Η πρώτη ημέρα που ο καθηγητής Λοιμωδών Νοσημάτων στη Σχολή Τροπικής Ιατρικής του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ Πολ Γκάρνερ εμφάνισε συμπτώματα της COVID-19 ήταν η 19η Μαρτίου. Ενενήντα ολόκληρες ημέρες μετά, ενόσω μιλούσαμε στο zoom, η εικόνα του ήταν αυτή ενός ανθρώπου εξαντλημένου, που με δυσκολία μπορούσε να συγκεντρωθεί. «Παλεύω ακόμη με τη νόσο – δεν ξέρω κάθε πρωί που θα ξυπνήσω τι με περιμένει» ήταν τα πρώτα λόγια του. Ο καθηγητής Γκάρνερ έχει, λόγω της ιδιότητάς του, προσβληθεί από σοβαρές νόσους, όπως ο δάγκειος πυρετός και η ελονοσία. Ωστόσο, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος μας περιέγραψε, αυτό που βιώνει με τον νέο κορωνοϊό είναι κάτι που δεν έχει ξαναβιώσει. Συμπτώματα έντονα – πονοκέφαλοι, πόνοι σε ολόκληρο το σώμα, αδυναμία, τρομερή κόπωση, ομίχλη στον εγκέφαλο, μυρμηγκιάσματα στα άκρα, εμβοές στα αφτιά, αρθρίτιδα – που υποχωρούν για λίγο και επανέρχονται δριμύτερα. «Ενα τρενάκι του τρόμου επί τρεις ολόκληρους μήνες, και ποιος ξέρει για πόσο ακόμη» όπως είπε. Σε αυτό το ίδιο «τρένο» συνεπιβάτες του φαίνεται να έχει (δυστυχώς) πολλούς άλλους «ασθενείς διαρκείας» με COVID-19 – εκτιμάται, με βάση ανεπίσημα στοιχεία που προκύπτουν από δημοσκοπήσεις και εφαρμογές σε κινητά, καθώς τώρα η ιατρική κοινότητα αρχίζει να ασχολείται με αυτή την κατηγορία πασχόντων, ότι ποσοστό που αγγίζει έως και το 10% επί του συνόλου των ατόμων που έχουν μολυνθεί με SARS-CoV-2 παρουσιάζουν επίμονα και παρατεταμένα συμπτώματα επί αρκετές εβδομάδες ή και μήνες.

Προσωπικές αφηγήσεις

Μια τέτοια… συνταξιδιώτισσα του καθηγητή Γκάρνερ στο επώδυνο ταξίδι με τον νέο κορωνοϊό είναι και η Αθήνα Ακραμί (με το τόσο ελληνικό όνομα το οποίο οφείλει στον φιλόσοφο πατέρα της και στην αγάπη και των δύο γονιών της για την ελληνική μυθολογία), νευροεπιστήμονας, επικεφαλής του Εργαστηρίου για τη Μάθηση, τη Συλλογιστική και τη Μνήμη (LIM Lab) στο University College του Λονδίνου. Η δρ Ακραμί έχει ήδη συμπληρώσει ένα τρίμηνο «συντροφιά» με τα δυσάρεστα… απόνερα του νέου κορωνοϊού και ταλαιπωρείται ακόμη από συμπτώματα που έρχονται και παρέρχονται καθιστώντας την άκρως αδύναμη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως μας μετέφερε, την ώρα που απαντούσε στις γραπτές ερωτήσεις μας περνούσε ένα νέο «κύμα» πυρετού, ενώ ακόμη και η διαδικασία της γραφής ήταν εξουθενωτική αφού ένιωθε βελόνες να τρυπούν τα δάχτυλά της με αποτέλεσμα να σταματά κάθε δύο λεπτά για να ξεκουράζεται. Ασθενείς σαν τους δρες Γκάρνερ και Ακραμί δεν περιλαμβάνονται καν στις επίσημες στατιστικές των κρουσμάτων του ιού – όταν νόσησαν δεν υπήρχαν τεστ διαθέσιμα στη χώρα τους για να υποβληθούν σε διαγνωστικό έλεγχο. Το ότι είναι όμως επισήμως «αόρατοι» δεν σημαίνει ότι είναι και ανύπαρκτοι. Για αυτό και ζητούν από τις αρμόδιες υγιεονομικές αρχές να στρέψουν το βλέμμα τους επάνω τους και να ασχοληθούν με τους, ως φαίνεται, ουκ ολίγους «κορωνο-ασθενείς διαρκείας».

Το αυτόματο απαντητικό e-mail που έρχεται από τον καθηγητή Γκάρνερ όταν κάποιος τον αναζητεί είναι πρωτόγνωρο: «Ο καθηγητής πάσχει από κόπωση COVID-19 και αναρρώνει». Οπως πρωτόγνωρα είναι τα όσα έχουμε όλοι ζήσει τους τελευταίους μήνες εξαιτίας της πανδημίας, πόσω μάλλον εκείνοι που, όπως ο δρ Γκάρνερ, έχουν νιώσει τα «αποτυπώματα» του SARS-CoV-2 επί μακρόν κυριολεκτικώς στο πετσί τους. Πώς ξεκίνησε το ταξίδι του βρετανού καθηγητή με τον νέο κορωνοϊό; «Βρισκόμουν, όπως κάθε ημέρα, στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ, στο οποίο έρχομαι σε επαφή με πολλούς γιατρούς, αρκετοί εκ των οποίων νοσήλευαν στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ασθενείς με COVID-19 – πιθανώς λοιπόν ο ιός να μου μεταδόθηκε από κάποιον συνάδελφο, όπως συνέβη και με πολλούς φοιτητές μου που μολύνθηκαν με τον ιό. Είχα έναν ελαφρύ βήχα, όχι περισσότερο από αυτόν που έχει κάποιος με ένα κοινό κρυολόγημα, αλλά καθόλου πυρετό – μάλιστα καθ’ όλη τη διάρκεια της νόσησής μου δεν εμφάνισα ποτέ πυρετό. Βρισκόμουν σε τηλεδιάσκεψη με τον Ντέιβιντ Ναμπάρο, ειδικό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την αντιμετώπιση της COVID-19, και εκείνος με προέτρεψε να επιστρέψω σπίτι μου και να παραμείνω εκεί, αφού εμφάνιζα έστω και αυτό το αθώο σύμπτωμα, όπως θα έπρεπε να κάνουν όλοι με το παραμικρό σύμπτωμα. Ετσι ακριβώς έπραξα».

Ποικιλία συμπτωμάτων

Τρεις-τέσσερις ημέρες αργότερα ο δρ Γκάρνερ άρχισε να αισθάνεται πολύ άσχημα. «Είχα ανοσμία και αισθανόμουν πλήρως εξαντλημένος – δεν μπορούσα να φέρω εις πέρας ακόμη και τα πιο απλά πράγματα, όπως το να σηκωθώ από το κρεβάτι. Πονούσε όλο μου το σώμα, είχα φρικτούς πονοκεφάλους που διαρκούσαν επί ημέρες. Και όταν κάποια στιγμή τα συμπτώματα αυτά υποχωρούσαν και ένιωθα πιο αισιόδοξος, ερχόταν ένα νέο κύμα άλλων συμπτωμάτων: δύσπνοια, πόνοι στα πόδια, μυρμηγκιάσματα και πόνοι αρθρίτιδας στα χέρια». Για πρώτη φορά τόλμησε να βγει από το σπίτι για μια μικρή βόλτα κατά την πέμπτη εβδομάδα από την έναρξη των συμπτωμάτων. «Μετά από αυτή τη βόλτα έπεσα στο κρεβάτι επί δύο εβδομάδες, ενώ χρειάστηκε ακόμη και να μπω στο νοσοκομείο, καθώς είχα δύσπνοια και πόνους στο στέρνο. Οι γιατροί φοβήθηκαν για πνευμονική εμβολή αφού ο νέος κορωνοϊός μπορεί να προκαλέσει θρομβώσεις και οι θρόμβοι είναι πιθανό να ταξιδέψουν ως τους πνεύμονες, κάτι που ευτυχώς δεν συνέβαινε. Τώρα πια, τρεις μήνες μετά, μπορώ να περπατήσω μια-δυο φορές την εβδομάδα, τέσσερα ή πέντε χιλιόμετρα. Αν όμως το παρακάνω, θα χρειαστεί να μείνω στο κρεβάτι για τουλάχιστον δύο με τρεις ημέρες – και όλα αυτά ενώ πριν από τον κορωνοϊό γυμναζόμουν συστηματικά και ήμουν σε πολύ καλή φυσική κατάσταση».

Ο ιός προκαλεί και πολλά, άκρως ενοχλητικά νευρολογικά συμπτώματα, ορισμένα εκ των οποίων είναι ιδιαιτέρως επίμονα, σημείωσε ο βρετανός καθηγητής. «Υπάρχει μια συνεχής ομίχλη στον εγκέφαλο, σοβαρό πρόβλημα συγκέντρωσης, εμβοές στα αφτιά. Ακόμη και σήμερα, τόσους μήνες μετά την πρώτη εκδήλωση της νόσου, δεν έχω ικανότητα συγκέντρωσης μεγαλύτερη από μισή ώρα τη φορά. Εχω ξεκινήσει να εργάζομαι με πολύ αργούς ρυθμούς από το σπίτι, ωστόσο οι γιατροί μου μού έχουν οργανώσει ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει ελάχιστη εργασία – όχι πάνω από μία ώρα ημερησίως – και πολλή ξεκούραση στα μεσοδιαστήματα».

 

Ελλείψεις διαγνωστικών τεστ

O δρ Γκάρνερ δεν υπεβλήθη σε μοριακό έλεγχο για διάγνωση του ιού καθώς, όπως εξήγησε, «δεν υπήρχαν καν διαθέσιμα τεστ στη Βρετανία όταν αρρώστησα. Ωστόσο επειδή ασχολούμαι και εγώ όλη αυτή την περίοδο συστηματικά με τον νέο κορωνοϊό – είμαι συντονιστής της Ομάδας για τα Λοιμώδη Νοσήματα του διακεκριμένου οργανισμού Cochrane που συλλέγει και οργανώνει τα ευρήματα των ιατρικών μελετών – ήξερα ότι δεν μπορεί να είχα κάτι άλλο παρά COVID-19. Και τρεις διαφορετικοί γιατροί που με παρακολουθούν μου επιβεβαιώνουν ότι προσβλήθηκα από τον νέο κορωνοϊό».

Προκειμένου να έλθει στο φως το θέμα της νόσησης διαρκείας με COVID-19, ο καθηγητής έγραψε ένα σχετικό βιωματικό άρθρο μέσα στον Μάιο στην επιθεώρηση «British Medical Journal». Μετά τη δημοσίευση του άρθρου εκατοντάδες ασθενείς ήλθαν σε επαφή μαζί του ευχαριστώντας τον που κάποιος εξέφρασε αυτό που και οι ίδιοι νιώθουν, χωρίς μάλιστα να βρίσκουν στήριξη ακόμη και από τον στενό περίγυρό τους που συχνά θεωρεί ότι το πρόβλημά τους είναι…  ψυχιατρικής φύσεως. «Πιστεύω ότι είναι πολλά τα άτομα που υποφέρουν επί μακρόν εξαιτίας του ιού και δεν τους δίνεται η δέουσα σημασία ούτε από τους γιατρούς ούτε από τους οικείους τους. «Νόμιζα ότι τρελαίνομαι, μέχρι που εξέφρασες με τον καλύτερο τρόπο αυτό που μου συμβαίνει επί μήνες» μου έγραψαν πολλοί πάσχοντες στο blog της ΒΜJ».

 

Πολλές άγνωστες παράμετροι

Ο καθηγητής Γκάρνερ αλλά και οι θεράποντες γιατροί του δεν έχουν ιδέα πόσο ακόμη μπορεί να διαρκέσουν αυτά τα συμπτώματα. Ας μην ξεχνούμε ότι μιλάμε για έναν νέο ιό, άγνωστο πριν από έξι μήνες στην ανθρωπότητα, του οποίου τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μένει να δούμε στο μέλλον. «Υπολογίζουμε ότι μπορεί να έχω μπροστά μου και άλλες εβδομάδες ή ακόμη και μήνες με συμπτώματα. Αλλά κανένας δεν ξέρει με σιγουριά». Οπως κανένας δεν ξέρει με σιγουριά πόσοι τελικώς είναι αυτοί οι τόσο ταλαιπωρημένοι επί τόσο μεγάλο διάστημα ασθενείς με COVID-19, υπογράμμισε ο καθηγητής. «Πολλοί από εμάς δεν νοσηλευθήκαμε ποτέ, θεωρούμαστε ήπιες περιπτώσεις, ενώ δεν μας έγινε διαγνωστικό τεστ. Αρα δεν ανήκουμε καν στις στατιστικές του νέου κορωνοϊού. Δεν υπάρχουμε ως ασθενείς με COVID-19 ενώ στην πραγματικότητα αποτελούμε μια κατηγορία ασθενών που απαιτεί σοβαρή περαιτέρω διερεύνηση. Πιστεύω ότι τώρα που το θέμα έχει αρχίσει να γίνεται γνωστό θα εμφανίζονται ολοένα και περισσότεροι τέτοιοι ασθενείς. Εκτιμώ ότι είμαστε πολλοί – τα διαθέσιμα στοιχεία αναφέρουν έως και 10% επί των μολυσμένων ατόμων – και καλύπτουμε ένα μεγάλο ηλικιακό εύρος. Μια γειτόνισσά μου με COVID-19 που εμφανίζει τα ίδια ακριβώς συμπτώματα με εμένα εδώ και δύο μήνες είναι νεότατη – μόλις στα μέσα της δεκαετίας των 30 – και μέχρι να της χτυπήσει την πόρτα ο νέος κορωνοϊός ήταν υγιέστατη».

Νεότατη είναι και η δρ Ακραμί που ταλαιπωρείται εδώ και τρεις μήνες από τον νέο κορωνοϊό. Για εκείνη η πρώτη ημέρα του ιο-μαρτυρίου ήταν η 17η Μαρτίου. «Αρχικά εμφάνισα πυρετό και βήχα. Σύντομα όμως εκδήλωσα μια πληθώρα συμπτωμάτων: δύσπνοια, πόνους σε ολόκληρο το σώμα και κυρίως στις αρθρώσεις των χεριών, απίστευτη κόπωση, πόνους στο στέρνο, ταχυκαρδία, πόνους στους νεφρούς, γαστρεντερικά προβλήματα, πολύ έντονα μυρμηγκιάσματα στα χέρια και στα πόδια, πονοκέφαλο, ζάλη, ομίχλη στον εγκέφαλο, απώλεια συγκέντρωσης, απώλεια βραχυπρόθεσμης μνήμης». Ορισμένα από τα συμπτώματα αυτά υποχώρησαν – με κόπο και πόνο αφού «υπήρχαν ημέρες που δεν μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι, ενώ άλλες, αν ανέβαινα τη σκάλα του σπιτιού μου, χρειαζόταν να μείνω ξαπλωμένη για το υπόλοιπο 24ωρο» – άλλα όμως όχι. «Ο βήχας, η δύσπνοια και τα γαστρεντερικά προβλήματα πέρασαν μετά από τρεις με τέσσερις εβδομάδες. Σε πολύ καλύτερο επίπεδο είναι και η ζάλη καθώς και η ομίχλη του μυαλού μου. Ωστόσο τα υπόλοιπα συμπτώματα είναι εδώ, έρχονται, παρέρχονται και επανέρχονται».

 

Κανονικότητα σε δόσεις

Η «νέα κανονικότητα» της δρος Ακραμί είναι άκρως περιορισμένη (και περιοριστική). «Η ζωή μου αφορά αυτήν την περίοδο το τρίπτυχο κρεβάτι – καναπές – κουζίνα (η τελευταία για πολύ σύντομες επισκέψεις). Αν ξεφύγω λίγο, τα συμπτώματα επανέρχονται, και κυρίως ο πυρετός και οι πόνοι στις αρθρώσεις. Πριν από δύο ημέρες έκανα λίγο περπάτημα για πρώτη φορά μετά από τρεις εβδομάδες και έκτοτε έχω πυρετό, κόπωση, πόνους στα χέρια. Χαίρομαι ωστόσο που, έστω και μερικώς, το επίπεδο της πνευματικής μου δραστηριότητας έχει επανέλθει και έτσι μπορώ να ασχοληθώ από το σπίτι με την επιστήμη μου. Κάτι τέτοιο μου ήταν αδύνατον τους πρώτους δύο μήνες από τη στιγμή που εμφάνισα συμπτώματα». Και αυτή η «νέα (ιο)κανονικότητα» αφορά ένα άτομο το οποίο, όπως υπογράμμισε, ήταν υπερδραστήριο στην π.Ν.Κ (προ νέου κορωνοϊού) εποχή. «Είμαι επικεφαλής εργαστηρίου νευροεπιστήμης με περισσότερα από δέκα μέλη, εργαζόμουν καθημερινά περί τις 10 ώρες, πήγαινα γυμναστήριο τρεις φορές την εβδομάδα, ζωγράφιζα πολύ».

Πώς μπορεί να μολύνθηκε η δρ Ακραμί με τον SARS-CoV-2; «Πιθανώς στη δουλειά, πιθανώς στα μέσα μαζικής μεταφοράς που χρησιμοποιούσα για να πηγαίνω στη δουλειά. Πολλοί συνάδελφοί μου εμφάνισαν επίσης συμπτώματα, αλλά ευτυχώς οι περισσότεροι είχαν ήπια νόσο και τα συμπτώματά τους υποχώρησαν μετά από περίπου δύο εβδομάδες. Και ο σύζυγός μου νόσησε. Δεν είχε ποτέ πυρετό, αλλά παρουσίασε δύσπνοια, πονοκέφαλο, πονόλαιμο και κόπωση για αρκετό διάστημα. Συνολικά τα συμπτώματά του ήταν πιο ήπια και αισθάνεται καλύτερα από εμένα, ωστόσο ούτε εκείνος έχει επιστρέψει πλήρως στα καθήκοντά του».

Η δική της πορεία όμως ήταν πολύ πιο δύσκολη. «Μεταφέρθηκα δύο φορές στο νοσοκομείο. Η πρώτη φορά ήταν κατά την τέταρτη εβδομάδα από την εμφάνιση συμπτωμάτων. Ζήτησα να υποβληθώ σε διαγνωστικό τεστ, ωστόσο αρνήθηκαν να με υποβάλουν αναφέροντάς μου ότι κατ’ αρχάς τα αποτελέσματα χρειάζονταν 48 ώρες να εξαχθούν και το διάστημα αυτό ήταν πολύ μεγάλο για να περιμένουμε, καθώς η κατάστασή μου απαιτούσε άμεση θεραπεία και κατά δεύτερον ότι είχαν ήδη περάσει τέσσερις εβδομάδες από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων, οπότε η εξέταση με PCR θα ήταν αναξιόπιστη – να σημειώσω ότι όταν πρωτονόσησα δεν υπήρχαν καν τεστ διαθέσιμα. Η δεύτερη φορά που μεταφέρθηκα στο νοσοκομείο ήταν κατά την έκτη εβδομάδα από τη στιγμή εμφάνισης των πρώτων συμπτωμάτων, εξαιτίας μιας μεγάλης υποτροπής και υψηλού πυρετού. Δεν έχω υποβληθεί ακόμη και σήμερα σε τεστ αντισωμάτων καθώς θεωρώ ότι είναι αναξιόπιστα».

 

Ευθύνες στη βρετανική κυβέρνηση

Και οι δύο άκρως ταλαιπωρημένοι από τον SARS-CoV-2 επιστήμονες στους οποίους μιλήσαμε σχολίασαν τους κορωνο-χειρισμούς της βρετανικής κυβέρνησης. «Μπορεί να μην ανήκω στις επίσημες στατιστικές σχετικά με τα κρούσματα του ιού, ανήκω όμως μάλλον στις παράπλευρες απώλειες της προσπάθειας που έγινε αρχικώς στη Βρετανία για επίτευξη συλλογικής ανοσίας. Τι επετεύχθη τελικώς από αυτή τη στρατηγική; Να είμαι ήδη τρεις μήνες άρρωστος, να μην εργάζομαι, να επισκέπτομαι νοσοκομεία. Ολα αυτά κάτι λένε για τον χειρισμό της κατάστασης από τη βρετανική κυβέρνηση» σημείωσε ο καθηγητής Γκάρνερ. Από την πλευρά της η δρ Ακραμί τόνισε ότι «για τους ιθύνοντες ο τυπικός ορισμός για τη νόσο COVID-19 είναι είτε η ήπια νόσος που δεν χρειάζεται νοσηλεία και υποχωρεί σε δύο εβδομάδες, είτε η βαριά νόσος που χρειάζεται υποστήριξη της αναπνοής. Αυτό είναι απαραίτητο πλέον να αλλάξει. Εχουν περάσει σχεδόν έξι μήνες από την αρχή της πανδημίας και η πραγματικότητα της επί μακρόν ανάρρωσης είναι… πιο πραγματική από ποτέ. Δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή ακριβείς στατιστικές, ωστόσο τα υπάρχοντα στοιχεία τα οποία κατά κύριο λόγο προέρχονται από τις εφαρμογές καταγραφής συμπτωμάτων μαρτυρούν ότι περίπου το 10% των συμπτωματικών ατόμων παλεύουν με συμπτώματα διαρκείας. Είναι τεράστιος ο αριθμός! Πρέπει να δείξουν οι υπεύθυνοι της πολιτείας και οι γιατροί προσοχή σε όλους αυτούς τους ασθενείς».

Με τον νέο κορωνοϊό δεν φαίνεται να ισχύει πάντα το «ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό». Οπως δείχνουν οι ολοένα και περισσότερες περιπτώσεις ασθενών διαρκείας με COVID-19, μπορεί ο SARS-CoV-2 να μην τους σκοτώνει, τους καθιστά όμως αδύναμους και κανένας δεν ξέρει για πόσο ακόμη.

Οι ασθενείς… διαρκείας συσπειρώνονται

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ποσοστό περίπου του 80% των ανθρώπων που μολύνονται με τον νέο κορωνοϊό είναι είτε ασυμπτωματικοί είτε έχουν ήπια νόσο και αναρρώνουν μέσα σε δύο εβδομάδες κατά μέσο όρο. Οπως ωστόσο υποστηρίζουν ολοένα και περισσότεροι ασθενείς, μέσα σε αυτό το ποσοστό κρύβονται αρκετές περιπτώσεις που παλεύουν επί μήνες με σοβαρά και εξαντλητικά συμπτώματα και των οποίων οι φωνές πρέπει να ακουστούν. Ετσι έχουν ήδη δημιουργηθεί ομάδες υποστήριξης σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Slack και το Facebook, στις οποίες συμμετέχουν χιλιάδες ασθενείς που μοιράζονται τις εμπειρίες τους. Ιδιαιτέρως δημοφιλής στο Slack είναι η ομάδα υποστήριξης COVID-19 της κολεκτίβας για την ευζωία και εταιρείας ΜΜΕ Body Politic. Η ομάδα ξεκίνησε τον περασμένο Μάρτιο όταν τόσο η ιδρύτρια της Body Politic όσο και η διευθύντρια δημιουργικού νόσησαν με τον νέο κορωνοϊό και μέσα από αυτήν οι πάσχοντες ανταλλάσσουν εμπειρίες σχετικά με τη νόσο. Στην ομάδα (οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να εγγραφούν στη διεύθυνση https://docs.google.com/forms/d/e/1FAIpQLScM2EeJhgisTUdo5Op6euyx1PYu8O-aNeDVYhXuPFa_Gs9PnQ/viewform) περιλαμβάνεται μια υποκατηγορία ασθενών που εμφανίζουν συμπτώματα COVID-19 για πάνω από 30 ημέρες η οποία μετρά περισσότερα από 5.000 μέλη. Σε αυτούς τους ασθενείς ανήκει από τα τέλη Απριλίου και η δρ Ακραμί. «Ηταν ανακούφιση για εμένα το ότι βρήκα χιλιάδες ανθρώπους με το ίδιο πρόβλημα που δεν αναγνωρίζονται και δεν πληροφορούνται επισήμως για τη νόσο τους» μας είπε.

Μάλιστα η ομάδα της Body Politic με τη συμβολή επιστημόνων-μελών της όπως η δρ Ακραμί, έχει ήδη διεξαγάγει μια πρώτη δημοσκόπηση και τώρα, όπως μας ενημέρωσε η νευροεπιστήμονας του UCL, θα προχωρήσει σε μια δεύτερη. Η πρώτη δημοσκόπηση, η οποία πρέπει να τονιστεί ότι δεν αποτελεί κανονική μελέτη που έχει περάσει από τον έλεγχο κριτών και δεν έχει δημοσιευθεί σε επιστημονικό έντυπο, περιέλαβε 640 άτομα. Τρεις στους πέντε συμμετέχοντες ήταν ηλικίας 30-49 ετών, ποσοστό της τάξεως του 56% δεν είχε νοσηλευθεί, ενώ περίπου τέσσερις στους δέκα επισκέφθηκαν το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών κάποιου νοσοκομείου, αλλά δεν εισήχθησαν για νοσηλεία. Περίπου το ένα τέταρτο είχε διαγνωστεί θετικό στον νέο κορωνοϊό, ενώ περίπου οι μισοί δεν είχαν υποβληθεί καθόλου σε διαγνωστικό έλεγχο (να σημειώσουμε εδώ ότι πολλοί από τους ασθενείς εκδήλωσαν συμπτώματα μέσα στον Μάρτιο όταν οι χώρες τους εμφάνιζαν έλλειψη διαγνωστικών τεστ, ενώ αρκετοί δεν υποβλήθηκαν σε τεστ ενώ το ζήτησαν επειδή δεν εμφάνιζαν τα τυπικά συμπτώματα του ιού – παρότι πλέον έχει αποδειχθεί ότι η γκάμα των συμπτωμάτων είναι τεράστια και δεν περιορίζεται σε πυρετό και βήχα). Ενα τέταρτο των συμμετεχόντων στη δημοσκόπηση της Body Politic βγήκαν αρνητικοί στον ιό, γεγονός όμως που δεν σημαίνει ότι δεν είχαν μολυνθεί με αυτόν – τα διαγνωστικά τεστ δίνουν κάποιες φορές ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα και οι πιθανότητες για ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα αυξάνονται αν έχει περάσει περισσότερο από μια εβδομάδα από την έναρξη των συμπτωμάτων. Τώρα, όπως μας ανέφερε η δρ Ακράμι, «εργαζόμαστε επάνω στη δεύτερη δημοσκόπηση ώστε να εξαχθούν αναλυτικότερα στοιχεία για τους πάσχοντες διαρκείας. Σε αυτή τη φάση θα συμμετέχουν χιλιάδες άτομα καθώς η ομάδα έχει μεγαλώσει πάρα πολύ».

Πλήθος εφαρμογών

Υπάρχουν πάρα πολλές εφαρμογές πλέον μέσω των οποίων γίνεται μια «άτυπη» ιχνηλάτηση της COVID-19 (σύμφωνα μάλιστα με το ΜΙΤ, οι εφαρμογές του είδους ξεπερνούν τις 25 και πολλές εξ αυτών έχουν δημιουργηθεί από τις κυβερνήσεις κρατών). Μία από τις πιο δημοφιλείς είναι η Covid-19 tracker app που αναπτύχθηκε από ειδικούς του King’s College στο Λονδίνο. Στην εφαρμογή αυτή οποιοσδήποτε υποπτεύεται ότι έχει τη νόσο καταγράφει καθημερινά την εξέλιξη των συμπτωμάτων του. Την εφαρμογή του King’s College χρησιμοποιούν περί τα τρία με τέσσερα εκατομμύρια άτομα, κυρίως από τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον καθηγητή του King’s College Τιμ Σπέκτορ που συμμετέχει στην ομάδα των επιστημόνων πίσω από την Covid-19 tracker app, περί τους 200.000 από τους χρήστες αναφέρουν συμπτώματα τα οποία έχουν διαρκέσει τουλάχιστον έξι εβδομάδες. Η εφαρμογή έχει μέχρι στιγμής καταγράψει δεκαπέντε διαφορετικούς τύπους συμπτωμάτων, με ένα μοτίβο υποτροπών. Σε συνέντευξή του στη βρετανική εφημερίδα «The Guardian» ο καθηγητής Σπέκτορ ανέφερε ότι «έχω μελετήσει 100 διαφορετικές νόσους. Η COVID-19 είναι η πιο περίεργη που έχω συναντήσει στην καριέρα μου».

Για αυτή την περίεργη νόσο λοιπόν φαίνεται ότι απαιτείται ενδελεχέστερη, επιστημονικώς τεκμηριωμένη έρευνα. Και ήδη ξεκινούν επιστημονικές μελέτες που θα προσπαθήσουν να αποτυπώσουν τη μακρά πορεία της νόσου σε κάποιους ασθενείς καθώς και τις πιθανές μοριακές αλλαγές που αυτή μπορεί να επιφέρει στον οργανισμό τους. Χαρακτηριστική είναι μελέτη που ξεκινά από το Ιδρυμα Οpen Medicine και θα διαρκέσει δύο έτη. Στο πλαίσιό της θα διερευνηθεί αν η νόσος COVID-19 μπορεί να αποκτήσει χαρακτηριστικά χρόνιας κόπωσης σε ασθενείς. Στο νοσοκομείο St Vincent στο Σίδνεϊ έχει ήδη ξεκινήσει μελέτη που θα διαρκέσει ένα έτος η οποία έχει επίσης ως στόχο να διερευνήσει μεταξύ άλλων αν η COVID-19 μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα χρόνιας κόπωσης σε ασθενείς.  Οπως όλα δείχνουν, οι μελέτες του είδους θα αυξάνονται όσο ο καιρός περνά αλλά τα συμπτώματα του νέου κορωνοϊού… δεν περνούν σε όλο και περισσότερους ασθενείς.

Γιατί ταλαιπωρεί επί μακρόν κάποιους ασθενείς

Γιατί η COVID-19 δείχνει να… αγαπά κάποιους ασθενείς τόσο ώστε να αρνείται να τους «εγκαταλείψει» για μεγάλο διάστημα (άγνωστο ακόμη το πόσο είναι αυτό το διάστημα); Κανένας δεν γνωρίζει με σαφήνεια, έχουν ωστόσο εκφραστεί κάποιες πρώτες θεωρίες. Για παράδειγμα, η ανοσολόγος του Πανεπιστημίου Γέιλ Ακίκο Ιβασάκι έχει αναφέρει τρεις πιθανές αιτίες: πιθανώς λοιπόν τα άτομα που παρουσιάζουν για πολύ καιρό συμπτώματα του νέου κορωνοϊού να έχουν κρυμμένα μολυσματικά ιικά σωματίδια σε κάποια όργανα που λειτουργούν ως «αποθήκες», τα οποία και δεν μπορούν να «συλληφθούν» μέσω των συμβατικών τεστ που αφορούν λήψη δείγματος από τη μύτη. Μια άλλη πιθανότητα είναι τμήματα ιικών γονιδίων, τα οποία όμως δεν είναι μολυσματικά, να προκαλούν υπεραντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος των ασθενών – σαν ο οργανισμός να αντιδρά «στο φάντασμα του ιού». Το πιο πιθανό ωστόσο, σύμφωνα με τη δρα Ιβασάκι, είναι ότι ο ιός έχει πλέον εξαφανιστεί από τον οργανισμό, ωστόσο το ανοσοποιητικό σύστημα το οποίο αναγκάστηκε να αντιδράσει βίαια σε έναν τόσο επιθετικό «εισβολέα» έχει «κολλήσει» και συνεχίζει να υπεραντιδρά.

Και η καθηγήτρια Ιατρικής Αποκατάστασης στο King’s College του Λονδίνου Λιν Τέρνερ-Στόουκς έχει υποστηρίξει ότι η εισβολή του νέου κορωνοϊού στον οργανισμό είναι τόσο ισχυρή, ώστε πιθανώς οδηγεί κάποια άτομα σε παρατεταμένη ανοσολογική αντίδραση που χαρακτηρίζεται μάλιστα από πολλές υποτροπές.