Έχουν περάσει ακριβώς 12 χρόνια, από τον Γενάρη του ’14, όταν το Λιμενικό διέσωσε 47 μετανάστες στη θαλάσσια περιοχή βόρεια της Σάμου. Και δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα. Υπάρχουν πολλά, όπως αυτό του Σεπτεμβρίου του ΄23 όταν συνέβαλε στη διάσωση 38 ανθρώπων που εντοπίστηκαν σε ακυβέρνητη πνευστή λέμβο βορειοανατολικά της Λέσβου. Ωστόσο, τον Οκτώβριο του ‘25, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) καταδίκασε την Ελλάδα για τον θάνατο δεκαέξι ανθρώπων στο ναυάγιο του ‘18 στο Αγαθονήσι, τον περασμένο Νοέμβριο ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά τεσσάρων στελεχών του Λιμενικού για το ναυάγιο της Πύλου, τον Ιούνιο του ’23, και σήμερα το Λιμενικό εμπλέκεται στο φρικτό περιστατικό της Χίου, στη συμπλοκή με ταχύπλοο διακινητών και στην απώλεια 15 ανθρώπινων ζωών.

Η βιομηχανία της μετανάστευσης

«Η μηδενική ανοχή στη μετανάστευση μάς γυρίζει πίσω. Οι άνθρωποι που έχουν αποφασίσει να φύγουν από τον τόπο καταγωγής τους, είτε επειδή βρίσκονται σε κατάσταση απόλυτης φτώχειας, είτε επειδή η χώρα τους είναι σε εμπόλεμη κατάσταση και οι ίδιοι σε κίνδυνο, θα μετακινηθούν οπωσδήποτε. Παράγοντες που ωθούν στη μετακίνηση και έλκουν άτομα σε έναν προορισμό, ακόμα και όταν αυστηροποιούνται τα μέτρα ελέγχων, θα οδηγήσουν στην αναζήτηση τρόπων διέλευσης μεταξύ συνόρων μέσω πιο δύσκολων διαδρομών και επικίνδυνων μέσων που θα έχουν επιλέξει οι διακινητές, οι οποίοι σκοπό έχουν αποκόμιση κερδών. Παρά την αυστηροποίηση του επίσημου ελέγχου της μετανάστευσης αναδύεται ένας ταχέως αναπτυσσόμενος και πολύπλοκος άτυπος τομέας της βιομηχανίας της μετανάστευσης όπου επικρατούν η διακίνηση, η σωματεμπορία και η εκμετάλλευση», σχολιάζει ο αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, με αντικείμενο την κοινωνιολογική μελέτη της μετανάστευσης, κ. Θεόδωρος Φούσκας.

Όπως επισημαίνει, η μετακίνηση με ανεπίσημο τρόπο εκ των πραγμάτων εμπεριέχει εξαιρετικά μεγάλους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των μετακινούμενων πληθυσμών διότι δεν διεξάγεται με ασφαλή μέσα και διαδρομές, όπου τα μετακινούμενα άτομα εκτίθενται σε τραυματισμούς, βία, και κίνδυνο για τη ζωή τους. «Πολλοί άνθρωποι, ενήλικοι-ανήλικοι, όπως ο Αϊλάν το 2015, έχουν χάσει τη ζωή τους στην προσπάθεια να διασχίσουν σύνορα. Αντιμετωπίζουν επικίνδυνες καταστάσεις πριν το ταξίδι και κατά τη διάρκεια αυτού, ταξιδεύοντας μόνοι τους ή με διακινητές. Είτε είναι δικαιούχοι ασύλου, είτε όχι, θα πρέπει πρωτίστως να μπορούν να φθάσουν σε έναν τόπο με ασφάλεια όπου και θα εξετάζεται η υπόθεση ή η αίτηση του καθενός. Και όλα αυτά, με τη μεγαλύτερη κατά το δυνατόν προστασία. Σε αυτή την προσπάθεια, το Λιμενικό Σώμα καλείται να ισορροπήσει καθημερινά στον διπλό ρόλο του φύλακα-διασώστη, υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες».

Ο καθηγητής τόνισε ότι η κρίση υποδοχής του 2015 ανέδειξε τη σημασία των διαδικασιών έρευνας, διάσωσης και υποδοχής, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα με την εμπειρία της, θα έπρεπε να αποτελεί παράδειγμα στην προστασίας της ανθρώπινης ζωής ως προτεραιότητα, λαμβάνοντας επείγοντα και πρότυπα μέτρα για την παροχή βοήθειας, διάσωσης και μεταφοράς-συνοδείας σε ασφαλές μέρος.

Ανησυχία για το μέλλον

Από την πλευρά του, ο καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθυντής του αγγλόφωνου μεταπτυχιακού προγράμματος «Μέσα Επικοινωνίας και Μεταναστευτικές Ροές», κ. Γιώργος Πλειός, εκφράζει την ανησυχία του τόσο γι’ αυτό καθαυτό το τραγικό συμβάν, όσο και για το μέλλον, και διερωτάται: «Θα υπάρξει άραγε πραγματική διερεύνηση του περιστατικού;».

Ο ίδιος εκτιμά ότι «επί της ουσίας, επρόκειτο για περίπτωση επαναπροώθησης – όπως δείχνουν όλα τα στοιχεία – κατά παράβαση των κανόνων διεθνούς δικαίου και βεβαίως του δικαιώματος αίτησης υποβολής ασύλου. Όσοι βρίσκονται πάνω στη βάρκα δεν γνωρίζουμε αν είναι πρόσφυγες ή μετανάστες, γι’ αυτό πρέπει να διερευνώνται ατομικά. Έστω και ένας πρόσφυγας να υπάρχει μέσα στη βάρκα, με τις ενέργειες αυτές παραβιάζεται το διεθνές δίκαιο».

Μείωση των μεταναστευτικών ροών

Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, το 2025 καταγράφηκε μείωση κατά 21% των μεταναστευτικών ροών σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Το 2025 εισήλθαν στην Ελλάδα 48.298 άτομα – περίπου 13.000 λιγότερα σε σχέση με το 2024 (60.886 αφίξεις).

Σε ότι αφορά τον πρώτο μήνα του ΄26, εισήλθαν στην Ελλάδα 2.060 άτομα, εκ των οποίων οι περισσότεροι από το Σουδάν, την Αίγυπτο και το Μπαγκλαντές, ενώ σε μικρότερους αριθμούς καταγράφηκαν αφίξεις από το Πακιστάν και τη Σομαλία.

Από τα 2.060 άτομα που εισήλθαν στην Ελλάδα, 299 έφθασαν στην Κρήτη. Οι υπόλοιπες 1.761 αφίξεις ήταν από την Τουρκία. Απ’ αυτές, περίπου οι μισές (897) ήταν σε νησιά κυρίως του Βορειοανατολικού Αιγαίου. Ειδικότερα, στη Λέσβο καταγράφηκαν τον περασμένο Ιανουάριο 368 αφίξεις, στη Σάμο 202 και στη Χίο 112.