Στις 2 περίπου τα ξημερώματα της 8ης Δεκεμβρίου 1966, συντελείται μία από τις μεγαλύτερες ναυτικές τραγωδίες στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας.

Το επιβατικό – οχηματαγωγό Ηράκλειον, μεταφέροντας τουλάχιστον 276 επιβάτες και πλήρωμα από το λιμάνι της Σούδας στον Πειραιά βυθίζεται σε σημείο κοντά στην ακατοίκητη βραχονησίδα Φαλκονέρα.

«ΤΟ ΒΗΜΑ» των ημέρων εκείνων, αποτυπώνει το μέγεθος της τραγωδίας:

«Συνεκλονίσθη η Ελλάς – και εθνικόν είναι το πένθος- από την τραγωδίαν του οχηματαγωγού “Ηράκλειον”- το οποίον εβυθίσθη, χθες, περί την 2.30 π.μ. εις την θαλάσσιαν περιοχήν μεταξύ Φαλκονέρας και Αντιμήλου Κυκλάδων.

»Τα θύματα υπερβαίνουν τα 200. Ο ακριβής αριθμός των απολεσθέντων και αγνοουμένων επιβατών και μελών του πληρώματος του “Ηράκλειον” δεν είναι γνωστός διότι ενώ από τα Χανιά απεστάλη εις το υπουργείον Ναυτιλίας πίναξ με 237 ονόματα (167 επιβατών και 70 μελών πληρώματος) η πλοιοκτήτρια εταιρεία ανέφερεν ότι εταξίδευον, συνολικώς με το σκάφος 270 άτομα.

(…)

»Μέχρι του μεσονυκτίου είχον διασωθή από ελληνικά και ξένα σκάφη 46 άτομα, ενώ μετεφέρθησαν εις τον Πειραιά και 35 πτώματα ναυαγών, τα οποία ανεσύρθησαν από την θάλασσαν.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 9.12.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Τα αίτια

»Η βύθισις του “Ηράκλειον” οφείλεται, βάσει των αφηγήσεων των διασωθέντων ναυαγών, εις κατακλυσμόν του μεγάλου κύτους τους σκάφους όπου “τοποθετούνται” τα αυτοκίνητα, από τεραστίους όγκους ύδατος.

»Η μία (η δεξιά) από τας δύο θύρας εισόδου των οχημάτων κατεστράφη λόγω κτυπημάτων τα οποία εδέχθη από αυτοκίνητον – ψυγείον, των 25 τόννων, που είχε τοποθετηθή καθέτως προς τας δύο θύρας και προφανώς λόγω του κλυδωνισμού του σκάφους μετετράπη εις φοβερόν καταπέλτην!

»Από το ρήγμα εισέρρευσαν όγκοι θαλασσίου ύδατος, το σκάφος κατεκλύσθη και εντός 13 λεπτών εβυθίσθη. Πολλοί από τους επιβαίνοντας ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, με ατομικά σωσίβια ή σχεδίας αλλά ο θάνατός τους επερίμενε μέσα στα παγωμένα κύματα ενώ εμαίνετο η θαλασσοταραχή και η ταχύτης ανέμου είχε φθάσει τα 9 “μποφώρ”, δηλαδή 50-55 μίλια. Ένας απίστευτος εφιάλτης.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 9.12.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Κακοκαιρία

»Το “Ηράκλειον” είχε αποπλεύσει από τα Χανιά το απόγευμα της Τετάρτης ενώ επεκράτει σχετική θαλασσοταραχή με ταχύτητα ανέμου πέντε “μποφώρ”. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι εάν δεν συνέβαινεν η διάλυσις της θύρας από τον καταπέλτην – ψυγείον ασφαλώς το σκάφος θα έφθανεν έστω και μετά σκληράν δοκιμασίαν, εις τον προορισμόν του. (…)

Αρχίζει η αγωνία

»Και αρχίζει η μεγάλη αγωνία. Πρώτοι πληροφορούνται την τραγωδίαν οι αναμένοντες εις τον Πειραιά συγγενείς των επιβατών. Και το πανελλήνιον ακούει από το ραδιόφωνον, τις 8 το πρωί, την τραγικήν πληροφορίαν.

»Την δραματικήν ατμόσφαιρα που επικρατούσε χθες το πρωί στον Πειραιά και ιδιαίτερα στο λιμάνι επέτεινε το γεγονός, ότι οι πληροφορίες ήσαν ελλειπείς. (…) Οι συγγενείς των επιβατών, που είχαν συρρεύσει κατά εκατοντάδες στα γραφεία της εταιρείας και στο Λιμεναρχείο για να πληροφορηθούν κάτι συγκεκριμένο, τελούσαν σε καταφανή εκνευρισμό και ταραχή.

»Πολλοί απ’ αυτούς άρχισαν να πιστεύουν πως το πλοίο έπαθε απλώς κάποιο ατύχημα και πως οι δικοί τους είναι καλά. Άλλοι συναισθάνονταν τα δραματικά περιστατικά και ανελύοντο σε κλάματα. Άλλοι ακόμα, πίστευαν πως το πλοίο εσημείωσε απλώς μια καθυστέρησι και το περιμέναν να… καταπλεύση στο λιμάνι από ώρα σε ώρα!

(…)

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 10.12.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

»Αλλά αργότερα, σαν ακούστηκε η θλιβερή είδησι από το ραδιόφωνο, στις 8 το πρωί, άρχισαν να συρρέουν στην ακτή Τζελέπη δεκάδες και μετά εκατοντάδες κόσμου. Όλοι ήθελαν να πληροφορηθούν, αλλά κανένας δεν ήταν σε θέσι να τους ενημερώση. (…)

»Σκηνές οδύνης εκτυλίσσονταν μεταξύ των συγγενών. Συνεχής ο εκνευρισμός, η υπερένταση, ο πανικός. Ήταν τέτοια η ψυχολογική καταστάσις όλων τους, ώστε μόλις κατέπλεε κάποιο πλοίο της ακτοπλοΐας στην ακτή Τζελέπη, διαδιδόταν: “Έρχεται από τον τόπο του ναυαγίου. Φέρει τραυματίες». Και όλοι τους έτρεχαν αλλαφιασμένοι προς την προβλήτα να ρωτήσουν, να μάθουν.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 10.12.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Οι ναυαγοί αφηγούνται

Υποπλοίαρχος Στεφαδούρος

«Τη στιγμή του ναυαγίου είπε ο υποπλοίαρχος Στεφαδούρος, βρισκόμουνα στην γέφυρα. Θαταν η ώρα περίπου 2 ξημερώματα. Η θάλασσα ήταν πολύ αγριεμένη και ξαφνικά άκουσα ένα δυνατό κρότο.

»Έρριξα μια ματιά από την γέφυρα κι είδα ν’ ανοίγη η “μπουκαπόρτα” και να πέφτη στην θάλασσα ένα αυτοκίνητο ψυγείο που κουβαλούσε τρόφιμα. Με το άνοιγμα της πόρτας τα νερά μπήκαν στο πλοίο. Σχεδόν αμέσως έγειρε δεξιά.

»Ο καπετάνιος αντιλήφθηκε τον κίνδυνο κι έδωσε εντολή να ξυπνήσουμε τους επιβάτες και να εγκαταλείψουμε γρήγορα το πλοίο. Μέχρι να γίνουν όλα αυτά κι ενώ δεν είχαν περάσει παρά πέντε μόνο λεπτά της ώρας, το καράβι βούλιαξε.

(…)

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 11.12.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Επιβάτης Γεώργι0ς Μανουσουδάκης

»Μέσα στο πλοιάριο του Λ.Σ. ήταν κι ένα νεαρό παιδί. Ο Γεώρ. Μανουσουδάκης, ετών 18, βοηθός σε φορτηγό αυτοκίνητο. Ο Μανουσουδάκης ήταν ξαπλωμένος πάνω σ’ ένα φορείο και βογγούσε.

–       Είσαι κτυπημένος;

–       Όχι. Είναι παγωμένο το κορμί μου και πονάω. Περισσότεροι ακόμα πονάνε τα πόδια μου. Έπαθα ψύξη.

–       Πώς σώθηκες;

–       Ο Θεός το ξέρει. Εκείνη την ώρα κοιμόμουνα. Ξύπνησα από τα κουδούνια κινδύνου, που χτυπούσαν δαιμονισμένα. Κατάλαβα, πώς κάτι κακό ήταν και έτρεξα αμέσως στο κατάστρωμα. Εκεί τα έχασα σε μια στιγμή από τον πανικό. Γυναικόπαιδα, γέροι, άνδρες, που ούρλιαζαν “Πνιγόμαστε! Βοήθεια”. Ένα – δύο λεπτά αργότερα το καράβι σκεπάστηκε από νερά. Ευτυχώς πρόλαβα και βούτηξα. Όταν έπεσα στη θάλασσα βρήκα μπροστά μου δυό μικρές σανίδες.

»Αρπάχτηκα απ’ αυτές και κολυμπούσα. Ένα μεγάλο κύμα μού τις πήρε από τα χέρια κι άρχισα τότε την πάλη με το νερό. Πάνω που ένιωθα να πνίγομαι και ζητούσα από ένα διπλανό μου βοήθεια, είδα πλάι μου μια άλλη μεγάλη σανίδα. Πάνω σ’ αυτή έμεινα μέχρι, που με μάζεψαν οι Φινλανδοί… (σ.σ. Φινλανδικό σκάφος που διέσωσε ναυαγούς).

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 13.12.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Επιβάτης ΙάκωβοςΑντωνογιωργάκης

»Από μια σχεδία αρπάχτηκε και ο Ιακ. Αντωνογιωργάκης, ετών 28, παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού, ηλικίας 15 μηνών.

–       Όταν πια είχα εξαντληθή από το κολύμπι, είπε, το κύμα μού έφερε μπροστά μου μια σχεδία. Ανέβηκα πάνω και γλύτωσα από βέβαιο θάνατο.

(…)

»Στις 9 η υπερένταση που επικράτησε στο λιμάνι ήταν κάτι το ασύλληπτο. Εικόνες χαράς και οδύνης ταυτόχρονα, πανζουρλισμός, σύγχυση και κωδωνοκρουσίες. Οι καμπάνες του Αγίου Νικόλα, του προστάτη των ναυτικών, έπρεπε να κτυπήσουν πένθιμα για την μεγάλη συμφορά που βρήκε την πρώτη ναυτική πόλη της χώρας.

(…)

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 9.12.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Επιβάτης Δημήτριος Μαυράκης, 22 ετών

«Μόλις πάτησα το πόδι μου στο κατάστρωμα, το πλοίο “μπατάρησε” και βρέθηκα στην θάλασσα, χωρίς σωσίβιο. Κολυμπούσα έτσι δυό – τρεις ώρες. Ύστερα είδα πλάι μου μια νεαρή κοπέλλα, που μου ζητούσε βοήθεια. Έμεινα κοντα της άλλες δυό ώρες, περίπου κι έψαχνα να βρ καμμιά σανίδα ή δωσίβιο για να την βοηθήσω.

»Η κοπέλλα δεν άντεξε άλλο. Όταν ξημέρωνε την είδα να κοκκαλώνη και να πνίγεται. Το πρωί βρήκα ένα σωσίβιο και το φόρεσα. Με ξεκούρασε πολύ. Αυτό με έσωσε. Έμεινα με το σωσίβιο μέχρι τις 11.30, όταν ήρθε το “Μίνως” και με μάζεψε (…).

»Το ψυγείο αυτοκίνητο έκανε όλη την ζημιά. Έφυγε από την θέση του και χτύπησε με μεγάλη δύναμη πάνω στην μπουκαπόρτα, που φαίνεται ότι δεν ήταν κι αυτή καλά ασφαλισμένη και άνοιξε. Και να λαβέτε υπ’ όψη σας, ότι περιμέναμε το ψυγείο στα Χανιά 40 λεπτά της ώρας. Καθυστέρησε το πλοίο να φύγη εξ αιτίας του μισή ώρα και περισσότερο. Που να ξέρα ότι περιμέναμε τον Χάρο».

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 15.12.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Απολογισμός και ποινές

Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων παραμένει απροσδιόριστος. Σύμφωνα, πάντως, με μαρτυρίες,  στο γκαράζ του πλοίου υπήρχαν περίπου 150 άτομα της φυλής των ρομά, ενώ υπήρξαν αναφορές και για πολλούς ακόμα επιβάτες που δεν είχαν δηλωθεί.

Έντονες κατηγορίες υπήρξαν κατά της πλοιοκτήτριας εταιρείας τόσο για το μη αξιόπλοο του «Ηράκλειον»,  που σύμφωνα με πληροφορίες  είχε μετεπισκευαστεί από δεξαμενόπλοιο-φορτηγό σε επιβατικό – οχηματαγωγό με μεγάλη προχειρότητα, όσο και για την απόφαση του να πραγματοποιηθεί το ταξίδι παρά τις εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες.