Η Ευρωπαϊκή Ενωση αφού ξεπέρασε την οικονομική κρίση, άντεξε ενωμένη την αποχώρηση της Βρετανίας, περιόρισε την άνοδο του εθνολαϊκισμού στις εκλογές του 2019 και συγκράτησε τις προσφυγικές ροές, ήρθε αντιμέτωπη με τον κορωνοϊό από τις αρχές του 2020. Μέσα στα εντεινόμενα προβλήματα της υπογεννητικότητας, της τεχνολογικής υστέρησης σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία και του εμπορικού ανταγωνισμού κυρίως από την Κίνα, ήλθε να προστεθεί και η πανδημία.

Αρχικά αμήχανη, φάνηκε να αντιμετωπίζει την πανδημία με κατακερματισμένο σε εθνικές πολιτικές τρόπο. Το φαινόμενο της υγειονομικής απειλής εμφανίστηκε σχεδόν σε όλες τις χώρες-μέλη με παρόμοια ένταση, όμως ορισμένες από αυτές, κυρίως στον ευρωπαϊκό Νότο, φάνηκε να πλήττονται με ιδιαίτερη οξύτητα, λόγω της μεγάλης σημασίας του τουρισμού. Ετσι, η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελλάδα, αλλά και η Γαλλία βρίσκονται στο «μάτι» του υγειονομικού κυκλώνα με τεράστιες συνέπειες, τόσο για τις ανθρώπινες ζωές όσο και για την οικονομία τους. Πράγματι, ενώ η Ευρωπαϊκή Ενωση αναμένεται να υποστεί ως σύνολο μείωση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της το 2020 κατά 8-9% περίπου, στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου η ύφεση θα φθάσει στο 10-11%. Καθώς αυτές οι χώρες έχουν υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, είναι προφανές ότι η οικονομική δυσπραγία είναι κατά πολύ μεγαλύτερη, επειδή είναι περιορισμένα τα περιθώρια στήριξης της οικονομίας τους.

Ομως σχετικά σύντομα, η ΕΕ συνειδητοποίησε ότι μόνο με αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών της μπορεί να αντιμετωπίσει την υγειονομική κρίση. Πρώτη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) διεύρυνε την ποσοτική χαλάρωση αγοράζοντας ομόλογα ακόμη και από υπερχρεωμένες χώρες-μέλη, όπως η Ελλάδα, με αποτέλεσμα το κόστος του δανεισμού από τις διεθνείς αγορές να πέσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Ετσι, προσφέρεται νομισματικό «οξυγόνο» στις χώρες αυτές καθώς το πρόγραμμα χαλάρωσης της ΕΚΤ έχει ξεπεράσει το 1 τρισεκατομμύριο ευρώ. Το δεύτερο βήμα έγινε με την αναστολή του Δημοσιονομικού Συμφώνου, το οποίο επέβαλλε δημοσιονομική ισορροπία σε όλες τις χώρες, ενώ στις υπερχρεωμένες, όπως η Ελλάδα, απαιτούσε και πρωτογενή πλεονάσματα. Τώρα, οι χώρες-μέλη μπορούν πλέον χωρίς συνέπειες να ξεπεράσουν τους δημοσιονομικούς περιορισμούς και ήδη στη χώρα μας το πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% ΑΕΠ έχει γίνει δημοσιονομικό έλλειμμα 7% ΑΕΠ περίπου.

Το τρίτο και πιο αποφασιστικό βήμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης ήρθε αργότερα, μέσα στο καλοκαίρι του 2020. Οχι μόνο ξεπεράστηκαν οι δυστοκίες ως προς το ύψος του επταετούς Κοινοτικού Προϋπολογισμού, αλλά αποφασίστηκε να δημιουργηθεί το αποκαλούμενο «Ταμείο Ανάκαμψης», το οποίο προικοδοτήθηκε με 750 δισ. ευρώ για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Ετσι, μαζί με τους πόρους του επταετούς Προϋπολογισμού, η χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών οικονομιών φθάνει τα 1,8 τρισ. ευρώ.

Πέρα όμως από το ύψος των πόρων, η ΕΕ προχώρησε σε τολμηρές αποφάσεις που δημιουργούν μια νέα προοπτική για την οικονομική ενοποίηση της Ευρώπης. Για πρώτη φορά με προτροπή της Γαλλίας και με συμφωνία της Γερμανίας, η ΕΕ πρόκειται να δανεισθεί από κοινού και όχι κάθε μια χώρα-μέλος χωριστά. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα βήμα προς την αμοιβαιοποίηση του χρέους, ένα είδος ευρωομολόγου, πράγμα που στο παρελθόν προκαλούσε «αλλεργία» στη Γερμανία. Η δεύτερη μεγάλη απόφαση ήταν η έμπρακτη αλληλεγγύη προς τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες του Νότου (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Κύπρος, Μάλτα), καθώς από το Ταμείο Ανάκαμψης επωφελούνται κατά 50% περίπου, ενώ αντιπροσωπεύουν μόνο το 25% του συνολικού ΑΕΠ της ΕΕ, με τη χώρα μας να είναι ιδιαίτερα ευνοημένη (32 δισ.).

Η τρίτη, ακόμη σπουδαιότερη, απόφαση είναι ότι η αποπληρωμή των ποσών αυτών θα γίνει με πανευρωπαϊκούς φόρους, οι οποίοι θα συλλέγονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό αποτελεί ένα πρώτο βήμα για δημοσιονομική ένωση και όχι, όπως συμβαίνει σήμερα, για συντονισμό των δημοσιονομικών πολιτικών. Η δημοσιονομική ένωση είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα της νομισματικής ένωσης, που όμως μέχρι σήμερα αποτελούσε βασικό στοιχείο της κρατικής υπόστασης κάθε χώρας-μέλους, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου η δημοσιονομική ένωση των Πολιτειών έχει πραγματοποιηθεί από πολλές δεκαετίες.

Οι δυσκολίες οριστικοποίησης των βημάτων αυτών είναι προφανώς πολλές, με τελευταία την άρνηση της Ουγγαρίας και της Πολωνίας να συνδεθεί η εκταμίευση των πόρων με την εφαρμογή των κανόνων του Κράτους Δικαίου στις χώρες αυτές, η οποία τελικά ξεπεράστηκε. Οι εξελίξεις αυτές σε μεγάλο βαθμό οφείλονται στη συνειδητοποίηση ότι όλες οι ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται στο «έλεος» του κορωνοϊού με τον ίδιο τρόπο, ότι έχουν δηλαδή «κοινή μοίρα» μπροστά σε μια θανάσιμη απειλή. Η πρόοδος αυτή δεν φαίνεται να είναι συγκυριακή, μπορεί να έχει συνέχεια όταν περάσει η πανδημία.

Το μέγα ερώτημα είναι αν πρέπει να υπάρξει κάποια άλλη μεγάλη κρίση που θα οδηγήσει και σε κοινή εξωτερική πολιτική και κοινή άμυνα. Είναι γεγονός ότι κάποια δειλά βήματα με γαλλική προτροπή έχουν γίνει και προς την κατεύθυνση αυτή, λόγω της τουρκικής απειλής στην Ανατολική Μεσόγειο και των επεκτατικών βλέψεών της σε χώρες-μέλη της Ενωσης, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος. Ωστόσο, στο ζήτημα αυτό η ΕΕ βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από ό,τι έχει γίνει στην οικονομική ενοποίηση. Τα διαφορετικά εθνικά συμφέροντα και ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων χωρών της Ενωσης φαίνεται να κυριαρχούν έναντι της κοινότητας των συμφερόντων κυρίως μπροστά στην κινεζική επέλαση, αλλά και τις προκλήσεις περιφερειακών δυνάμεων, όπως είναι η Τουρκία. Η αμερικανική «ομπρέλα» προστασίας από τους εξωτερικούς κινδύνους δεν είναι αρκετή για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ιδίως μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ, η κοινή εξωτερική πολιτική και η κοινή άμυνα θα μπορούσε να είναι το επόμενο μεγάλο βήμα μετά τις πρόσφατες τολμηρές αποφάσεις που προάγουν την οικονομική ενοποίηση.

 

O κ. Ναπολέων Μαραβέγιας είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας, πρώην υπουργός. Ερευνητικό Κέντρο Οικονομικής Πολιτικής, Διακυβέρνησης και Ανάπτυξης ΕΚΠΑ.