Με την Τουρκία να απομακρύνεται αξιακά από την Ευρώπη και τη Δύση και την προοπτική ένταξης της χώρας αυτής στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) κάτω από τις κρατούσες συνθήκες να έχει, ως φαίνεται, ακυρωθεί, η Ελλάδα έχει εκ των πραγμάτων αναδειχθεί στο ανατολικό σύνορο της Ευρώπης/ΕΕ. Τα ελληνικά ανατολικά σύνορα, τα σύνορα δηλαδή με την Τουρκία, είναι και σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Και αυτό αναγνωρίζεται τώρα από την ευρωπαϊκή πολιτική και θεσμική ηγεσία. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανοιχτά ονόμασε την Ελλάδα τον περασμένο Μάρτιο (με αφορμή την πρόκληση που επιχείρησε η Τουρκία εργαλειοποιώντας πρόσφυγες και μετανάστες στον Εβρο) ως την «ασπίδα» (shield) των συνόρων της Ευρώπης. Ενώ ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν βλέπει τις προκλήσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο ως προσβολή στην ευρωπαϊκή κυριαρχία (όπως άλλωστε και τις έκνομες δραστηριότητες της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ). Αντίθετα με τα ανατολικά μας σύνορα, τα βόρεια σύνορά μας είτε έχουν γίνει «εσωτερικά σύνορα» της Ενωσης (Βουλγαρία), ή πρόκειται να γίνουν εάν και όταν Β. Μακεδονία και Αλβανία – χώρες που βρίσκονται στο στάδιο ενταξιακών διαπραγματεύσεων – ενταχθούν τελικά στην Ενωση ως πλήρη μέλη. Εσωτερικά σύνορα της Ενωσης είναι φυσικά και τα δυτικά μας θαλάσσια σύνορα με την Ιταλία. Από την άλλη μεριά, βέβαια, γεωγραφικά και πολιτιστικά η Ελλάδα είναι στο μεταίχμιο Δύσης και Ανατολής (γι’ αυτό και κάπως αβέβαιη ως προς τον προσανατολισμό της).

Εχει ιδιαίτερη σημασία να επισημανθεί εδώ ότι η νομική τάξη της Ενωσης (Συνθήκες όπως αυτή της Λισαβόνας κ.ά.) αναγνωρίζουν αυτή τη βασική διάκριση ανάμεσα σε «εσωτερικά σύνορα» και εξωτερικά σύνορα. Μάλιστα η Συνθήκη ορίζει την εσωτερική αγορά ως «έναν χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα» (άρθρο 26 της Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ – ΣΛΕΕ), ενώ η ίδια Συνθήκη αναφέρεται στην «ανάγκη προοδευτικής δημιουργίας ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων» σε ό,τι αφορά τις μεταναστευτικές ροές (άρθρο 77 ΣΛΕΕ). Από την άλλη μεριά, η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας της ΕΕ (ΚΕΠΠΑ) περιλαμβάνει την προστασία των εξωτερικών συνόρων και διαφύλαξη της ακεραιότητας (integrity) της Ενωσης στους βασικούς της στόχους (άρθ. 21 ΣΕΕ). Αλλά και μια μεγάλη δέσμη άλλων κανονισμών, όπως για την αλιευτική πολιτική, το τελωνειακό έδαφος κ.λπ., αναφέρονται ή υπονοούν τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ ως στοιχείο καθορισμού της κυριαρχίας της. Στο βάθος της ενωσιακής προοπτικής είναι η ολοσχερής κατάργηση των εσωτερικών συνόρων ως πολιτικής διαχωριστικής γραμμής (όχι ως πολιτιστικής ή εθνικού προσδιορισμού).

Η ανάδειξη της Ελλάδας ως de facto εξωτερικό σύνορο της Ενωσης αντιμετωπίζεται στη χώρα μας ως ένα γενικά θετικό γεγονός. Καθώς η Ευρωπαϊκή Ενωση οφείλει «να προστατεύσει» τα εξωτερικά της σύνορα, ιδιαίτερα τώρα που αποδίδει ιδιαίτερη έμφαση στην «ευρωπαϊκή κυριαρχία» και στον γεωπολιτικό της ρόλο. Και πράγματι η Ενωση έχει πολιτική και νομική υποχρέωση να προστατεύσει ενεργά τα εξωτερικά σύνορά της, σύνορα της Ελλάδας, αξιοποιώντας για τον σκοπό αυτόν όλα τα μέσα που διαθέτει (από την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή/Ακτοφυλακή μέχρι τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, άρθ. 42,7 ΣΕΕ). Ωστόσο η ανάδειξη της χώρας ως εξωτερικού συνόρου δεν συνιστά αναφανδόν και την άριστη (optimum) κατάσταση. Με άλλα λόγια, θα ήταν προτιμότερο εάν το σύνολο των ελληνικών συνόρων ήταν εσωτερικά σύνορα της Ενωσης και όχι μόνο μέρος αυτών. Οταν στο τέλος της δεκαετίας του 1990 ρωτήθηκε ο τότε καγκελάριος της Γερμανίας Γκ. Σρέντερ γιατί υποστήριζε με πάθος την ένταξη της Πολωνίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η απάντησή του ήταν «γιατί θέλω να μετατρέψω το ανατολικό σύνορο της Γερμανίας από εξωτερικό σύνορο της Ενωσης σε εσωτερικό. Τότε η Γερμανία θα είναι πιο ασφαλής».

Η ίδια ακριβώς λογική ισχύει πάνω-κάτω ή και πολύ περισσότερο ίσως για την Ελλάδα. Με άλλα λόγια, εάν οι συνθήκες επέτρεπαν την ένταξη της Τουρκίας στην Ενωση και τη συνακόλουθη μετατροπή και του ανατολικού συνόρου σε εσωτερικό σύνορο της Ενωσης. Αλλά, όπως προείπαμε, η προοπτική αυτή φαίνεται να έχει νεκρώσει. Θα αποτελούσε όμως λάθος να τερματιστεί και τυπικά η παγωμένη, ούτως ή άλλως, ενταξιακή διαπραγματευτική διαδικασία όπως φαίνεται να εισηγούνται ορισμένοι σε Λευκωσία και Αθήνα (καθώς και η κάπως μακρινή Αυστρία). Η αυταρχική Τουρκία του Ερντογάν δεν θα είναι αιώνια. Και μετά το τέλος της εποχής Ερντογάν όλα τα σενάρια είναι δυνατά για την Τουρκία. Επομένως, ας κρατηθούν όλες οι επιλογές ανοιχτές, έστω κι αν και η ίδια η Ευρώπη δεν έχει τώρα και καμιά ισχυρή διάθεση να αποδεχτεί την Τουρκία ως πλήρες μέλος κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες (και η θεσμική Ελλάδα καλώς δεν υποστηρίζει τον τερματισμό της διαπραγματευτικής διαδικασίας).

Αυτό όμως που, κατά την άποψή μου, επιβάλλεται να επιδιώξει η ελληνική πλευρά ως μείζονος σημασίας στρατηγικό στόχο είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση να αναλάβει την εγγύηση (guarantee) και όχι απλά την προστασία των εξωτερικών συνόρων της. Αλλο εγγύηση και άλλο προστασία. Δεν μπορεί να νοηθεί ευρωπαϊκή κυριαρχία χωρίς πλήρως κατοχυρωμένα σύνορα με την εγγύησή τους από την Ενωση. Αυτό ισχύει ως αυτονόητη συνθήκη σε όλες τις ενώσεις κρατών ομοσπονδιακής λογικής. Η επιδίωξη του στόχου αυτού δεν θα είναι ιδιαίτερα εύκολη, αλλά δεν είναι και ανέφικτη όταν, σχετικά σύντομα, ανοίξει η διαδικασία τροποποίησης των Συνθηκών.

 

*Ο κ. Παναγιώτης Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ.