Με κριτική διάθεση σχολίασε τη συνάντηση στις Βρυξέλλες των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας, Γιώργου Γεραπετρίτη και Χακάν Φιντάν αντίστοιχα, η Ρένα Δούρου.
Αρχικά η βουλεύτρια και τομεάρχισσα Εξωτερικών του ΣΥΡΙΖΑ ανέφερε σκωπτικά πως «άλλη μία – έχουμε πλέον χάσει τον αριθμό -, συνάντηση του κ. Υπουργού Εξωτερικών με τον Τούρκο ομόλογό του, έγινε χθες, στο περιθώριο της συνάντησης των ΥΠΕΞ του NATO που διεξάγεται σήμερα στις Βρυξέλλες.
Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, που επικαλούνται πηγές του ΥΠΕΞ, συζητήθηκαν «η πορεία των διμερών σχέσεων, οι διεθνείς εξελίξεις και τα περιφερειακά θέματα». Αποφάσισαν σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ότι η επόμενη συνάντηση των δύο υπουργών θα γίνει στην άτυπη συνάντηση των ΥΠΕΞ του NATO τον Μάιο, το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας μετά το Πάσχα ενώ θα οργανωθεί ελληνική επιχειρηματική αποστολή στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές Μαΐου».
Η κ. Δούρου αναρωτήθηκε αν «απαιτούσαν άραγε αυτά τα θέματα έκτακτη συνάντηση των δύο ΥΠΕΞ, που δεν περιλαμβανόταν στις συναντήσεις που είχε ανακοινώσει το Υπουργείο στις 2/4» και τι επείγον υπήρχε».
«Ή μήπως ήσαν απλά το πρόσχημα – το περιτύλιγμα; – για άλλα, πιο κρίσιμα ζητήματα;» συνέχισε στο ίδιο μήκος κύματος.
«Εν τέλει τι συζήτησαν πραγματικά οι δύο υπουργοί;» απόρησε ρητορικά.
«Μόνο μια σαφής στρατηγική μπορεί να αντιμετωπίσει την τουρκική προκλητικότητα»
Κι αποκρίθηκε πως «τίποτε δεν μπορεί να αποκλειστεί από τη στιγμή που η σημερινή κυβέρνηση εφαρμόζει συστηματικά μυστική διπλωματία ενώ δεν διαθέτει συγκροτημένη εθνική στρατηγική για την αντιμετώπιση του τουρκικού αναθεωρητισμού της ‘Γαλάζιας Πατρίδας’ που αμφισβητεί συστηματικά την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας – πρόσφατο παράδειγμα αυτής της επικίνδυνης εξωτερικής πολιτικής είναι η ουσιαστική εγκατάλειψη της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδος – Κύπρου».
Όπως κατέληξε η Ρένα Δούρου «πάγια θέση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ότι μόνο μια σαφής στρατηγική για τις διμερείς σχέσεις μπορεί να αντιμετωπίσει την τουρκική προκλητικότητα. Μια σαφής στρατηγική με διατήρηση ζωντανής της προοπτικής οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ στη Χάγη, με κόκκινες γραμμές την κυριαρχία και άμυνα των νησιών, το δικαίωμα επέκτασης μέχρι τα 12 νμ και τον μη-εγκλωβισμό ελληνικού νησιού σε τουρκική υφαλοκρηπίδα. Μια σαφής στρατηγική που να συνδέει την προσφυγή στην Χάγη με τις ευρωτουρκικές σχέσεις.
Τη στρατηγική που η κυβέρνηση αρνείται και απορρίπτει πεισματικά επιλέγοντας την διπλωματία… των διαδοχικών συναντήσεων των ΥΠΕΞ, με άγνωστη ατζέντα… Μια εμμονή εθνικά επικίνδυνη σε καιρούς αβεβαιότητας και αστάθειας».



