Οι ταινίες της εβδομάδας: Για πάντα Elvis!

Μια φαντασμαγορική «βιογραφία» για τον Βασιλιά του Ροκ εντ Ρολ με την υπογραφή του πάντα ευφάνταστου Μπαζ Λούρμαν κυριαρχεί στις αίθουσες

Ο Οστιν Μπάτλερ σε μια παθιασμένη ερμηνεία ως «Elvis»

Βαθμολογία
5: εξαιρετική
4: πολύ καλή
3: καλή
2: ενδιαφέρουσα
1: μέτρια
0: απαράδεκτη

 

«Elvis» (ΗΠΑ, Αυστραλία, 2022)

Πλούσιες σε κάθε μικρή ή μεγάλη λεπτομέρεια, εκκωφαντικές, υπερφορτωμένες σαν λαχταριστές τούρτες, οι ταινίες του Μπαζ Λούρμαν («Υπέροχος Γκάτσμπι», «Μουλέν Ρουζ» κ.α. ) μοιάζουν να ξεπερνούν τον εαυτό τους σηματοδοτώντας έτσι το over the top σκηνοθετικό ύφος του. Τελικά όλα μπορείς να τα περιμένεις σε μια ταινία του Αυστραλού δημιουργού και όλα θα είναι στη διαπασών για να σου προσφέρουν μια εμπειρία μοναδικά εντυπωσιακή, χωρίς απαραιτήτως να συμφωνείς πάντα μαζί της.

Κάτι τέτοιο συμβαίνει στο τελευταίο κινηματογραφικό όνειρο του σκηνοθέτη και μια ακόμα ταινία στην λίστα των πολλών που έχουν γυριστεί για τον τραγουδιστή Ελβις Πρίσλεϊ που πέθανε σε ηλικία μόλις 42 ετών το 1977. Οχι τόσο ένα βιογραφικό έργο πάνω στον Ελβις Πρίσλεϊ (παρότι η ταινία ακολουθεί κατά γράμμα την πορεία της ζωής του), όσο μια φαντασία πάνω στον τραγουδιστή, ένας χορταστικός συνδυασμός αλήθειας και μυθοπλασίας, γυρισμένος σαν σύγχρονο παραμύθι.

Χορευτικά νούμερα, πληθωρικά σκηνικά, πρόσωπα σχεδόν παραμορφωμένα από το βαρύ μακιγιάζ (ο Τομ Χανκς είναι σχεδόν απωθητικός παίζοντας τον μάνατζερ του Ελβις, συνταγματάρχη Τομ Πάρκερ), ακόμα και κινούμενα σχέδια, φτιάχνουν τον καμβά της ταινίας πάνω στον οποίο ο Λούρμαν «ζωγραφίζει» ότι φαντάζεται για τον Βασιλιά του Ροκ Εντ Ρολ. Και φαντάζεται πολλά, ενδιαφέροντα τα περισσότερα.

Ανάμεσά τους την βαθύτατη επιρροή του τραγουδιστή από την «μαύρη» μουσική, τα μπλουζ, που τον είχαν στοιχειώσει από μικρό και που τον ακολουθούσαν σε όλη του την ζωή. Φαντάζεται τι θα μπορούσε να συμβαίνει μέσα στο σπίτι του, ανάμεσα στους «δικούς»  του ανθρώπους, από την στιγμή που η όρεξη άνοιξε εφόσον έγινε αντιληπτό ότι ο Ελβις θα γινόταν κυριολεκτικά χρυσορυχείο. Όμως το κέντρο βάρους στον «Elvis» είναι η σχέση του σταρ (αξιόλογη η ερμηνεία του νεαρού Οστιν Μπάτλερ) με τον μάνατζέρ του σε μια ταινία που με τον δικό της, ανορθόδοξο μα και τόσο γλαφυρό τρόπο, λέει πράγματα πάνω-κάτω γνωστά για τον Πρίσλεϊ.

Βαθμολογία: 3

ΑΘΗΝΑΑΕΛΛΩ – ΑΡΤΕΜΙΣ – ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ ΟΛΑ ΤΑ VILLAGE – TOWN CINEMAS κ.αΘΕΣ/ΚΗODEON ΠΛΑΤΕΙΑ – VILLAGE κ.α.

—————————————————-

«Αγέλη προβάτων» (Ελλάδα, 2021)

Η κινηματογραφική ματιά του Δημήτρη Κανελλόπουλου στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του  σίγουρα μπορεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον, όχι μόνο για την ευφάνταστη πλανοθεσία που είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της αλλά και για το ουσιαστικό περιεχόμενό της. Ο Κανελλόπουλος δείχνει σίγουρος «φλερτάροντας» με είδη – την ταινία «εγκλήματος», το ψυχολογικό δράμα – και χειρίζεται εξίσου καλά το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο βρίσκεται ενταγμένη η ιστορία της ταινίας, κάπου στο ελληνικό ύπαιθρο (φαίνεται ότι η «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» του Γιάννη Οικονομίδη έκανε μια καλή αρχή για γυρίσματα εκτός Αθηνών).

Μια μικρή αγροτική κοινωνία που καταπιέζεται από έναν τοκογλύφο και που αποφασίζει να σηκώσει ψηλά το κεφάλι στους μπράβους του, μη γνωρίζοντας, όμως, πως να το κάνει. Ερασιτέχνες είναι και παριστάνουν τους καμπόσους, ακόμα και ο macho «αρχηγός» της παρέας (Δημήτρης Λάλος)  δεν ξέρει πως να χειριστεί την κατάσταση, όσο σίγουρος και αν δείχνει με το οργισμένο του βλέμμα και την καραμπίνα ανά χείρας. Εν τέλει, η μόνη φωνή λογικής της παρέας φαίνεται να προέρχεται από το πιο αδύναμο μέλος της, έναν εσωστρεφή, λιγομίλητο μπακάλη, που αγωνίζεται να διατηρήσει αλώβητο το παραδοσιακό παντοπωλείο «της γειτονιάς» που διαχειρίζεται (και να ήθελε, ο Αρης Σερβετάλης – βραβείο ΙΡΙΣ Β ρόλου – δεν θα μπορούσε να είναι πιο καλός στον ρόλο κλέβοντας βεβαίως την παράσταση).

Κατά κάποιο τρόπο αυτή η παρέα των ατζαμήδων είναι μια αντανάκλαση της ελληνικής κοινωνίας σε μικρογραφία, όλοι δείχνουν τόσο σίγουροι ότι θα τα καταφέρουν αλλά όταν έρχεται η κρίσιμη στιγμή της «συναδελφοσύνης», η έστω στοιχειωδώς υγιής συνεργασία ανάμεσά τους μοιάζει κυριολεκτικά με σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Και όλα αυτά χωρίς να απουσιάζει το χιούμορ, μαύρο βέβαια και «χολερικό», με φορείς του, κυρίως τους δύο μπράβους του τοκογλύφου, εκ των οποίων ο έμπειρος κυκλοφορεί με πατερίτσα (Λευτέρης Πολυχρόνης) και ο νέος (Γιάννης Βασιλώττος) δεν ξέρει που παν’ τα τέσσερα.

Βαθμολογία: 2 ½

AΘΗΝΑ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΧΑΛΑΝΔΡΙ – ΦΛΕΡΥ – ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ – ΘΗΣΕΙΟΝ – ΧΛΟΗ – ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ – ΨΥΧΙΚΟ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: ΣΙΝΕ ΠΥΛΑΙΑ – ΑΛΕΞ

 

—————————————————

«Νεκρό Τηλέφωνο» («Black phone» (ΗΠΑ, 2021)

Αν κάτι εκτιμώ στα καθαρόαιμα θρίλερ τρόμου, είναι όταν επιτρέπουν στον τρόμο να λειτουργήσει υπόγεια, χωρίς δηλαδή την ευκολία του χυμένου κατάμουτρα αίματος, προκειμένου να στραφεί η ματιά από την οθόνη λόγω της απώθησης (που φυσικά, σε κάποιους προκαλεί γοητεία). Τον τελευταίο καιρό έχουμε δει θαυμάσιες ταινίες που ακολουθούν αυτή την «λογική», ανάμεσά τους το «X» του Τάι Γουέστ, το «The Men» του Αλεξ Γκάρλαντ, όπως και το «Antlers» του Σκοτ Κούπερ με το αποκαλυπτικό πρόσωπο του μικρού πρωταγωνιστή του, Τζέρεμι Τ. Τόμας.

Σε αυτή την «συνομοταξία» ταινιών ανήκει και το «Νεκρό Τηλέφωνο» του Σκοτ Ντέρικσον όπου επίσης πρωταγωνιστεί παιδί, ο Μέισον Θέιμς, επίσης πολύ καλός. Θύμα απαγωγής ενός κατά συρροή απαγωγέα παιδιών και δολοφόνου στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ο Θέιμς θα βρεθεί μόνος σε ένα δωμάτιο, όπου σανίδα σωτηρίας του φαίνεται ότι μπορεί να γίνει ένα εκτός λειτουργίας μαύρο τηλέφωνο. Ο Ντέρικσον χειρίζεται ελεύθερα την πραγματικότητα με την φαντασία και παρότι το σενάριο κινείται και στις δύο κατευθύνσεις όχι πάντα με ισορροπία, δέχεσαι την υπερβολή γιατί σε έχει «πιάσει» η ατμόσφαιρα.

Βαθμολογία: 3

AΘHNATOWN CINEMAS – ΟΛΑ ΤΑ VILLAGE – ΒΑΡΚΙΖΑ – ΔΙΟΝΥΣΙΑ – ΑΤΤΙΚΟΝ AΛΣΟΣ – ΟΝΕΙΡΟ ΡΕΝΤΗ – ΑΛΕΚΑ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ – VILLAGE κ.α.

—————————————————-

ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ

«Αφήνοντας το Λας Βέγκας» (Leaving Las Vegas, ΗΠΑ, 1994) του Μάικ Φίγκις.

Σέρα: Γιατί σκοτώνεις τον εαυτό σου;

Μπεν: Δεν θυµάµαι. Απλώς ξέρω ότι το θέλω.

Σέρα: Μου λες ότι πίνεις για να αυτοκτονήσεις;

Μπεν: Ή ότι αυτοκτονώ για να µπορώ να πίνω.

Διάλογος μεταξύ του Μπεν (Νίκολας Κέιτζ – Οσακρ Α ρόλου) και της Σέρα (Ελίζαμπεθ Σου), των καταραµένων  κεντρικών ηρώων αυτής της θαυμάσιας ταινίας που στηρίζεται στο εξίσου καταραµένο µυθιστόρημα του Τζον Ο’ Μπράιεν που µάλλον ήξερε πολύ καλά τι έγραφε γιατί ο δικός του αλκοολισµός τον οδήγησε στην αυτοκτονία (αυτοπυροβολήθηκε το 1994, δύο εβδοµάδες µετά την υπογραφή του συµβολαίου για τη µεταφορά του µυθιστορήµατος στο σινεµά). Ανάμεσα στον Μπεν – πρώην «χρυσό» παιδί του Χόλιγουντ, νυν «τελειωμένος» αλκοολικός – και την πόρνη Σέρα θα αναπτυχθεί ένα βρώµικο και ταυτοχρόνως τρυφερό (σχεδόν αθώο) love story, καρδιά του οποίου είναι η αφηνιασµένη, ανελέητη κατάδυση στην ψυχή ενός ταλαιπωρηµένου ανθρώπου εξαρτηµένου σε τέτοιον βαθµό από το αλκοόλ που έχει γίνει αναπόσπαστο στοιχείο του, η φυσική πλέον µυρωδιά του, το µοναδικό σηµείο επαφής του µε τον κόσµο. Προορισμός του ταξιδιού τους φαίνεται από την αρχή ότι θα είναι η κόλαση αλλά με τον άψογο σκηνοθετικό χειρισμό του Φίγκις, εσύ ,ο αποδέκτης, δέχεσαι να τους συνοδεύσεις.

Βαθμολογία: 4

ΑΘΗΝΑ: ΑΘΗΝΑΙΑ – ΡΙΒΙΕΡΑ – ΖΕΦΥΡΟΣ – ΟΑΣΗ κ.α.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός