Οι γυναίκες του Τζο Μπάιντεν

Ο υποψήφιος των Δημοκρατικών στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου ανακοινώνει στις αρχές Αυγούστου την αντιπρόεδρό του. Εφόσον εκλεγούν, θα είναι η πρώτη γυναίκα στο αξίωμα – και πιο κοντά από κάθε άλλον στην επόμενη προεδρία.

Στις 14 Μαρτίου 2020, με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής να έχουν κηρυχθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και την Ευρώπη να εισέρχεται σταδιακά σε καραντίνα λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, λίγοι ήταν εκείνοι που ανησυχούσαν για την πορεία των προκριματικών εκλογών του Δημοκρατικού Κόμματος. Αλλωστε, μέσα στο δεκαήμερο που είχε προηγηθεί, τα τελευταία προγνωστικά είχαν ανατραπεί, ο Μπέρνι Σάντερς από αδιαφιλονίκητος πρωτοπόρος είχε μεταβληθεί σε ασθμαίνοντα δεύτερο, και ο Τζο Μπάιντεν από ξοφλημένος πρώην πολιτικός σε αναμενόμενο διάδοχο του Ντόναλντ Τραμπ. Μετά τη Σούπερ Τρίτη της 3ης Μαρτίου, όταν ο Μπάιντεν κέρδισε 10 Πολιτείες, είχαν υποχωρήσει και οι φοβίες όσων πίστευαν ότι ο «αριστερός» Σάντερς θα καταπόντιζε τους Δημοκρατικούς στις προεδρικές εκλογές ή θα θριάμβευε εγκαθιδρύοντας τον σοσιαλισμό στην Αμερική. Η δήλωσή του, λοιπόν, εκείνο το βράδυ, στην τελευταία τηλεοπτική αναμέτρηση των υποψηφίων, ότι «αν λάβω το χρίσμα, θα προτείνω μια γυναίκα για το αξίωμα του αντιπροέδρου», χάθηκε μέσα στο κύμα της πρωτόγνωρης εν καιρό ειρήνης μεταβολής των συνθηκών της καθημερινής ζωής στη Δύση. Τέσσερις μήνες μετά, η πανδημία πόρρω απέχει από το να έχει εξαφανιστεί, ειδικά στις ΗΠΑ, ωστόσο η κανονικότητα έχει επανέλθει σε βαθμό ώστε η πολιτική να εκτοπίζει τον κορωνοϊό από τα πρωτοσέλιδα. Και καθώς ο Τζο Μπάιντεν διαθέτει μεγάλο προβάδισμα σε βάρος του Τραμπ στις δημοσκοπήσεις και η ανακοίνωση του ονόματος της υποψήφιας αντιπροέδρου του επίκειται, πολλοί επισημαίνουν ότι η Καμάλα Χάρις, η Ελίζαμπεθ Γουόρεν, η Σούζαν Ράις, η Μισέλ Λουχάν Γκρίσαμ ή όποια άλλη επιλέξει τελικά δεν θα είναι μόνο η πρώτη γυναίκα στο αξίωμα, αλλά και η ισχυρότερη κάτοχός του και, πιθανώς, η επόμενη πρόεδρος της χώρας.

Σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες

Ενας αντιπρόεδρος σπάνια βγαίνει από τη σκιά του προέδρου υπό τον οποίο έχει εκλεγεί. Ο ρόλος του είναι να αποτελεί αντίβαρο: πιο συντηρητικός, πιο φιλελεύθερος, πιο νέος, πιο γέρος, με απήχηση σε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες ή γεωγραφικές περιφέρειες. Δεν προορίζεται για πρωταγωνιστής, αλλά για ρολίστας. Για να αποκτήσει δική του πολιτική υπόσταση πρέπει να συντρέχουν ειδικές συνθήκες. Ο Θεόδωρος Ρούζβελτ βγήκε στο προσκήνιο επειδή δολοφονήθηκε ο πρόεδρος Μακ Κίνλεϊ. Ο Χάρι Τρούμαν επειδή πέθανε ο Φράνκλιν Ρούζβελτ. Ο Ρίτσαρντ Νίξον επειδή έτυχε να εξουδετερωθούν όλοι οι πολιτικοί του αντίπαλοι. Ο Τζέραλντ Φορντ επειδή παραιτήθηκε ο Ρίτσαρντ Νίξον. Ο Τζο Μπάιντεν, αν τα καταφέρει, επειδή ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα έπρεπε καν να είναι πρόεδρος.

Η δική του περίπτωση, ωστόσο, είναι ιδιαίτερη λόγω ηλικίας. Στα 78 του χρόνια τον Νοέμβριο, εφόσον εκλεγεί, ο Μπάιντεν θα είναι ο γηραιότερος πρόεδρος κατά πολύ, σπάζοντας για επτά χρόνια το ρεκόρ που έθεσε στα 71 του ο Ντόναλντ Τραμπ το 2016. Αφήνοντας κατά μέρος τις πρόσφατες γηριατρικές προτιμήσεις του αμερικανικού εκλογικού σώματος, δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί τον τότε 82χρονο Μπάιντεν να κατεβαίνει εκ νέου στον πολιτικό στίβο το 2024 – έχει και ο ίδιος άλλωστε χαρακτηρίσει τον εαυτό του «μεταβατικό υποψήφιο». Κατά συνέπεια, η αντιπρόεδρός του θα έχει σημαντικό προβάδισμα για το δαχτυλίδι της διαδοχής. Και θα μπορεί να επικαλείται τόσο το επιχείρημα της κυβερνητικής εμπειρίας όσο και αυτό ενός νέου ξεκινήματος.

«Νέου», κυριολεκτικά. Ο γηραιός Μπάιντεν είναι υποχρεωμένος να αγνοήσει την παλιά φρουρά. Για την ακρίβεια, είναι υποχρεωμένος να υιοθετήσει το αντίστροφο σχήμα του Μπαράκ Ομπάμα. Εκεί που ο νέος, άπειρος πρόεδρος πρόβαλλε την εμπειρία στο πρόσωπο του αντιπροέδρου Μπάιντεν, τώρα ο ίδιος αναζητεί τη νεότητα στο πρόσωπο της δικής του συνυποψήφιας. Η νεότητα όμως δεν αρκεί. Παραδοσιακά, στην ανάδειξη του αντιπροέδρου συμβάλλει εκτός από τους εκλογικούς υπολογισμούς και ένα αλισβερίσι με τα κομματικά λόμπι. Σήμερα, ωστόσο, στο εξαιρετικά φορτισμένο πολιτικό κλίμα της πανδημίας και του τεράστιου κύματος διαμαρτυριών στον απόηχο του φόνου του Τζορτζ Φλόιντ από την αστυνομία της Μινεάπολης στις 25 Μαΐου 2020, ένα ισχυρό ρεύμα που υπερβαίνει τις εσωκομματικές συμβάσεις ωθεί στην επιλογή μιας μαύρης αντιπροέδρου: σε πρόσφατη δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου Μονμάουθ, 6 στους 10 Δημοκρατικούς που πήραν μέρος στις προκριματικές εκλογές δήλωναν ότι κάτι τέτοιο αυξάνει τις πιθανότητες επικράτησης του Μπάιντεν.

Η αλήθεια είναι ότι ένα τέτοιο δίδυμο ήταν πιθανό εξαρχής. Οχι τόσο λόγω του προηγουμένου του Μπαράκ Ομπάμα όσο εξαιτίας του γεγονότος ότι το Δημοκρατικό Κόμμα εκφράζει πλέον πολύ περισσότερο την ενσωμάτωση στο πολιτικό σύστημα των Αφροαμερικανών, των Ισπανόφωνων, των αμερικανικής καταγωγής Ασιατών και των υπόλοιπων μικρότερων αριθμητικά εθνοτικών στοιχείων του πληθυσμού. Ως εκ τούτου, προωθεί πολύ ευκολότερα παρόμοια στελέχη στα υψηλότερα στρώματα της ηγεσίας. Η 52χρονη Τάμι Ντάκγουορθ, για παράδειγμα, γεννημένη στην Ταϊλάνδη, τραυματίας πολέμου στο Ιράκ, όπου έχασε και τα δύο της πόδια όταν το ελικόπτερο που πιλόταρε κατερρίφθη από πύραυλο των ανταρτών το 2004, γερουσιαστής της Πολιτείας του Ιλινόις σήμερα, έγινε το 2012 η πρώτη γυναίκα με αναπηρία που εξελέγη στο Κογκρέσο. Θεωρείται όχι μόνο ανερχόμενη παρουσία, αλλά και άτομο που δεν μασάει τα λόγια του: όταν στις αρχές Ιουλίου ο Τάκερ Κάρλσον του Fox News την κατέταξε μεταξύ όσων «μισούν πραγματικά την Αμερική» εξαιτίας των θέσεών της στο ζήτημα της απόσυρσης των αγαλμάτων οπαδών της δουλείας, εκείνη απάντησε με ένα φαρμακερό tweet – «μήπως θα ήθελε ο Τάκερ Κάρλσον να περπατήσει ένα μίλι με τα δικά μου πόδια και μετά να μου πει ότι μισώ την Αμερική;».

Εξίσου αποδεκτή για πολλούς θα ήταν και η υποψηφιότητα της 55χρονης Σούζαν Ράις. Aπόφοιτoς των Πανεπιστημίων του Στάνφορντ και της Οξφόρδης, υφυπουργός στην κυβέρνηση Κλίντον, πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στον ΟΗΕ και σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας επί Μπαράκ Ομπάμα, θα αποτελούσε τον ιδανικό συνεργάτη ενός ηλικιωμένου προέδρου: γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τους διαδρόμους της εξουσίας, θα μπορούσε να τον αναπληρώσει ασυζητητί εφόσον παρουσιαζόταν ανάγκη. Οπως έγραφε χαρακτηριστικά ο αρθρογράφος Στιβ Τσάπμαν στα τέλη Ιουνίου στη «Chicago Tribune», «όχι μόνο διαθέτει καλύτερα διαπιστευτήρια από τις άλλες υποψήφιες ως προς τα ζητήματα εξωτερικών υποθέσεων και άμυνας, έχει καλύτερα διαπιστευτήρια από όλους τους προέδρους που πέρασαν από το αξίωμα από την εποχή του Ρίτσαρντ Νίξον».

Το outsider Γουόρεν και το φαβορί Χάρις

Αν επικρατούσαν αυστηρά πολιτικά κριτήρια, η θέση θα ήταν ήδη εξασφαλισμένη για την Ελίζαμπεθ Γουόρεν. Γοητευτικότερη επιλογή από τη Χίλαρι το 2016, η 71χρονη γερουσιαστής της Μασαχουσέτης και πρώην καθηγήτρια της περίφημης Νομικής Σχολής του Χάρβαρντ ήταν πιο προοδευτική και πιο φρέσκια από την Κλίντον, προτίμησε όμως να μη σταθεί απέναντί της και θα αποτελεί ένα από τα μεγάλα «what if?» της Ιστορίας το αν θα είχε κινητοποιήσει περισσότερο τη βάση του κόμματος στις Πολιτείες που έγειραν τελικά την πλάστιγγα υπέρ του Τραμπ στο εκλεκτορικό κολέγιο. Στο κλίμα του 2020 και η δική της υποψηφιότητα για το χρίσμα των Δημοκρατικών θεωρήθηκε υπέρ το δέον «αριστερή», προπάντων η δέσμευσή της για ένα καθολικό σύστημα υγείας – το οποίο, παρεμπιπτόντως, εκ των υστέρων και μετά τον κορωνοϊό φαντάζει πιο αναγκαίο από ποτέ, καθώς σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών (CDC) για «λόγους κοινωνικών ανισοτήτων και συστημικούς λόγους υγείας» Αφροαμερικανοί, γηγενείς Αμερικανοί και Ισπανόφωνοι κινδυνεύουν από την πανδημία 4 έως 5 φορές περισσότερο από τους λευκούς. Η παρουσία της Γουόρεν θα συμφιλίωνε τους ακραιφνείς liberals με την ιδέα του χλιαρού κεντρώου Μπάιντεν, ιδιαίτερα με την προοπτική να αποτελέσει εκείνη τον μελλοντικό σημαιοφόρο της παράταξης. Ωστόσο, η κρίση του Κρις Σιλίζα του CNN στις 9 Ιουλίου ήταν ενδεικτική: «Σε μια εποχή που το φυλετικό ζήτημα έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις, θα ήθελε ένας λευκός άνδρας να επιλέξει μια λευκή γυναίκα ως συναρχηγό του Δημοκρατικού Κόμματος;».

Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, το online πρακτορείο στοιχημάτων PredictIt δίνει 41% πιθανότητες στην Καμάλα Χάρις, τις υψηλότερες από κάθε άλλο όνομα, να λάβει το χρίσμα της υποψήφιας αντιπροέδρου. Κόρη τζαμαϊκανού καθηγητή Οικονομικών του Στάνφορντ και διδάκτορος Ενδοκρινολογίας από την Ινδία, η 55χρονη πρώην γενική εισαγγελέας και νυν γερουσιαστής της Πολιτείας της Καλιφόρνιας τάχθηκε πρόσφατα σθεναρά υπέρ της ριζικής αναμόρφωσης της αμερικανικής Αστυνομίας, ζήτημα-αγκάθι μετά τον φόνο του Τζορτζ Φλόιντ. Υποψήφια πρόεδρος και εκείνη, αποσύρθηκε νωρίς (τον Δεκέμβριο του 2019), προέρχεται από μια Πολιτεία με σημαντική επιρροή και άφθονες πηγές χρηματοδότησης. Ο Μπάιντεν τής έχει επιδαψιλεύσει επαίνους («μπορεί να γίνει η ίδια πρόεδρος κάποτε, μπορεί να γίνει αντιπρόεδρος ή δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου»), τα μέσα ενημέρωσης την αντιμετωπίζουν ως τη φυσιολογική επιλογή, ιδανικό συμπλήρωμα από απόψεως πολιτικού αφηγήματος, εκπροσώπησης της κομματικής ανθρωπογεωγραφίας και απήχησης στην κοινή γνώμη.

Επειδή ακριβώς η Χάρις θεωρείται η λογική επιλογή εδώ και καιρό, η έκπληξη δεν αποκλείεται. Θα μπορούσε ίσως αυτή να ενσαρκωθεί στο πρόσωπο της Μισέλ Λουχάν Γκρίσαμ, της ισπανόφωνης κυβερνήτου του Νέου Μεξικού που διακρίθηκε στην επιτυχή αντιμετώπιση του κορωνοϊού ή της αφροαμερικανής δημάρχου της Ατλάντα Κέισα Λανς Μπότομς που αντιμετώπισε με ευελιξία το κύμα των εκρηκτικών διαδηλώσεων των τελευταίων μηνών και την περασμένη εβδομάδα ανακοίνωσε ότι είναι θετική στην COVID-19 ή της αφροαμερικανής βουλευτού Κάρεν Μπας, που είναι αποδεκτή ακόμη και από επιφανείς συντηρητικούς Ρεπουμπλικανούς; Ενας παράγοντας διόλου αμελητέος (και έως τώρα παραγνωρισμένος) είναι αυτός των φιλοδοξιών του ίδιου του Μπάιντεν: ο Εντουαρντ-Αϊζακ Ντόβερ έγραφε στο «The Atlantic» στα μέσα Ιουλίου ότι «ο Μπάιντεν θέλει να νικήσει και η νίκη αυτή να είναι δική του, όχι του αντιπροέδρου του». Οπως σημείωνε στις 18 Ιουλίου o Κρίστιαν Παζ στο ίδιο περιοδικό, επιθυμεί δίπλα του κάποια με την οποία θα μπορούσε να συνεργαστεί αρμονικά, «το πρόσωπο που θα τον βοηθήσει καλύτερα στη διαχείριση της προεδρίας του μεγέθους του Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ που λέγεται ότι οργανώνει». Το εργασιακό μοντέλο του για έναν τέτοιο διευρυμένο Λευκό Οίκο είναι εκείνο που είχε ο ίδιος με τον Μπαράκ Ομπάμα: ο αντιπρόεδρος ως γενικός σύμβουλος του προέδρου, έτοιμος να αναλάβει όχι συγκεκριμένους τομείς αλλά συγκεκριμένες επιμέρους αποστολές, από την πολιτική ομοβροντία κατά των αντιπάλων έως τον συντονισμό της κατεύθυνσης υποθέσεων της εξωτερικής πολιτικής. Ο Τζο Μπάιντεν ως αντιπρόεδρος ήταν, κατά δήλωσή του, «ο τελευταίος άνθρωπος στο δωμάτιο» με τον πρόεδρο. Εφόσον εκλεγεί, η δική του αντιπρόεδρος θα είναι και η πρώτη γυναίκα στον προθάλαμο της εξουσίας.

BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk