Από τη μια πλευρά, η απόφαση του δισεκατομμυριούχου ιδιοκτήτη της SpaceX, Ίλον Μασκ, να διακόψει την πρόσβαση του ρωσικού στρατού στο δορυφορικό δίκτυο Starlink, που παρέχει υπηρεσίες διαδικτύου υψηλής ταχύτητας.
Από την άλλη πλευρά, η κάθετη πτώση των κερδών από την πώληση πετρελαίου και φυσικού αερίου, που φέρνουν τη Μόσχα αντιμέτωπη με αρνητικό ρεκόρ πενταετίας σε ό,τι αφορά τα κρατικά έσοδα. Και στη μέση, τα απόνερα του σκανδάλου Έπσταϊν, που δεν αφήνουν απρόσβλητη ούτε τη ρωσική ελίτ, δημιουργώντας περιβάλλον ασφυξίας για το Κρεμλίνο.
Πόλεμος και πόλεμος
Τα τελευταία αρνητικά νέα αφορούν το μέτωπο της Ουκρανίας και την ικανότητα των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων να διεξάγουν στρατιωτικές επιχειρήσεις επί του πεδίου. «Φαίνεται ότι τα βήματα που κάναμε για να σταματήσουμε τη μη εξουσιοδοτημένη χρήση του Starlink από τη Ρωσία έχουν αποδώσει. Ενημερώστε μας αν χρειάζεται να γίνει κάτι περισσότερο», έγραφε στις αρχές Φεβρουαρίου στο Χ, ο Μασκ, απευθυνόμενος στις ουκρανικές αρχές και σηματοδοτώντας το τέλος κάθε πιθανής πρόσβασης στο δίκτυο που αναπτύχθηκε από τη SpaceX και περιλαμβάνει χιλιάδες δορυφόρους ικανούς να παρέχουν πρόσβαση σε διαδίκτυο σε υψηλές ταχύτητες (100-300 Mbps).
Looks like the steps we took to stop the unauthorized use of Starlink by Russia have worked. Let us know if more needs to be done.
— Elon Musk (@elonmusk) February 1, 2026
Αξίζει να σημειωθεί πως επί σειρά ετών, οι Ρώσοι κατόρθωναν να παρακάμπτουν τους περιορισμούς εξαγωγών για να περάσουν λαθραία στη χώρα συσκευές δορυφορικού ίντερνετ της αμερικανικής εταιρείας και έπειτα να τις στείλουν στο μέτωπο. Αποτέλεσμα, ο ρωσικός στρατός να εφοδιάζει drones με τις ψηφιακές δυνατότητες του Starlink, καθιστώντας τα μη επανδρωμένα οχήματα, καλύτερα στη στόχευση και πιο ανθεκτικά στις παρεμβολές. Η εξέλιξη αξιολογείται ως άκρως αρνητική για τη ρωσική πλευρά. «Είναι νωρίς να εκτιμήσουμε τον αντίκτυπο, αλλά αν κρίνουμε από τα πρώτα ρωσικά παράπονα, υπάρχει ήδη αποτέλεσμα» εκτιμά μιλώντας στου Νew York Times, ο Μάικλ Κόφμαν, αναλυτής στο think tank, Carnegie Endowment. Στο ίδιο πνεύμα, ο φιλικός προς το Κρεμλίνο στρατιωτικός αναλυτής Μπόρις Ρόζιν, εκτιμά μέσα από το προσωπικό του ιστολόγιο Colonelcassad ότι «η όλη ιστορία συνιστά σοβαρή ρωγμή στις επικοινωνίες [σ.σ. του ρωσικού στρατού], που ο εχθρός ενδεχομένως να εκμεταλλευτεί».
Βάσει όλων αυτών, διαμορφώνεται μια εικόνα που δεν συμβαδίζει καθόλου με το αφήγημα της Μόσχας περί «αναπότρεπτης νίκης», το οποίο υποστηρίζει ότι μια κατάρρευση της ουκρανικής γραμμής άμυνας είναι ζήτημα εβδομάδων. Εικόνα που εντείνεται και από τα αποτελέσματα του οικονομικού πολέμου της Δύσης στη Ρωσία, σε αντίποινα της εισβολής που εξαπέλυσε η Ρωσία στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου του 2022.
Για τον Ιανουάριο, τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας ανέφεραν έσοδα 393,3 δισεκατομμύρια ρούβλια (5,1 δισεκατομμύρια δολάρια). Πρόκειται για πτώση της τάξης του 50% σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2025. Πτώση που αποδίδεται στην υπαγωγή των ένταξη των ενεργειακών κολοσσών Rosneft και Lukoil στη μαύρη λίστα των ΗΠΑ, την διαφαινόμενη δέσμευση της Ινδίας για περιορισμό των εισαγωγών ρωσικών πετρελαίου και τις επιθετικές τακτικές κατάσχεσης πλοίων που ανήκουν στον λεγόμενο «σκιώδη ρωσικό στόλο» -όπως το Marinera στον Βόρειο Ατλαντικό και το Grinch στη Μεσόγειο. Ειδικοί όπως ο Γιάνις Κλούγκε, οικονομολόγος και συνεργάτης του γερμανικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και Ασφάλειας (SWP) επισημαίνουν πως ο πετρελαϊκός κλάδος αποτελεί «αχίλλειο πτέρνα» της ρωσικής οικονομίας και τονίζει, μιλώντας στην Washington Post, πως «αν η χώρα δεν συνεχίσει να έχει διέξοδο στις θαλάσσιες οδούς θα αντιμετωπίσει μεγάλο πρόβλημα».
Ο Τζέφρι Έπσταϊν και η Μόσχα
Σαν να μην έφταναν τα προβλήματα, ρεπορτάζ της ίδιας αμερικανικής εφημερίδας, αναδεικνύει τη ρωσική πλευρά των διαβόητων αρχείων Έπσταϊν. Οι πολύπειρες ανταποκρίτριες Μαίρη Ιλιούσινα και Κάθριν Μπέλτον κάνουν εκτενή αναφορά σε σειρά υψηλόβαθμων αξιωματούχων και επιχειρηματιών που διατηρούσαν ισχυρές επαφές με τον καταδικασμένο για παιδεραστία χρηματιστή.
Μεταξύ αυτών ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Ανάπτυξης Σεργκέι Μπελιακόφ (2012-14), του οποίου οι επαφές με τον Έπσταϊν ξεκίνησαν τον Μάιο του 2014 και συνεχίστηκαν έως το 2018. Οι συνομιλίες των δύο ανδρών αποκαλύπτουν εξυπηρετήσεις του ρώσου αξιωματούχου προς τον Έπσταϊν, σε αντάλλαγμα την πρόσβαση του Μπελιακόφ στον εκτεταμένο κύκλο γνωριμιών του αμερικανού χρηματιστή. Στενούς δεσμούς με το περιβάλλον του Έπσταϊν φαίνεται να είχε κι ο ρώσος δισεκατομμυριούχος Όλεγκ Ντεριπάσκα, ο οποίος βρισκόταν σε επαφή με τον Πίτερ Μάντελσον, μέλος των κυβερνήσεων των πρωθυπουργών Τόνι Μπλερ και Γκόρντον Μπράουν, ο οποίος φέρεται να έπαιζε ρόλο ενδιάμεσου στην προσπάθεια του Έπσταϊν να εξασφαλίσει ρωσική βίζα το 2010.
Και ο Βλαντίμιρ Πούτιν; Δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι ο ρώσος πρόεδρος διατηρούσε κάποιου είδους επαφή με τον Έπσταϊν. Διαρκής και διακαής υπήρξε ωστόσο η επιθυμία του τελευταίου για μια συνάντηση με τον ισχυρό άνδρα του Κρεμλίνου. Αποδέκτης των προσπαθειών του, ο πρώην πρωθυπουργός της Νορβηγίας, Θόρμπγιορν Γιάγκλαντ, για τον οποίο ο Έπστάϊν επιφύλασσε ρόλο ενδιάμεσου. Αλλά και ο πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ, Εχούντ Μπαράκ, ήταν γνώστης των προθέσεων του.
«Αν θέλει να συναντηθούμε πρέπει να διαθέσει χρόνο και να διασφαλίσει μια κάποια ιδιωτικότητα», έγραφε το 2013 ο Έπσταϊν στον Μπάρακ, δικαιολογώντας την άρνησή του να παραστεί στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης, στο οποίο ο Πούτιν δίνει πάντοτε το παρών. Ακολούθησε μια χαμένη ευκαιρία τον Ιανουάριο του 2014 –στο περιθώριο επίσημης συνάντησης του Γιάγκλαντ στο θέρετρο του Σότσι- και παρατεταμένες εκκλήσεις του ίδιου έως και τον Ιούνιο του 2018. Το σχόλιο του Κρεμλίνου στο ρεπορτάζ κινήθηκε μεταξύ απαξίωσης και ειρωνείας, με μέλος του Γραφείου Τύπου να κάνει λόγο για «γελοιότητες». Ο «πονοκέφαλος» της ηθικής σήψης όμως δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί, ιδίως για μια ηγεσία που συχνά ομνύει στις «παραδοσιακές, χριστιανικές αξίες» έναντι της «ηθικής κατάπτωσης» που εκπροσωπούν οι δυτικές ελίτ.






