόθου του, αλλά και κινητήριας δυνάμεως της κοινωνικής του ανέλιξης.

Ο Επσταϊν με παρόμοιο τρόπο θα εξελιχθεί ως προς τις παρέες πλουσίων στις οποίες έκανε επιθέσεις, προσπαθώντας να προσεταιριστεί τους «Tech-Bros», τις αντροπαρέες πρωτοπόρων της ψηφιακής τεχνολογίας, που αποτελούν και σήμερα, μετά τον θάνατό του, την κυρίαρχη τάξη στη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.

Εμμονές με τον μετανθρωπισμό και τεχνολογικές μορφές ευγονικής επανέρχονται στις συζητήσεις στα e-mails του Επσταϊν με τρόπο που θα ζήλευε κι ο πιο ευφάνταστος μυθιστοριογράφος. Αν στο μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ το East Egg αντιπροσωπεύει ένα αριστοτελικό «πρώτο κινούν ακίνητο», δηλαδή ένα είδωλο που πυροδοτεί την κίνηση της επιθυμίας του Γκάτσμπι για εξέλιξη με κάθε κόστος, παραμένοντας, όμως, το ίδιο συγκριτικά αμόλυντο και ανεπηρέαστο από τους κλυδωνισμούς της τύχης, στην πραγματική ζωή της δικής μας εποχής ο Επσταϊν κατόρθωσε να «μολύνει» την ελίτ των καπιταλιστών, που συγχρωτίστηκε, μέσα από μια πλειάδα από μικρές και μεγάλες χάρες που τους παρείχε, ώστε να τους φανεί χρήσιμος, και τις οποίες πλέον μια ολόκληρη ανθρωπότητα ανιχνεύει σε ένα χαώδες υλικό εκατομμυρίων φακέλων. Διά του Επσταϊν , ο νεόπλουτος Γκάτσμπι έχει λάβει την εκδίκησή του, έστω μεταθανάτια.

Συζητώντας με μοντέλα για το τέλος του σύμπαντος

To πορτρέτο του Επσταϊν δεν φιλοτέχνησε η γραφίδα του Σκοτ Φιτζέραλντ αλλά το περιοδικό «Vanity Fair», το οποίο τον Μάρτιο 2003 περιγράφει αρκετά νωρίς τις συντροφιές στα «Επστινονήσια». Το «παρεάκι-πιο-τρελό-απ’ το δικό σου», κατά την έκφραση των διαδικτυακών μιμιδίων, περιλάμβανε μοντέλα από τη Ρωσία και νομπελίστες Φυσικής, όπως ο Μάρεϋ Γκελ-Μαν. Η κομβική συνεισφορά του τελευταίου στη θεωρία των στοιχειωδών σωματιδίων σε συνδυασμό με τις γλαφυρές περιγραφές του για τα δείπνα του Επσταϊν στο αμερικανικό περιοδικό θα μπορούσαν να είχαν βγει από σελίδες του Μισέλ Ουελμπέκ, ο οποίος επίσης συνδυάζει θεωρητική φυσική και περιγραφή ηθικής σήψης στα μυθιστορήματά του.

To «Vanity Fair» βρίσκει τότε ότι υπάρχει κάτι το «παιδικό» στον τρόπο με τον οποίο ο Επσταϊν επιδεικνύει τις ερωτικές κατακτήσεις του, αλλά δεν παραλείπει να αναφέρει τον «τρόμο» που νιώθουν ορισμένοι από τους διακεκριμένους επιστήμονες, όταν ανακαλύπτουν κάποια από τα πιο ανυπόληπτα χούγια του οικοδεσπότη τους.

Από τον Στίβεν Χόκινγκ στον πρίγκιπα Αντριου

Στον πλανήτη του Επσταϊν μπορούσες να ακούς τον Στίβεν Χόκινγκ να δίνει διαλέξεις για το μέλλον του σύμπαντος την ίδια στιγμή που άλλοι συνδαιτυμόνες, όπως ο πρίγκιπας Άντριου ακολουθούσαν λιγότερο υψιπετή και ανιδιοτελή πάθη. Το τέλος του κόσμου του Επσταϊν ήταν πάντως πιο κοντά από αυτό του σύμπαντος: Το 2008 η οικονομική κρίση υπήρξε ό,τι το 1929 για τα «roaring twenties» του Γκάτσμπι.

Ο Επσταϊν θα γνωρίσει την ίδια χρονιά την πρώτη φυλάκισή του για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων. Κι όμως θα του επιτραπεί να επιστρέψει στον κόσμο των ελίτ, παρά μάλιστα τις γενναίες καταθέσεις ήδη από το 2011 της Βιρτζίνια Τζουφρέ, η οποία θα γίνει η φωνή των θυμάτων χωρίς φωνή των δικτύων τράφικινγκ. Στη δεκαετία του 2010 οι «επιθέσεις φιλίας» του Επσταϊν κατευθύνονται κατ’ εξοχήν σε μεγιστάνες της ψηφιακής τεχνολογίας διαφορετικών ιδεολογιών, όπως ο Μπιλ Γκέιτς και ο Ίλον Μασκ.

Το παρελθόν επιφυλάσσει εκπλήξεις

Στη στιγμή του τέλους, ο θάνατος υπήρξε μια ερήμωση για τον Μεγάλο Γκάτσμπι, καθώς κανείς δεν ήρθε στην κηδεία του. Αναρωτιέται κανείς πώς θα είχε περιγράψει ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ το τέλος του επίδοξου Γκάτσμπι του 21ου αιώνα, του Τζέφρι Επσταϊν, που έθεσε τέρμα στη ζωή του στη φυλακή, μόνο για να πυροδοτήσει έναν νέο κύκλο θεωριών συνωμοσίας για τη φύση αυτής της εκδημίας. Για τον Γκάτσμπι η απογύμνωση, για τον Επσταϊν ένα μεταθανάτιο πανοπτικό να ερευνά και την παραμικρότερη πτυχή των διαδικτυακών του διαδράσεων με μια ολόκληρη ανθρωπότητα να ετάζει ένα παρελθόν που επιφυλάσσει εκπλήξεις.

Οι ειδικοί του Θουκυδίδη επιμένουν ότι ο «διάλογος με τους Μηλίους» δεν είχε ως σκοπό έναν κυνικό πανηγυρισμό της μονοτροπίας του δικαίου του ισχυροτέρου, αλλά, όλως αντιθέτως, να υπομνήσει για τις μελλοντικές γενιές τις συνέπειες της ύβρεως από τη μέθη της ισχύος.

Κάτι παρόμοιο ισχύει και για τους κριτικούς λογοτεχνίας, όταν εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ πραγματεύεται το «Αμερικανικό Όνειρο»: Ο «Μεγάλος Γκάτσμπι» αποτελεί μια προειδοποίηση προς τους ταπεινής καταγωγής αριβίστες ότι η μεγαλύτερη εσωτερική καταστροφή τους περιμένει ακριβώς όταν μια καλή τύχη θα έχει πραγματοποιήσει τα πιο τρελά από τα όνειρά τους.

Ο Γκάτσμπι θεωρείται ως το «μεγάλο αμερικανικό έπος» στην εποχή του φορντισμού και της ανερχόμενης αυτοκινητοβιομηχανίας, αλλά και της τζαζ που αποδόμησε τα όρια της μουσικής αρμονίας, μετά τη νικηφόρο έξοδο των ΗΠΑ από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ παραμόνευε η κατάρρευση του 1929 που βύθισε την Ευρώπη στον φασισμό.

Ο κόσμος ενός Επσταϊν, ο οποίος συναναστρεφόταν με την ίδια άνεση μεγιστάνες του ρίαλ εστέιτ και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, πετρελαιάδες και μαικήνες των τεχνών, αντιεξουσιαστές γλωσσολόγους, φυσικούς χρονικογράφους του χρόνου και «Tech-Bros», ήταν κυρίως οι νεοφιλελεύθερες ελίτ μετά τη νίκη των ΗΠΑ στον Ψυχρό Πόλεμο, ενώ καιροφυλακτούσε η κρίση του 2008, που βύθισε τον κόσμο σε μια νέα κρίση της βασισμένης σε κανόνες διεθνούς τάξης.

Το μυστικό της πένας του Φιτζέραλντ υπήρξε ο τρόπος που καταδείκνυε πώς, κατά το αγγλικό ρητό, «οι πιο μνησίκακοι από τους θεούς μάς παραχωρούν την πραγματοποίηση των πιο μύχιων από τις ευχές μας» ή, όπως το διατύπωσε ο Όσκαρ Ουάιλντ, «όταν οι θεοί θέλουν να μας τιμωρήσουν, εισακούουν τις προσευχές μας».

Η επιτυχία του Φιτζέραλντ ήταν πώς είχε ακριβώς προσεγγίσει την εσωτερική διαφθορά της επιθυμίας πίσω από τη λάμψη της αίγλης των νεοπλούτων ή την εξωραϊστική πατίνα της αθωωτικής νοσταλγίας. Παρά την εντρύφησή του στις περιγραφές της άμετρης νεοϋορκέζικης χλιδής ή, ίσως, εξαιτίας αυτής της εντρύφησης, ο Φιτζέραλντ θεωρείται ως ένας από τους μεγάλους Αμερικανούς ηθικολόγους ακριβώς επειδή έστησε έναν διαγνωστικό καθρέφτη στα «roaring twenties» του 20ού αιώνα.

Διερωτάται κανείς ποια θα ήταν η διάγνωσή του για την «τρελή δεκαετία του ’20» του δικού μας 21ου αιώνα, μια εποχή που συνδυάζει τον μετανθρωπιστικό βολονταρισμό των ελίτ με τις αποκαλύψεις των πλέον υπάνθρωπων παθών που δεν παύουν να ταλανίζουν τους προμηθείς του καιρού μας.