Έλλειψη συναίνεσης για συνταγματικές αλλαγές
Ο Πρωθυπουργός άνοιξε τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχει μια «συναινετική κουλτούρα» μεταξύ των κομμάτων, ώστε να γίνουν σοβαρές αλλαγές στο Σύνταγμα.
Αντίθετα οι σχέσεις μεταξύ των ηγετών των πολιτικών κομμάτων διαπνέονται από «θυμό και μνησικακία» , γεγονός το οποίο θυμίζει αυτό που υποστήριζε ο Γερμανός φιλόσοφος Πέτερ Σλόντερνταικ. Δηλαδή ότι όλη η ιστορία του δυτικού πολιτισμού είναι μια ιστορία της οργής («Οργή και χρόνος», Zorn und Zeit).
Και υπό το πρίσμα αυτό θα ήθελα να αναφερθώ αποκλειστικά στο άρθρο 86 του Συντάγματος και στη πρόταση του Πρωθυπουργού για τροποποίησή του.
Τι προβλέπει το άρθρο 86 του Συντάγματος
Το επίμαχο άρθρο προβλέπει , ότι μόνο η Βουλή (δηλαδή η εκάστοτε τυχαία κυβερνητική πλειοψηφία) έχει την αρμοδιότητα να κινεί την ποινική δίωξη εναντίον εκείνων των πολιτικών που διετέλεσαν ή διατελούν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για εγκλήματα τα οποία τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους .
Αντίθετα , όταν διαπράττονται εγκλήματα από τους απλούς πολίτες την ποινική δίωξη την κινούν οι Εισαγγελικές αρχές.
Αυτό το συνταγματικό καθεστώς διαμόρφωσε την αίσθηση στους πολίτες , ότι οι Υπουργοί και οι Πρωθυπουργοί έχουν ένα είδος ασυλίας και δεν τιμωρούνται ποτέ για τα αδικήματά τους.
Και αυτό είναι μια πραγματικότητα (την οποία δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς).
Και μέσα στο πλαίσιο αυτό υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα.
Η βούληση του Πρωθυπουργού για να αλλάξει το ανωτέρω άρθρο του Συντάγματος είναι ειλικρινής;
Δεν το νομίζω ή τουλάχιστον έχω μεγάλη αμφιβολία για την πραγματική βούληση του Πρωθυπουργού. Γιατί το λέω αυτό;
Γιατί η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία και προφανώς και ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης «χρησιμοποίησαν υπερβολικά και καταχρηστικά» το σημερινό άρθρο 86 για να αποφύγουν τη διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών κάποιων Υπουργών .
Έτσι, στην τραγική υπόθεση των Τεμπών η τρέχουσα κυβερνητική πλειοψηφία (και ο Πρωθυπουργός) είχαν αποφασίσει ότι δεν χρειαζόταν να ανιχνευθεί η ενδεχόμενη ποινική ευθύνη του πρώην Υπουργού κ. Καραμανλή για την τέλεση δια παραλείψεως του κακουργήματος του άρθρου 291 του Ποινικού Κώδικα .
Και το ερώτημα το οποίο εγείρεται είναι το ακόλουθο:
Πόση εμπιστοσύνη είναι δυνατό να έχει κανείς στη βούληση του Πρωθυπουργού ο οποίος υπόσχεται ότι θα αλλάξει ένα άρθρο του Συντάγματος (του οποίου, ωστόσο, ο ίδιος έκανε χρήση για να «καλυφθούν» οι πιθανές ποινικές ευθύνες κάποιων Υπουργών του);
Επιπλέον, εγείρεται και ένα άλλο θέμα. Δηλαδή:
Ισχύει και σε άλλες χώρες μια τέτοια εξόχως προστατευτική νομοθεσία για τα εγκλήματα των μελών τα κυβέρνησης;
Η απάντηση είναι όχι.
Στην Αγγλία οι Υπουργοί δικάζονται σύμφωνα με τις κοινές δικονομικές διατάξεις. Στη Γερμανία επίσης το Σύνταγμα δεν έχει ειδική διάταξη για την ποινική ευθύνη των Υπουργών. Τέλος, και στη Γαλλία η ποινική δίωξη χωρεί πλέον, χωρίς την άδεια της Βουλής.
Επιπρόσθετα μέσα στο πλαίσιο τούτο τίθεται και ένα άλλο ερώτημα. Ποιο;
Έχουν καταδικασθεί σε φυλάκιση άλλοι Ευρωπαίοι πολιτικοί;
Στο σημείο τούτο θα ήθελα να θυμίσω , ότι πριν από λίγο καιρό είχε καταδικασθεί από τη Γαλλική Δικαιοσύνη ο πρώην Πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί σε πέντε έτη φυλάκιση για παράνομη χρηματοδότηση της προεκλογικής του εκστρατείας από τον πρώην δικτάτορα της Λιβύης Καντάφι.
Και απορεί κανείς για ποιο λόγο μπορεί να πηγαίνει φυλακή ο πρώην Πρόεδρος της Γαλλίας , ενώ στη χώρα μας οι εκάστοτε Υπουργοί είναι απαραίτητο να προστατεύονται «ως ιερά πρόσωπα»!
Τέλος, θα επιθυμούσα να αναφερθώ και στο συνηθέστερο επιχείρημα το οποίο επικαλούνται όσοι συνηγορούν υπερ της διατήρησης του σημερινού άρθρου 86 του Συντάγματος.
Τι λένε, λοιπόν, όσοι τάσσονται υπέρ της διατήρησης της παρεμβολής της Βουλής στη δίωξη των λεγόμενων «υπουργικών αδικημάτων»;
Υποστηρίζουν , με άλλα λόγια, ότι η κατηγορία στις περιπτώσεις αυτές δεν έχει μόνο νομικό, αλλά και πολιτικό χαρακτήρα και για αυτό είναι απαραίτητο να συμμετέχει ένα πολιτικό όργανο, όπως η Βουλή.
Η συλλογιστική αυτή δεν είναι ορθή. Ναι μεν ζούμε σε μια χώρα με έντονη «κομματική αντιπαλότητα», αλλά η κρίση για το εάν διαπράχθηκε ένα αδίκημα από ένα πρόσωπο είναι καθαρά ΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ.
Αντίθετα, μόνο όταν παρεμβάλλεται η εκάστοτε τυχαία κυβερνητική πλειοψηφία οι κατηγορίες κομματικοποιούνται!
Το συμπέρασμα;
Έχω μεγάλη αμφιβολία , εάν ο Πρωθυπουργός θέλει πράγματι να αλλάξει το άρθρο 86 του Συντάγματος .
Ανεξάρτητα όμως από τις προθέσεις του πρωθυπουργού, κατά τη γνώμη μου η συζητούμενη συνταγματική διάταξη είναι οπωσδήποτε αναγκαίο να τροποποιηθεί.
Ίσως η ποινική δίωξη σε αυτές τις περιπτώσεις να ανατεθεί σε ανώτερους εισαγγελικούς λειτουργούς ( κατά το πρότυπο του άρθρου 28 του ΚΠΔ).
Διαφορετικά οι Έλληνες πολίτες μονίμως θα πιστεύουν , ότι οι πολιτικοί στον τόπο μας δεν θα λογοδοτούν ποτέ για τα εγκλήματα τους.
Και αυτό είναι πολύ κακό για τη Δημοκρατία μας!
Ο Καλφέλης Γρηγόρης είναι Καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ





