«Η υπεράσπιση της διεθνούς νομιμότητας κρίνεται πλέον από τη στάση μας στο πεδίο των εξελίξεων. Η Ευρώπη μπορεί και πρέπει να σταθεί στα δικά της πόδια, αξιοποιώντας την πολιτική αυτοπεποίθηση που μέχρι σήμερα διστάζει να δείξει», δηλώνει στο «Β» ο Ντέιβιντ Ροντέν, κορυφαία αυθεντία στις ένοπλες συγκρούσεις, πρώην διευθυντής ερευνητικών ινστιτούτων στην Οξφόρδη και σύμβουλος παγκόσμιων οργανισμών, ο οποίος τιμήθηκε το 2011 από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ ως «Νέος Παγκόσμιος Ηγέτης», στον απόηχο των δηλώσεων του Ντόναλντ Τραμπ στο Νταβός.

Συνέντευξη στον Γιώργο Γούλα

Μετά την ομιλία του Τραμπ στο Νταβός, τι θα μπορούσε να κάνει η Ευρώπη για να «ορθώσει ανάστημα» απέναντι στις νέες προκλήσεις της αμερικανικής ηγεσίας;

«Το διεθνές δίκαιο δεν είναι κάτι δεδομένο· παραμένει ζωντανό ή πεθαίνει ανάλογα με το πώς αντιδρούν και τι αποδέχονται οι διεθνείς παίκτες. Αν εμείς, οι Ευρωπαίοι, πιστεύουμε πραγματικά σε αυτό, τότε οφείλουμε να αντισταθούμε σε όσους το παραβιάζουν, να τους κατονομάσουμε με σαφήνεια και να διασφαλίσουμε ότι οι πράξεις τους θα έχουν πραγματικό κόστος.

Είναι αλήθεια ότι χρειάζεται τεράστιο σθένος για να ορθώσεις ανάστημα απέναντι σε έναν ισχυρό «νταή». Όμως η ευρωπαϊκή ιστορία μάς έχει διδάξει, με τον πιο οδυνηρό τρόπο, πόσο εφιαλτική μπορεί να είναι η κατάληξη όταν επιλέγουμε την αδυναμία ή τον φόβο. Και, αντίθετα με ό,τι συχνά πιστεύουμε, η Ευρώπη διαθέτει περισσότερες επιλογές απ’ όσες της αναγνωρίζουμε».

Διαμορφώνει ο Ντόναλντ Τραμπ ένα νέο πρότυπο διεθνούς συμπεριφοράς για τα κράτη;

«Μία από τις πιο επικίνδυνες τάσεις που παρατηρούμε σήμερα είναι η πλήρης εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας να δικαιολογηθεί μια ενέργεια βάσει του Διεθνούς Δικαίου. Ο Τραμπ βάσισε τα επιχειρήματά του σχεδόν αποκλειστικά στο εσωτερικό δίκαιο των ΗΠΑ, αδιαφορώντας για το διεθνές πλαίσιο. Αυτό μπορεί μεν να μην δημιουργεί ένα νομικό προηγούμενο που μπορούν να επικαλεστούν άλλοι, όμως επιτυγχάνει κάτι πολύ χειρότερο: ομαλοποιεί την απροκάλυπτη παράκαμψη των διεθνών κανόνων, αφήνοντας τον κόσμο πιο ευάλωτο στην αυθαιρεσία».

Σε ποιο βαθμό οι θεσμοί του διεθνούς δικαίου αντανακλούν ακόμη τις σημερινές παγκόσμιες ισορροπίες ισχύος;

«Οι θεσμοί του διεθνούς δικαίου, όπως ο ΟΗΕ, το Συμβούλιο Ασφαλείας, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και άλλοι συναφείς οργανισμοί, δεν αποτέλεσαν ποτέ ένα αρμονικό και συνεκτικό σύστημα. Από τη συγκρότησή τους συνιστούν έναν σύνθετο και συχνά ατελή συμβιβασμό, μια προσπάθεια εξισορρόπησης θεμελιωδών ηθικών αρχών με τις κολοσσιαίες ασυμμετρίες της διεθνούς ισχύος.

Χαρακτηριστική έκφραση αυτού του συμβιβασμού είναι το δικαίωμα μόνιμου βέτο που παραχωρήθηκε, το 1945, στις πέντε ισχυρότερες τότε δυνάμεις, τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (Permanent Five members of the United Nations Security Council – P5). Ο ιστορικός αυτός συμβιβασμός δοκιμάζεται σήμερα από δύο κατευθύνσεις. Αφενός, τα κράτη που συγκροτούν το λεγόμενο P5 δεν κατέχουν πλέον την αδιαμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια κατανομή ισχύος.

Αφετέρου, έχει μεταβληθεί και η ίδια η κατανόησή μας για τις ηθικές αρχές που διέπουν τη διεθνή τάξη: η κρατική κυριαρχία δεν θεωρείται πλέον ότι μπορεί ή πρέπει να λειτουργεί ως προπέτασμα προστασίας για ηγέτες που καταπατούν συστηματικά τα δικαιώματα των λαών τους. Υπό αυτό το πρίσμα, τόσο το διεθνές δίκαιο όσο και οι θεσμοί που το υπηρετούν καθίστανται αναγκασμένοι να προσαρμοστούν.

Ωστόσο, η ριζική αναδόμηση της διεθνούς θεσμικής αρχιτεκτονικής φαντάζει εξαιρετικά δύσκολη χωρίς μια καταλυτική κρίση αντίστοιχη με εκείνη που ακολούθησε το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ελλείψει μιας τέτοιας ιστορικής τομής, η μόνη ρεαλιστική επιλογή παραμένει ο επίμονος και συστηματικός αγώνας στο εσωτερικό των υφιστάμενων δομών: με κριτική σκέψη, ανοιχτό διάλογο, πολιτική πίεση και, πάνω από όλα, ενεργό συμμετοχή στις δημοκρατικές διαδικασίες».

Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, μπορεί κατά τη γνώμη σας ένας ηγέτης όπως ο Μαδούρο να επικαλείται την κρατική κυριαρχία, όταν έχει πλέον χάσει τη δημοκρατική του νομιμοποίηση;

«Πολλοί έσπευσαν να καταδικάσουν την επέμβαση ως κατάφωρη παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας της Βενεζουέλας και, από τη σκοπιά του Διεθνούς Δικαίου, αυτή η ανάγνωση είναι κατ’ αρχήν ορθή, καθώς η κυριαρχία απαγορεύει κάθε μορφή στρατιωτικής παρέμβασης.

Ωστόσο, αν το ζήτημα ιδωθεί υπό ηθικό πρίσμα, η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη. Η κυριαρχία ανήκει πρωτίστως στον λαό και όχι σε μια κυβέρνηση που έχει απωλέσει τη νομιμοποίησή της. Στην περίπτωση του Νικολάς Μαδούρο, η απώλεια αυτή είναι υπαρκτή, ιδίως μετά τη νοθεία των εκλογών του 2024 και τις σοβαρές ενδείξεις για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Παρά ταύτα, το γεγονός ότι ο Μαδούρο δεν δικαιούται να επικαλείται την εθνική κυριαρχία δεν καθιστά αυτομάτως τη συγκεκριμένη επιχείρηση δικαιολογημένη.

Το πρώτο κρίσιμο ερώτημα αφορά τις συνέπειες: κατά πόσο μια τέτοια επέμβαση ενέχει τον κίνδυνο γενικευμένης αποσταθεροποίησης, όπως έχει δείξει η εμπειρία των δυτικών επεμβάσεων και ιδίως το Ιράκ το 2003, ακόμη κι όταν επιδιώκεται η ανατροπή της ηγεσίας χωρίς διάλυση των κρατικών δομών.

Το δεύτερο, εξίσου ανησυχητικό ζήτημα αφορά τα πραγματικά κίνητρα πίσω από τις κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Όταν στο προσκήνιο προβάλλει ο έλεγχος των πετρελαϊκών πόρων, ενώ την ίδια στιγμή επιδεικνύεται αδιαφορία για την τύχη των δημοκρατικών ηγετών της αντιπολίτευσης, όπως ο Εντμούντο Γκονζάλες και η Μαρία Μασάδο, τότε τα κίνητρα αυτά εμφανίζονται ως βαθιά ιδιοτελή».