«Μέγα το της θαλάσσης κράτος». Η φράση αναγράφεται στο έμβλημα του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, όπως, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, την απήγγειλε στον Επιτάφιο Λόγο του ο Περικλής το 430 π.Χ. Δεν είναι υπερβολή το ότι ο πολιτισμός μας είναι σε μεγάλο βαθμό πολιτισμός της θάλασσας, του λιμανιού και του πλοίου. Του χρόνου θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 – και άρα δεν είναι περιττό να θυμίσει κανείς πως στον απελευθερωτικό Αγώνα οι Ελληνες ηττήθηκαν αρκετές φορές στην ξηρά, αλλά ποτέ στη θάλασσα. Γιατί, καθώς έλεγε ο Ηρόδοτος, «έχουμε γη και πατρίδα, όταν έχουμε πλοία και θάλασσα».

Η ελληνική θάλασσα «γέννησε» τους πιο μεγάλους μύθους στη δυτική κουλτούρα: τον Τρωικό Πόλεμο, την Αργοναυτική Εκστρατεία και την Οδύσσεια. Τα μεσαιωνικά έπη της Ευρώπης, όπως το «Ασμα του Ρολάνδου» ή το «Επος των Νιμπελούνγκεν», μπορεί να είναι σημαντικά αλλά δεν συγκρίνονται με τα ομηρικά έπη (άλλωστε, και ο Ζίγκφριντ στο «Επος των Νιμπελούνγκεν» είναι, θα λέγαμε, ένα είδος Αχιλλέα του Βορρά).

Νεύτων και Αργοναυτική Εκστρατεία

Ο μέγας Νεύτων παρακινήθηκε από την ανάγνωση του Ηροδότου, των ομηρικών επών, και των Αργοναυτικών του Απολλώνιου του Ρόδιου και μελετώντας το έργο τριών κορυφαίων ελλήνων αστρονόμων, του Μέτωνα, του Ευκτήμονα και του Iππαρχου, υπολόγισε πως οι Αργοναύτες πέρασαν τον Ελλήσποντο στα τέλη του 13ου π.Χ. αιώνα. Ο υπολογισμός του, με βάση τον οποίο χρονολόγησε στη συνέχεια ολόκληρη την αρχαιότητα, ήταν απολύτως σωστός. Επιβεβαιώθηκε από τις πέτρινες άγκυρες των μυκηναϊκών πλοίων και από τα όπλα που βρήκαν οι αρχαιολόγοι στον βυθό της Μαύρης Θάλασσας. Μπορεί κανείς να δει πολλά από αυτά στα μουσεία της Κωνστάντζας στη Ρουμανία και της Οδησσού στην Ουκρανία.

Η θάλασσα, που καλύπτει τα τρία τέταρτα της επιφάνειας του πλανήτη μας, «γέννησε» τις μεγάλες αυτοκρατορίες μετά τον Μεσαίωνα: την πορτογαλική, την ολλανδική, την ισπανική, τη βρετανική. Μπορεί ο Κοπέρνικος να διατύπωσε τη θεωρία ότι η Γη κινείται γύρω από τον Ηλιο, αλλά ο περίπλους του Μαγγελάνου (ενός Ιάσονα του νεότερου κόσμου) απέδειξε ότι η Γη είναι στρογγυλή.

 

Πεσόα και Καµόες

Αν θέλαμε λοιπόν να χρησιμοποιήσουμε μια μεταφορά, θα λέγαμε πως οι μεγάλοι θαλασσοπόροι, όπως ο Μαγγελάνος, ο Βαρθολομαίος Ντίας, ο Χριστόφορος Κολόμβος ή ο Βάσκο ντα Γκάμα, ήταν οι Αργοναύτες της εποχής τους. Γι’ αυτό και ο πορτογάλος ποιητής και πεζογράφος Φερνάντο Πεσόα, πολύ αργότερα, στο «Mensagem» («Μήνυμα»), μια συλλογή 44 ποιημάτων, η οποία εκδόθηκε το 1934, γράφει πως η θάλασσα «ανοίγει την άβυσσο στην ψυχή του αργοναύτη». Και είναι άραγε τυχαίο που ένα από τα ποιήματα αυτά έχει τίτλο «Οδυσσέας»;

Αλλά ο Πεσόα δεν ήταν ο μόνος ποιητής που αφιέρωσε ποιήματά του στους μεγάλους θαλασσοπόρους της χώρας του. Προηγήθηκε ο εθνικός ποιητής της Πορτογαλίας Λουίς ντε Καμόες, ο οποίος στο επικό του ποίημα «Λουσιάδες» («Os Lusiadas», δηλαδή «Οι Λουζιτανοί») περιγράφει το ταξίδι του Βάσκο ντα Γκάμα προς τις Ινδίες. Το μεγαλοφυές αυτό έργο τυπώθηκε πρώτη φορά το 1572. Για την παγκόσμια λογοτεχνία – αλλά ειδικότερα για εμάς τους Ελληνες – έχει μεγάλη σημασία το ότι ο ποιητής εμπνεύστηκε από την ομηρική Οδύσσεια και την Αινειάδα του Βιργιλίου.

 

Οµηρος, Γουόλκοτ, Σεφέρης

Η θάλασσα είναι η αιωνιότητα κατά τον Ντέρεκ Γουόλκοτ, τον ποιητή από την Καραϊβική που στα 1990, εμπνευσμένος από την Οδύσσεια, εξέδωσε το μεγάλο του έπος «Ομηρος», σε μια εποχή όπου το έπος είχε αντικατασταθεί από το μυθιστόρημα και ως ποίηση εθεωρείτο πεθαμένη υπόθεση. Αλλά το καθετί έχει και την εξαίρεσή του. Και για αυτό του το έργο κατά κύριο λόγο η Σουηδική Ακαδημία τίμησε τον ποιητή με το βραβείο Nομπέλ δύο χρόνια αργότερα.

Ο Γουόλκοτ πήρε δύο ψαράδες, τους έδωσε τα ονόματα Αχιλλέας και Φιλοκτήτης και τους έβαλε να ταξιδέψουν στα πάτρια εδάφη της Δυτικής Αφρικής, σε μια άλλη θάλασσα, αυτή των Δυτικών Ινδιών, ομηρική ωστόσο κατά μία έννοια, που περιέχει τις Αντίλλες, με άλλα λόγια τις δικές του Κυκλάδες. Στα κύματα αυτής της θάλασσας υψώνονται, πλησιάζουν ή απομακρύνονται οι πόλεις του Παλαιού και του Νέου Κόσμου. «Είπα Ομηρος και το «ο» μού φάνηκε σαν την ηχώ που βγάζει το κοχύλι» γράφει ο ποιητής. Που σημαίνει ότι το μήνυμα της Οδύσσειας είναι παγκόσμιο. Ο Ντέρεκ Γουόλκοτ επιπλέον, στο παλαιότερο ποίημά του «Από τόσο μακριά» (1980) απευθύνεται στον δικό μας Γιώργο Σεφέρη, στην ποίηση του οποίου κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος η θάλασσα (όπως βέβαια και στον Ελύτη – για να μείνουμε μόνο σε δύο παραδείγματα. Και είναι περιττό να αναφερθούμε στο αυτονόητο: στο έργο του κατ’ εξοχήν «θαλασσινού» ποιητή μας, Νίκου Καββαδία). Ο Στάθης Γουργουρής μάλιστα, ποιητής και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, έχει υποστηρίξει πως ο «Ομηρος» του Γουόλκοτ είναι τρόπον τινά μια υπερμεγέθυνση του σεφερικού «Μυθιστορήματος».

Τζόις, Πάουντ, Καζαντζάκης

Ο περίπλους, ένα μείζον θαλασσινό θέμα, απαντάται στο έργο δύο σημαντικών μοντερνιστών: του Τζέιμς Τζόις στην πεζογραφία και του Εζρα Πάουντ στην ποίηση. Ο Τζόις στο μεγάλο έργο του «Ulysses» (Οδυσσέας) μεταφέρει το θέμα του «περίπλου» στο εσωτερικό του αστικού τοπίου (το Δουβλίνο) αλλά, όπως έχουν πει έγκυροι μελετητές, ο ποταμός Λίφι της πόλης είναι ο δικός του Βόσπορος.

Οσο για τον Πάουντ, τα πράγματα είναι απλούστερα. Τη λέξη «περίπλους» (δηλαδή την πλεύση γύρω από μια γεωγραφική περιοχή, η οποία κατά την περίοδο των μεγάλων θαλασσοπόρων περιελάμβανε ολόκληρο τον πλανήτη) τη συναντούμε  συχνά στο τεράστιο έργο του «The Cantos». Ο ίδιος μάλιστα  θεωρούσε τον εαυτό του ένα είδος σύγχρονου Οδυσσέα.

Και ο Καζαντζάκης, που έγραψε κι εκείνος τη δική του «Οδύσσεια», που χαρακτηρίστηκε «έπος του λευκού ανθρώπου», με ικανή δόση υπερβολής (που άλλωστε τον χαρακτήριζε), λέει στην «Αναφορά στον Γκρέκο»: «Τέσσερα στάθηκαν τ’ αποφασιστικά σκαλοπάτια στο ανηφόρισμά μου, και το καθένα φέρνει ένα ιερό όνομα: Χριστός, Βούδας, Λένιν, Οδυσσέας». Το πώς τους βάζει όλους αυτούς στην «ίδια βάρκα» είναι βέβαια μια άλλη ιστορία.

Η Οδύσσεια στο Διάστηµα

Πριν από είκοσι χρόνια κάποιος τσέχος συγγραφέας μού χάρισε ένα παράξενο βιβλίο. Το υπέγραφε κάποιος Ιωάννης Πυρεία, ψευδώνυμο του Γιαν Κρεσάλντο, που κι αυτό ήταν ψευδώνυμο του συγγραφέα Βάκλαβ Γιαροσλάβ Κέρελ Πινκάβα (1926-1995). Τίτλος του βιβλίου: «Αστροναυτιλία». Επρόκειτο για ένα εξωφρενικό και ως σύλληψη και ως εκτέλεση έργο: ένα έπος γραμμένο στο ομηρικό δακτυλικό εξάμετρο παρακαλώ. Επρόκειτο για τη συνέχεια της Οδύσσειας στο Διάστημα! Η έκδοση ήταν δίγλωσση: στην αριστερή σελίδα το ψευδοομηρικό πρωτότυπο και στη δεξιά η μετάφραση (από τον ίδιο τον συγγραφέα φυσικά – κι αυτή σε δακτυλικό εξάμετρο, στα τσεχικά). Η θάλασσα είχε μεταφερθεί στο Διάστημα! Αλλά μήπως γι’ αυτό δεν λέμε διαστημόπλοια και τα διαστημικά οχήματα, τα οποία πλέουν στο σκοτεινό Διάστημα, όπως τα ποντοπόρα πλοία πλέουν στις αχανείς εκτάσεις των ωκεανών;

Οι μεγάλοι «θαλασσινοί» μύθοι δεν άφησαν ανεπηρέαστη και την παγκόσμια πεζογραφία. Από τον «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ και τον «Καθρέφτη της θάλασσας» του Τζόζεφ Κόνραντ ως το «Ο γέρος και η θάλασσα» του Χέμινγκγουεϊ, τη «Θάλασσα» του Τζον Μπάνβιλ και πλήθος άλλα, το υγρό στοιχείο παίζει καθοριστικό ρόλο στις μοντέρνες αφηγήσεις. Ας αναφέρουμε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα που έχουν ειδικότερο ενδιαφέρον για εμάς: το «Χρυσόμαλλο δέρας» (1944) του Ρόμπερτ Γκρέιβς, μυθιστορηματική αφήγηση της Αργοναυτικής Εκστρατείας, από έναν συγγραφέα ο οποίος γνώριζε άριστα τον ελληνικό και τον ρωμαϊκό κόσμο, έναν οξφορδιανό που αποφάσισε να εγκαταλείψει τα ομιχλώδη τοπία των βρετανικών νησιών και να ζήσει στον κόσμο της Μεσογείου, στην Ισπανία. Οπως είχαν κάνει τον προηγούμενο αιώνα εξέχοντες ποιητές του βρετανικού ρομαντισμού: ο Πέρσι Μπις Σέλεϊ και ο Τζον Κιτς, που πέθαναν στην Ιταλία, και ο Μπάιρον που πέθανε στο Μεσολόγγι.

Θάλασσα και νεοελληνική λογοτεχνία

Η θάλασσα, το θαλασσινό ταξίδι, το λιμάνι (μικρό ή μεγάλο), η αναχώρηση και η επιστροφή, η νοσταλγία, η έξαρση, η λύπη και τα δράματα που προκαλούν δεν είναι μόνο γνωρίσματα της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας αλλά κυριαρχούν και στη λογοτεχνική παραγωγή του νεότερου ελληνισμού. Δεν υπάρχει ούτε ένας σχεδόν σημαντικός (αλλά και ήσσων) έλληνας ποιητής ή πεζογράφος που να μην έγραψε για τη θάλασσα. Στον Παπαδιαμάντη, στον Ελύτη ή στον Καρκαβίτσα το θέμα της θάλασσας κυριαρχεί. Η θάλασσα διατρέχει όλο το έργο του Σεφέρη, που τρεις συλλογές του τις τιτλοφορεί «Ημερολόγιο καταστρώματος (Α΄, Β΄ και Γ΄)». Και ως «ημερολόγιο καταστρώματος» ορίζει ο Αλμπέρ Καμύ – μια μεσογειακή συνείδηση – ένα εξαίσιο κείμενό του με τίτλο «Η θάλασσα σε απόσταση χαδιού», τίτλος που θα ταίριαζε θαυμάσια σε πλείστα όσα ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη, όπου η θάλασσα είναι ερωτική, πρωτεϊκή, αρχέγονη.

Ο Σικελιανός βλέπει στη θάλασσα τον απέραντο καθρέφτη του φωτός, την απόλυτη αντανάκλαση. Ο καθρέφτης του όμως είναι εντελώς διαφορετικός από αυτόν που υψώνει ο Οντεν στο εκτενές συνθετικό του ποίημα «Η θάλασσα και ο καθρέφτης», όπου έχει προσθέσει τον υπότιτλο: «Σχόλιο στη σαιξπηρική «Τρικυμία»». Εργο θαυμάσιο, όχι όμως ενός Μεσογειακού αλλά ενός Βορείου.

Ο Ρίτσος στο «Οι γερόντισσες κ’ η θάλασσα» τη βλέπει ως αιώνιο ρυθμιστή του χρόνου. Κι εδώ θα προσέθετα τον «Ατλαντικό» του Νίκου Εγγονόπουλου για το μεταφυσικό ρίγος που τον διατρέχει.

Υπάρχουν και σημαντικά έργα στα οποία η θάλασσα δεν υποστασιώνεται αλλά έχει θεματικό χαρακτήρα, όπως στην «Παναγιά τη Γοργόνα» του Στράτη Μυριβήλη, στον «Σκελετόβραχο» της Εύας Βλάμη, στον «Σοπρακόμιτο» του Διονυσίου Ρώμα, στον «Ωκεανό» του Ηλία Βενέζη κ.ά. Ο «Πέδρο Καζάς» όμως του Φώτη Κόντογλου είναι έργο διαφορετικό: ένα οργιαστικό παραμύθι της Ανατολής σε μια εξίσου οργιαστική γλώσσα ενός αναμφισβήτητου μάστορα της αφήγησης.

Και βέβαια έχουμε τη θάλασσα του Σολωμού, του γενάρχη της ελληνικής ποίησης, που περνάει μέσα σε ανεπανάληπτους στίχους εξαίσιας ομορφιάς, όπως: «Τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν» ή «Σαστίζ’ η γη κι η θάλασσα κι ο ουρανός το τέρας/ το μέγα πολυκάντηλο μες στο ναό της φύσης». Η θάλασσα κυριαρχεί και σε μεγάλο μέρος του έργου του Κώστα Ουράνη, όχι μόνο στα ποιήματά του αλλά και – ιδίως – στα ταξιδιωτικά του κείμενα, λεπταίσθητα, νοσταλγικά και ρομαντικά κι αυτά, όπως η ποίησή του.

 

Στην αγκαλιά της θάλασσας

Η μικρή μας χώρα έχει μια από τις μεγαλύτερες ακτογραμμές στον πλανήτη. Είναι ενδέκατη στην παγκόσμια κατάταξη. Ξεπερνά την αντίστοιχη της Βρετανίας και έχει το ίδιο μήκος περίπου με αυτή της Κίνας και διπλάσιο από το αντίστοιχο της Ιταλίας, της Ιβηρικής Χερσονήσου ή της Βραζιλίας. Μπορεί κανείς να φανταστεί τη μαγεία ενός περίπλου κατά μήκος της ελληνικής ακτογραμμής. Η Ελλάδα μαζί με τα νησιά της βρίσκεται στην αγκαλιά της θάλασσας, γι’ αυτό και η τελευταία είναι η ουσία και η υπόστασή της. Οικεία, αλλά που επεκτείνεται ταυτοχρόνως στον τεράστιο καθρέφτη της απεραντοσύνης.

Ηταν αναπόφευκτο διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821 το ελληνικό Εμπορικό Ναυτικό να φθάσει να κατέχει τον πρώτο στόλο στον κόσμο. Αναπόφευκτο άραγε ή μήπως ένα μικρό θαύμα; Το νερό, το «ζείδωρον ύδωρ», πρωταρχική ουσία για κάποιους από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, «αρχή των πάντων» κατά τον Θαλή τον Μιλήσιο, μας ζει και μας τρέφει επί αιώνες. Διατρέχει τη λογοτεχνία μας – και όχι μόνο – εδώ και χιλιάδες χρόνια, όπως οι θάλασσές μας, που όλες σχεδόν βρίσκονται «σε απόσταση χαδιού».