Τίποτα απολύτως δεν δικαιολογεί τον βάρβαρο πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία. Τίποτα. Και το σχέδιο Πούτιν για Ουκρανία και Ευρώπη θα πρέπει να ηττηθεί ολοκληρωτικά. Αλλά πώς φθάσαμε σε αυτή την τραγική κατάσταση του πολέμου στην Ευρώπη του 2022; Θα μπορούσαμε ως Ευρώπη να είχαμε «αφοπλίσει» νωρίτερα τη λογική Πούτιν; Η πρώτη απάντηση είναι ότι ο πόλεμος αποτελεί το αποτέλεσμα ενός ταραγμένου εγκεφάλου, καθώς «ο κάθε επιθετικός πόλεμος επιλογής αρχίζει στο σαλεμένο μυαλό ενός ανθρώπου» που τίποτα δεν το σταματάει. Ωστόσο Ευρώπη και Δύση συνολικά χρεώνονται με λάθη που πληρώνουν σήμερα. Η Ευρώπη/Δύση δεν συμπεριφέρθηκε με «μεγαλοθυμία απέναντι στη Ρωσία μετά τη νίκη της στον Ψυχρό Πόλεμο». Λησμόνησε το περίφημο «magnanimous in victory/μεγαλόθυμος στη νίκη». Συνέβαλε αντίθετα με πράξεις ή παραλήψεις εκουσίως ή ακουσίως στο στρίμωγμα ή την ταπείνωση της Ρωσίας.

Ο χειρισμός «δύσκολων χωρών» απαιτεί μεγάλη διπλωματική ευελιξία και προσεκτικές κινήσεις. Και οι δύσκολες χώρες για την Ευρώπη είναι η Ρωσία και η Τουρκία, χώρες με περίπου ανάλογο παρελθόν, κοινά τραύματα, σύνδρομα ανασφάλειας και φοβίες. Με καθοριστικό όμως κοινό στοιχείο το γεγονός ότι υπήρξαν πρώην αυτοκρατορίες, ενώ είναι ταυτόχρονα αυταρχικά προσωποπαγή πολιτικά συστήματα. Και όλες οι πρώην αυτοκρατορίες πάσχουν από το σύνδρομο να ξαναγίνουν αυτοκρατορίες, αναπτύσσουν δηλαδή εγγενώς νεο-αυτοκρατορικές φιλοδοξίες ή φαντασιώσεις (αυτόχρημα επεκτατικές) εάν δεν ενσωματωθούν ομαλά και πειθαρχήσουν σε ένα ευρύτερο θεσμικό σύστημα ρυθμίσεων. Οπως γράφει ο ουκρανός ιστορικός S. Plokhy σε δοκίμιό του στους «Financial Times» (28/1/22), η βαθιά επιθυμία ανασυγκρότησης της (Σοβιετικής) αυτοκρατορίας εξηγεί την επιθετική πολιτική Πούτιν απέναντι στην Ουκρανία και τις άλλες χώρες της ρωσικής περιφέρειας (Γεωργία, Λευκορωσία, Βαλτικές χώρες, χώρες Καυκάσου, κ.ά.). «Η Αυτοκρατορία επιστρέφει» είναι το σύνθημά του. Και το μιας ώρας διάγγελμα-ιστορική διατριβή του Πούτιν πριν από την εισβολή στην Ουκρανία πιστοποίησε τον νεο-αυτοκρατορικό τρόπο σκέψης του.

Νεο-αυτοκρατορικός είναι και ο τρόπος που σκέφτεται ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν. Οπως γράφει ο Soner Cagaptay στο έργο του «Η αυτοκρατορία του Ερντογάν (Erdogan’ s Empire, Turkey and the Politics of Middle East, 2020), «ο τούρκος πρόεδρος θέλει να δει την Τουρκία να αναδεικνύεται σε μεγάλη δύναμη με την επέκταση της επιρροής της στους μουσουλμάνους στις πρώην κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα στη Μ. Ανατολή αλλά και στα Βαλκάνια και πέραν αυτών». Αν και τελευταία, διαπιστώνοντας τα πολλαπλά αδιέξοδα επιχειρεί μια διόρθωση πολιτικής και πλεύσης προς τη Δύση και βελτίωση των σχέσεων με τις χώρες της περιφέρειας (Ισραήλ, ΗΑΕ, Σ. Αραβία, Αίγυπτος, Αρμενία) όσο και με ΗΠΑ/Δύση και Ευρωπαϊκή Ενωση.

Η Ευρώπη/Δύση αντί να επιχειρήσει να ενσωματώσει τις χώρες αυτές σε ένα ευρύτερο θεσμικό σύστημα για να τις αφοπλίσει, εμφανίσθηκε – ειδικότερα για τη Ρωσία – ως εάν να επιχειρεί την απομόνωσή τους. Ή αυτή τουλάχιστον ήταν η πρόσληψη Ρωσίας (και Τουρκίας μετά το 2007). Θέλησε π.χ. να εντάξει την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ παραβλέποντας ότι η χώρα αυτή σκόπιμο ήταν (τότε) να μην είναι ούτε με τη Δύση ούτε με την Ανατολή, αλλά η γέφυρα μεταξύ των δύο, όπως εισηγήθηκε ο Χένρι Κίσινγκερ. Αυτή ήταν η συνταγή για σύγκρουση, γράφει ο Μ. Ε. Sarrote (Foreign Affairs, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2021). Η θέση της Ουκρανίας δεν ήταν/είναι στο ΝΑΤΟ αλλά στην Ευρωπαϊκή Ενωση με καθεστώς ανάλογο με αυτό της Αυστρίας στον ευρωπαϊκό χάρτη (Συμφωνία 1955).

Επιπλέον, δεν προχώρησε σε μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας που θα συνεκτιμούσε τις όποιες «θεμιτές ανησυχίες» της μεταψυχροπολεμικής Ρωσίας, όπως είχε δεσμευθεί ότι θα κάνει στη δεκαετία του 1990. Αντίθετα επέκτεινε το ΝΑΤΟ μέχρι τα σύνορά της σε μια λογική που ερμηνεύτηκε ως προσπάθεια περικύκλωσης. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας D. Owen θύμισε πρόσφατα στους «Financial Times» το πόσο στρατηγικά άστοχη υπήρξε αυτή η πολιτική της «θεσμικής εχθρότητας» (1/2/22).

Θα είχε σταματήσει τη ρωσική επιθετικότητα και τον πόλεμο από τον πρόεδρο Πούτιν η άλλη πολιτική; Ουδείς μπορεί να δώσει κατηγορηματική απάντηση.

Η Τουρκία εμφανίζεται (στην Ελλάδα) ως η χώρα που θα ήθελε ή μπορούσε να μιμηθεί τη Ρωσία σε ακραία επιθετικότητα. Αν και κάτι τέτοιο δεν μπορεί ως σενάριο να αποκλεισθεί κατηγορηματικά, ωστόσο η καθολική επαναβεβαίωση της ισχύος του διεθνούς δικαίου από τη Δύση γειώνει τον Ερντογάν σε μια διαφορετική πραγματικότητα. Ισως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο τελευταίος βγήκε ανοιχτά υπέρ του σεβασμού της κυριαρχίας της Ουκρανίας, του διεθνούς δικαίου και των διεθνών Συνθηκών!

Από ιστορική άποψη όμως η Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ το 2005 άνοιξε διαπραγματεύσεις ένταξης, το 2007 και πριν ακόμη ο Ερντογάν διολισθήσει στον αυταρχισμό έκλεισε την πόρτα ένταξης με πρόταση της Γαλλίας/Ν. Σαρκοζί (και σημαντική βοήθεια από Γερμανία και Κύπρο) για ιδεολογικούς λόγους (ισλαμική χώρα!). Ετσι τερμάτισε μια διαδικασία που οδηγούσε στον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας και πυροδότησε τον αυταρχισμό και τις νεο-αυτοκρατορικές τάσεις. Ευρωπαϊκό λάθος. Στα επόμενα χρόνια η Ελλάδα προώθησε μια πολιτική (με τις διάφορες τριμερείς, κ.λπ.) που ερμηνεύτηκε ως προσπάθεια περικύκλωσης της Τουρκίας στην Αν. Μεσόγειο. Και η Τουρκία αντέδρασε νεο-αυτοκρατορικά, επεκτατικά (Τουρκο-Λιβυκό μνημόνιο, κ.ά.).

Γενικά η δυναμική της αυτοκρατορίας παραμένει ισχυρή και οδηγεί αυταρχικές χώρες (Ρωσία, Τουρκία) στην επιθετικότητα. Οι χώρες αυτές έχουν πρόβλημα να κλείσουν οριστικά κεφάλαια της αυτοκρατορικής ιστορίας τους. Ωστόσο τώρα και μετά την εισβολή στην Ουκρανία είναι σαφές ότι η Ευρώπη χρειάζεται μια νέα πολιτική (αναχαίτισης;) απέναντι στη Ρωσία. Οπως και, αν και διαφορετική (ενσωμάτωσης;), απέναντι στην Τουρκία. Και αυτό είναι ένα μεγάλο ζητούμενο. Αυτό που ήταν δυνατό χθες ίσως να μην είναι πλέον δυνατό σήμερα. Πάντως είναι σημαντικό ότι στην αντιμετώπιση του πολέμου και της επιθετικότητας Πούτιν η ΕΕ αντιδρά με πρωτοφανή ταχύτητα και τολμηρά μέτρα. Και με τη Γερμανία να εγκαταλείπει τη μεταπολεμική πολιτική του πασιφισμού, να αυξάνει δραματικά τις αμυντικές δαπάνες και να στηρίζει ενεργά τον στόχο της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας.

 

*Ο καθηγητής κ. Π. Κ. Ιωακειμίδης είναι πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ και μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του ΕΛΙΑΜΕΠ. Τελευταίο του βιβλίο: «Επιτεύγματα και Στρατηγικά Λάθη της Εξωτερικής Πολιτικής της Μεταπολίτευσης» (Θεμέλιο).