Στα πενήντα δύο χρόνια της μεταπολιτευτικής περιόδου, ίσως είναι η πρώτη φορά που η χώρα βρίσκεται σε συνθήκη τέλειου πολιτικού αδιεξόδου. Για όποια και όποιον ζει αληθινά μέσα στην κοινωνία και κατανοεί την κατάσταση, είναι προφανές και ομολογείται ευρέως, μια γενικευμένη απόρριψη και έλλειψη εμπιστοσύνης προς το λεγόμενο πολιτικό σύστημα. Αν μάλιστα κάποιος αφιερώσει ελάχιστο χρόνο στο να διαβάσει βασικά ευρήματα των μετρήσεων που αφορούν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, θα εξαγάγει αβίαστα ένα συμπέρασμα.
Οι Ελληνίδες και οι Έλληνες δεν εμπιστεύονται επί της ουσίας κανέναν θεσμό από αυτούς που συγκροτούν μια νεωτερική, φιλελεύθερη δημοκρατία. Νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία, θεσμοί όπως οι ανεξάρτητες αρχές ή τα συνδικάτα, φυσικά πολιτικοί, κόμματα και δημοσιογράφοι, εμπνέουν ελάχιστη και ενίοτε μηδενική εμπιστοσύνη στους πολίτες. Στον αντίποδα, θεσμοί όπως η οικογένεια, η εκκλησία και ο στρατός βρίσκονται στην κορυφή της λίστας με μεγάλη διαφορά.
Ένα ακόμα στοιχείο που αξίζει να σημειωθεί, είναι πως το ποσοστό των πολιτών που θεωρεί πως η λέξη που κατεξοχήν χαρακτηρίζει το πολιτικό σύστημα είναι η ‘’διαφθορά’’, ξεπερνάει συχνά το 80%. Δε χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση αναφορικά με το τι σημαίνει αυτό για μια κοινωνία και τη συνοχή της. Αρκεί ν’ αναρωτηθεί κανείς, αν υπό αυτές τις συνθήκες είναι δυνατόν να κυβερνηθεί πραγματικά μια χώρα και να λαμβάνονται σοβαρές αποφάσεις, ή απλώς να γίνεται ρηχή διαχείριση της επικαιρότητας που κρατάει τη χώρα στάσιμη, στην καλύτερη περίπτωση.
Στο αμιγώς πολιτικό πεδίο και χωρίς να χρειαζόμαστε κάποια δημοσκόπηση να μας διαφωτίσει, είναι ξεκάθαρο πως η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας απορρίπτεται ριζικά και οριστικά από την συντριπτική πλειονότητα των πολιτών. Αναφέρομαι στο σύνολο των πολιτών και όχι μόνο των συμμετεχόντων στις εκλογές ή όσων απαντούν στις διάφορες μετρήσεις. Στο «όλον» της κοινωνίας. Την ίδια στιγμή και παραμένοντας στο πλήρες σύνολο των πολιτών, είναι εμφανές ότι δεν έχει σχηματιστεί κυβερνητική δυναμική και πλειοψηφικό ρεύμα γύρω από κάποιο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όλα τα παραπάνω συστατικά σε συνδυασμό και σε διαρκή αλληλεπίδραση, έχουν γεννήσει το πρωτόγνωρο φαινόμενο, η αδιαφορία, η απάθεια και η επιλογή της αποχής να ξεπερνά το 50% ίσως και 60% των πολιτών.
Απότοκο αυτής της συνθήκης, είναι η κυβέρνηση που έχουμε αυτή τη στιγμή, να είναι φυσικά νόμιμη και εκλεγμένη ελεύθερα και δημοκρατικά, αλλά να έχει αρθεί η πραγματική πολιτική και κοινωνική της νομιμοποίηση και αποδοχή σε βαθμό απολύτως καθοριστικό. Δεν την εμπιστεύεται η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πορεία της χώρας. Το ίδιο σενάριο είναι πιθανό να επαναληφθεί και με την επόμενη κυβέρνηση που θα σχηματιστεί, μετά απ’ όσες εκλογικές αναμετρήσεις κι αν προκύψει αυτή.
Προφανώς θα είναι νόμιμα και δημοκρατικά εκλεγμένη, αλλά ενδέχεται να είναι εξ αρχής απονομιμοποιημένη πολιτικά και το έργο της αδύνατο να υλοποιηθεί πρακτικά, καθότι θα προκύψει από πολύ χαμηλή συμμετοχή στις κάλπες και επί της ουσίας θα είναι μη αποδεκτή από την κοινωνία. Δηλαδή, μοιάζει πολύ πιθανό, να προκύψει κυβέρνηση που από την πρώτη μέρα της θητείας της θα απορρίπτεται από τον λαό τον οποίο θα κληθεί να κυβερνήσει. Σπάνια, αν όχι πρωτοφανής εξέλιξη η οποία θα μας κρατάει σε στασιμότητα, αν δε μας στέλνει προς τα πίσω, όπως συμβαίνει εδώ και πολύ καιρό ήδη. Η χώρα βρίσκεται σε βαθιά κρίση αντιπροσώπευσης και δεν αποκλείεται αυτή να επιδεινωθεί περαιτέρω.
Όλα αυτά λαμβάνουν χώρα σ’ ένα πολύ δύσκολο και επισφαλές πολιτικό περιβάλλον, διεθνές και εσωτερικό. Διεθνώς, όσα συμβαίνουν με πρωταγωνιστή κυρίως τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, πισωγυρίζουν τον πλανήτη σε προπολεμικές και σκοτεινές εποχές όπου αμφισβητούνται βασικές, ανθρώπινες και δημοκρατικές αξίες.
Στο εσωτερικό, όλο το φάσμα πολιτικής, από την οικονομία μέχρι τη λειτουργία των θεσμών αντιμετωπίζουν σοβαρά και βαθιά προβλήματα που η σημερινή πολιτεία αδυνατεί και μάλλον δε θέλει, να διορθώσει. Αρκεί κανείς να ανιχνεύσει τις προσδοκίες των πολιτών για το εγγύς μέλλον σε σχέση με το παρόν, ώστε να μην έχει καμία αμφιβολία για την εγχώρια κατάσταση. Σχεδόν όλες και όλοι πιστεύουν χωρίς δεύτερη σκέψη ότι το αύριο θα είναι θεαματικά χειρότερο από το σήμερα. Μια τέτοια εξέλιξη γκρεμίζει κάθε δυνατότητα συλλογικής και κοινωνικής λειτουργίας που θα μπορούσε να βελτιώσει τα πράγματα.
Με άλλα λόγια, η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση βούλιαξε στην ακρίβεια, στην εισοδηματική και στεγαστική αγωνία, στο άγχος και στην έλλειψη ελεύθερου χρόνου των ανθρώπων καθώς προσπαθούν να διεκπεραιώσουν την ολοένα και πιο δύσκολη καθημερινότητα, στα Τέμπη, στις υποκλοπές, στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στη διαχείρισή τους εκ των υστέρων αλλά και στην ανεπάρκεια και έλλειψη διάθεσης για μεταρρυθμίσεις που θα οδηγούσαν σε βελτίωση της ζωής όλων. Επίσης, οι νέου τύπου «αντισυστημικοί» σωτήρες και λυτρωτές, κοινοβουλευτικοί και μη, αποδεικνύονται περιπτώσεις που είναι από γραφικές ως επικίνδυνες και μας πείθουν ότι σωτηρία δεν υπάρχει, αν οι πολίτες δεν περάσουν από την αποχή και την ανεπίγνωστη ανάθεση στη διαρκή συμμετοχή.
Ίσως για πρώτη φορά στα μεταπολιτευτικά χρόνια είναι τόσο καίριο στοιχείο το ποσοστό της συμμετοχής στις εκλογές. Από αυτό θα εξαρτηθεί το κατά πόσο θα έχουμε μια κυβέρνηση στοιχειωδώς αποδεκτή από την κοινωνία ως σύνολο ή όχι. Ώστε να δύναται να κυβερνηθεί ουσιαστικά η χώρα ή όχι, κατ’ επέκτασιν. Ίσως είναι μια χρονική συγκυρία κρίσιμη κατά την οποία οι πολίτες οφείλουν ν’ αλλάξουν στάση αναφορικά με το αν στο πρόβλημα απαντάμε με αποχή ή με συμμετοχή. Να ενημερωθούν, να κατανοήσουν, να σκεφτούν αληθινά και να επιλέξουν συνειδητά την επόμενη πολιτική στροφή. Να πάρουν, να πάρουμε την ευθύνη του τόπου μας με σοβαρότητα. Ίσως έτσι, καταφέρουμε για πρώτη φορά να μην μάθουμε τι μας βρήκε, αφού μας βρει.
* Ο Βασίλης Παυλίδης είναι οικονομολόγος



