Η 6 Ιανουαρίου του 1821, αναφέρεται στην ελληνική ιστοριογραφία, ως η ημέρα που ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, δεκαπέντε χρόνια μετά τη φυγή του στην αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο, επιστρέφει στην Πελοπόννησο, με μοναδικό στόχο να προετοιμάσει μαζί με τους υπόλοιπους μυημένους την επανάσταση των Ελλήνων ενάντια στον οθωμανικό ζυγό.

Οι Τούρκοι βέβαια τον «περίμεναν» ήδη.

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 25.10.1930, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Γράφει το ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ της 25ης Οκτωβρίου 1930:

«Πολύ πριν πατήση στη Μάνη ο Κολοκοτρώνης – ήταν εκεί! Τον είχε ξεμπαρκάρη, ένα μήνα πριν η φαντασία των Τούρκων. Ένοιωθαν το ηφαίστειο να βράζη κάτω από τα πόδια τους.

»Στον κρυφό πανικό τους, όπου να γύριζαν τα μάτια, έβλεπαν μπροστά τους, παντού, ένα πελώριο φάντασμα: Τον Κολοκοτρώνη. ΄Έτσι, πριν οι προεστοί της Καρύταινας τον διορίσουν, όπως θα ιδούμε, στρατηγό κι η Γερουσία του Μωρηά τον αναγνωρίση αρχιστράτηγο, τούχε δώσει αυτή τη θέσι, στη συνείδισί του μέσα, πρώτος ο εχθρός.

»Ήταν ο καλλίτερος διορισμός πούλαβε ποτέ ο Κολοκοτρώνης. Οι Τούρκοι έβλεπαν, πολύ πριν το δείξουνε τα ιστορικά περιστατικά, ότι αυτός ήταν ο άνθρωπος της μεγάλης ώρας. Ότι χωρίς αυτόν ήταν αδύνατον να κουνηθή κανένας».

Ο άνθρωπος της μεγάλης ώρας

Ο Κολοκοτρώνης έλειπε χρόνια από τον Μοριά, οι Πελοποννήσιοι όμως ήταν ενήμεροι για την πορεία και εξέλιξη του από το 1806 και μετά, ενώ δεν θα μπορούσαν να έχουν ξεχάσει την ηρωική του δράση τον καιρό της κλεφτουριάς.

«Οι αγώνες του στα βουνά και ο γλυτωμός του, σαν από θαύμα, τον καιρό του μεγάλου κατατρεγμού της κλεφτουριάς. Ο ιπποτικός τρόπος, που ήρθε και πολέμησε, στον πύργο του Αλή Φαρμάκη, επί εξήντα μέρες, το στρατό του Βελή. Η δράσι του σαν κουρσάρου και τέλος τα κατορθώματά του στη Λευκάδα, είχαν δημιουργήση, γύρω από το πρόσωπό του, ατμόσφαιρα μυθική ανίκητου πολεμάρχου».

Στην «αυγή» του 1821, πριν καν ξαναπατήσει σε πελοποννησιακό έδαφος, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αποτελούσε μεγάλο φόβητρο για τους Τούρκους και στήριγμα για τους υπόδουλους Έλληνες. Γνωρίζοντας ότι δεν είχε τίποτα να περιμένει από τις ξένες δυνάμεις, ήταν αποφασισμένος να πάρει στις πλάτες του την οργάνωση του Αγώνα.

«Ο Κολοκοτρώνης ερχότανε να δώση το σύνθημα των καπεταναίων: Η Ελλάς με την Ελλάδα και μόνο από την Ελλάδα. Και οι Έλληνες ό,τι κάμουν με το σπαθί τους. Ήταν ο μόνος που μπορούσε να βάλη στο κεφάλι των άλλων αυτή την αλήθεια, τη μεγάλη και τη σωτηρία».

Ο Κολοκοτρώνης δεν ερχόταν για να συνεχίσει τη δράση της κλεφτουριάς, αλλά για να ηγηθεί ενός εθνικού αγώνα.

«Η περίοδος των αγώνων της κλεφτουριάς έκλεινε, για ν’ ανοίξη ο μεγάλος εθνικός αγώνας. Κανένας περισσότερο από τον Κολοκοτρώνη, δεν ήταν πιο κατάλληλος να εγκαινιάση αυτή την ιστορική στροφή. Ήταν από τους τελευταίους αντιπροσώπους της μεγάλης γενηάς των κλεφτών, πούσβυνε τώρα. Κι ένας από τους πρώτους σημαιοφόρους της εθνικής πειθαρχίας. Ήταν κι απ’ αυτή την άποψι ο άνθρωπος της μεγάλης τούτης ώρας».

Ο Κολοκοτρώνης επέστρεφε στην ιδιαίτερη πατρίδα του γνωρίζοντας άριστα με ποιους θα πολεμήσει ποιους και σε ποιο πεδίο μάχης.

«Ο Κολοκοτρώνης έρχεται στη Μάνη ν’ ανοίξη τη σκηνή των αιμάτων με τα μεγαλείτερα εφόδια: Αφάνταστη γνώσι του θεάτρου του πολέμου.

»Δεν υπάρχει βουνό, καταρράχι, διάσελο, ρεματιά, πλαγιά, γιδόστρατα, δημοσά, κάμπος, οροπέδιο, που να μην τώχη γυρίσει δέκα φορές και να μην το θυμάται.

»Κι όπως ξέρει τους τόπους, έτσι ξέρει και τους ανθρώπους. Τον εχθρό πούχει πολεμήση αδιάκοπα τόσα χρόνια. Τα χούγια του, την ψυχολογία του, τα συστήματά του. Ξέρει, όσο κανείς άλλος, τον λαό του: Τα παραμύθια του, τα τραγούδια του, της προλήψεις του, τα μυαλά του»

Έτσι στις 6 Ιανουαρίου του 1821, όταν η άφιξη του Κολοκοτρώνη αρχίζει να μεταδίδεται από στόμα σε στόμα, δημιουργεί στους Οθωμανούς μεγάλη ανησυχία, και πρόσφορο έδαφος για φημολογίες.

«Άλλοι λένε ότι πως έχει ξεμπαρκάρει με πέντε χιλιάδες, άλλοι μ’ έξη κι άλλοι με δέκα.  “Εγώ, γράφει χιουμοριστικά ο Κολοκοτρώνης, ήμουν με τέσσερους”. Οι Τούρκοι που τον έλεπαν με χιλιάδες δεν είχαν άδικο. Μονάχα που η φαντασία του, κεντρισμένη από τον τρόμο, έτρεχε με ρυθμό γοργότερο από τα γεγονότα».

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 25.10.1930, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Γράφει ο Σπυρός Μελάς, στο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» της 26ης Οκτωβρίου 1930.

«Ήταν ψιλοχιονισμένα [τα μαλλιά] του Κολοκοτρώνη, όταν βγήκε στη Σκαρδαμούλα της Μάνης στης 6 Γενάρη 1821: Είχε κλείση τα πενηνταένα κι έμπαινε στα πενηνταδυό. Ούτε τόσο γέρος, που να μη μπορή να κρατήση της κακουχίες της εκστρατείας, ούτε τόσο νέος, πού νάνε κίνδυνος να παρασυρθή σε πράξεις αζύγιστες».

Το στρατηγείο του Κολοκοτρώνη

Τόπος διαμονής του Κολοκοτρώνη στην Καρδαμύλη, ήταν ο πύργος του Παναγιώτη Μούρτζινου, μέλους της ισχυρής οικογένειας των  Τρουπάκηδων.

«Ο Μούρτζινος τον δέχεται μ’ ανοιχτή αγκαλία. Είχε βγη νύχτα, κρυφά, κάνει το παν να κρατήση μυστική την παρουσία του. Αρχίζει όμως, από την πρώτη στιγμή, την ενέργειά του αθόρυβα, μαλακά, φρόνιμα σαν το περπάτημα του λύκου».

Με την άφιξη του στη Μάνη, ο Κολοκοτρώνης είχε δύο πρωταρχικούς στόχους. Να επιτύχει τη συμφιλίωση ανάμεσα στους ισχυρούς Μανιάτες και να δώσει το σύνθημα της επανάστασης σε όλες τις επαρχίες του Μοριά.

Την ίδια στιγμή ήθελε να καταστήσει σαφές, ότι και ο ίδιος σκόπευε να ξεχάσει, παλιές δυσάρεστες ιστορίες.

«Είχε προηγούμενα , είδαμε, με τη Μάνη. Και καλά και κακά. Τον είχαν προδόση, τον είχαν κυνηγήση: Παράγγειλε σ’ όλους, ότι έσβυσε τους πλαηούς λογαριασμούς, ότι τα πάθη του τα είχε ρίξη στη θάλασσα, τώρα που ‘ρχότανε από τη Ζάκυνθο»

Ο Κολοκοτρώνης κηρύττει μυστικά την Επανάσταση

Από τις πρώτες κιόλας ώρες της άφιξης του Κολοκοτρώνη στην Καρδαμύλη, ξεκίνησαν πυρετώδεις μυστικές διαβουλεύσεις.

«Μυστικά φώναζε, τη νύχτα, στο σπίτι του Μούρτζινου, έναν-έναν, τους ανθρώπους πούχαν επιρροή. Και τους εξώρκιζε να ενωθούν. Δεν εύρισκε πολύ μεγάλες δυσκολίες σ’ αυτό γιατί ο Περραιβός, σταλμένος από τη φιλική εταιρεία, είχε πετύχη από της μεγάλες φαμίλιες που τρωγόντουσαν να κάμουν συνθήκη»

Πιστοί απεσταλμένοι του Κολοκοτρώνη μετέφεραν το μήνυμά του σε ολόκληρο τον Μοριά.

«Στη Μεσσηνία, στο Μιστρά, την Καρύταινα, το Φανάρι, το Λιοντάρι, όλη την Αρκαδία, την Τριπολιτσά. Ειδοποιούσε όσους είχαν  δύναμι να του στείλουν πιστά πρόσωπα, να πάρουν της οδηγίες του»

Την ίδια στιγμή, ο Κολοκοτρώνης, κάθε βράδυ στην Καρδαμύλη, κήρυττε την ανάγκη για επανάσταση, χωρίς άλλες αναβολές,  προσπαθώντας να φουντώσει την φλόγα για τον επαναστατικό αγώνα.

«Ίσκοι γλυστρούσαν τη νύχτα στο σπίτι του Μούρτζινου. Χαιρετούσαν τον Κολοκοτρώνη, τον άκουγαν με βαθειά συγκίνησι και θρησκευτική προσοχή. Σ’ όλους έλεγε:

– Παλληκάρια όσα μπορείτε, άρματα, μπαρούτι, βόλια. Εικοσιπέντε του Μάρτη, γενικός ξεσηκωμός.
Ούτε στιγμή αναβολή. Με κανένα λόγο, με καμμιά πρόφασι. Όποιος και να το πη.
Άμα πιάσετε τ’ άρματα πρώτη σας δουλειά να παστρέψη ο καθένας σας την επαρχία του από τους Τούρκους.
Αν προφθάσουν και λεισθούν στα κάστρα, θα τα πολιορκήσετε»

Οι τοπικοί άρχοντες

Ο Κολοκοτρώνης προσπαθούσε με κάθε μέσο να εμψυχώσει και να πείσει τους τοπικούς άρχοντες να επαναστατήσουν.

»Ο λόγος του σκλάβωνε, υπνώτιζε. Για να τους δώση κουράγιο έλεγε στον καθένα χωριστά και ιδιαίτερα:

– Άμα κυκλώσετε το κάστρο έφθασα κι εγώ με τα στρατεύματα!

Σ’ όλους έδινε την ίδια υπόσχεσι. Θα πήγαινε ο ίδιος “μεντάτι” – βοήθεια – στον καθένα. Θα ήτανε ο “πανταχού παρρών”.

»Σ’ αυτή τη δουλειά τον βοήθαγαν οι δικοί του, τα ξαδέρφια του, ο ανηψιός του, ο Παπαφλέσσας από το μέρος του που ήταν  σ’ αδιάκοπη συνεννόησι μ’ ένα σωρό ανυπόμονα στοιχεία, ο Αναγνωσταράς, όλοι οι άνθρωποι του σπαθιού, οι μπασμένοι  στη φιλική, που δεν ήθελαν ν’ ακούσουν γι’ αναβολή».

Έτσι σιγά σιγά άρχισαν να υφαίνονται τα νήματα της προετοιμασίας της επανάστασης, που φτάνοντας σε ολόκληρο τον Μοριά ξεκινούσαν από τα χέρια του Κολοκοτρώνη, που τα βράδυ «οργίαζε» και την ημέρα έριχνε στάχτη στα μάτια των Τούρκων.

«Η Σκαρδαμούλα γίνηκε το μυστικό στρατηγείο της επανάστασης. “Εθεωρείτο-, μας λέει ο Γενναίος, ο γυιός του Κολοκοτρώνη, στα υπομνήματά του – ως στρατιωτική εστία και ως κέντρον διά την έκρηξιν της επαναστάσεως”. Αυτά γινόντανε τη νύχτα. Την ημέρα καμμιά κίνησι. Έπαιζαν, γελούσαν , έρριχναν το λιθάρι».

Τριπολιτσά

Οι Τούρκοι ενημερώνονται

Η επιστροφή του  Κολοκοτρώνη στον Μοριά δεν θα μπορούσε να αφήσει αδιάφορη την τουρκική εξουσία της Τριπολιτσάς, στην οποία η πληροφορία έφτασε από ελληνικά χείλη.

«Το σούσουρο τώρα φούντωσε διπλό και τριπλό. Άνθρωποι του Πετρόμπεη πήγαν το μαντάτο στην Καλαματά κι από κει τώμαθαν στην Τριπολιτσά.

Η πλευρά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη δικαιολόγησε την πράξη της ως εξής:

«Δεν ήθελε μ’ αυτό να καταστρέψη ο μπέης τον Κολοκοτρώνη. Οι Τούρκοι θα το μάθαιναν που θα το μάθαιναν. Αυτός ήθελε μονάχα να διώξη την ευθύνη. Να μη νομίσουν ότι τον είχε προσκαλέση»

Ο Γέρος σε κλοιό κατασκόπων

Έτσι, οι Τούρκοι έστειλαν στον Κολοκοτρώνη κατασκόπους.

«Διάλεξαν μερικούς Οθωμανούς πιστούς πούξεραν καλά τα ελληνικά, τους έντυσαν ραγιάδικα και τους απόλυσαν.

»Οι κατάσκοποι αυτοί , αρκαδινοί και Μιστριώτες, πήγαν στη Σκαρδαμούλα, γλύστρησαν ως το σπίτι του Μούρτζινου. Γύρισαν και είπαν στις αρχές:

Ευρήκαμε ένα γέρο κι έπαιζε της αμάδες!»

Οι Τούρκοι καθησυχάστηκαν εν μέρει, καθώς πίστευαν ότι είχε φέρει μαζί του στρατό.

Είχαν όμως από πολλές πηγές – προδοσίες την πληροφορία ότι ετοιμάζει επανάσταση.

«Αυτό τόξεραν από ανακοινώσεις ξένων. Από τα χαρτιά του Υπάτρου, αποστόλου της φιλικής που πήγαινε στα Γιάννινα και, προδομένος, πιάστηκε από τους Τούρκους, από την άλλη προδοσία της μπαρούτης πούφτιαναν στη Δημητσάνα, από μια Τρίτη προδοσία του Σωτήρη Κουγιά, από μια τέταρτη προδοσία του παπά-Παντελή, από το Κουτσοπόδι που είπε στο φίλο του Σαλήμ εφέντη – κι αυτός στον Κιαμήλ, στ’ Ανάπλι – πως η συσκέψι της Βιστίτσας (σ.σ. Βοστίτσας) ήταν για επανάσταση»

Ο Μοριάς, του Nicolas Sanson

Η ελληνική αισιοδοξία και τα μέτρα των Τούρκων

Παρ’ όλα αυτά άρχιζε να πνέει στους Έλληνες της Τριπολιτσάς ένας άερας σιγουριάς και αισιοδοξίας.

«Το μυστικό έτρεχε στους δρόμους μέσα στην Τριπολιτσά. Οι Έλληνες ήταν τόσο σίγουροι για την καταστροφή των Τούρκων, ώστε στης τρομαγμένες γυναίκες τους έλεγαν ότι το βράδυ θα κοιμηθούν σκλάβες και το πρωί θα ξυπνήσουν ελεύθερες: Τη νύχτα θα ορμούσαν απ’ έξω πλήθος τ’ αρματωμένα παλληκάρια στην πολιτεία, για να ενωθούν με τους από»

Οι Τούρκοι θέλησαν να μάθουν από τον Μαυρομιχάλη τους ακριβείς σκοπούς του Κολοκοτρώνη.

«Τους αποκρίθηκε ψευτιές: Ότι τάχα είχε φθάση κατατρεγμένος, δυστυχισμένος, απένταρος. Να ζητήση παληά χρέη, από τους φίλους του βοήθεια, και να φύγη πίσω στη Ζάκυνθο».

Οι ισχυρισμοί του Μαυρομιχάλη δεν έπεισαν κι έτσι οι Τούρκοι πήραν τα μέτρα τους

«Η διοίκησι του Μωρηά δεν τα χαύτει εύκολα όλα τούτα. Και τον φώναξαν ν’ ανέβη ο ίδιος στην Τριπολιτσά. Θέλουν να τον κρατήσουν όμηρο εκεί πέρα. Προφασίζεται ότι έχει ποδάγρα. Δίνει όμως υπόσχεσι ότι θα στείλη δύο απ΄τα παιδιά του, ενώ κι άλλο παιδί του τώχε στην Πόλι όμηρο».

Τα πράγματα είχαν αρχίσει να περιπλέκονται και ο Κολοκοτρώνης γνώριζε πολύ καλά ότι όσο πιο πολύ θα έπειθε τους Έλληνες τόσο πιο πολύ θα ερέθιζε τους Τούρκους.

Ο δρόμος προς την Ελευθερία όμως ήταν για τον Κολοκοτρώνη μονόδρομος και είχε αποφασίσει να τον ακολουθήσει μέχρι τέλους, όποιο κι αν ήταν αυτό.