Δεκαοχτώ συγγραφείς στο «Βήμα» για την πανδημία

Άνθρωποι των γραμμάτων και του βιβλίου από την Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο, από τις ΗΠΑ ως τη Σκανδιναβία, και από την Κεντρική Ευρώπη ως την Αφρική, γράφουν με αφορμή την παγκόσμια κρίση

Ο,τι συμβαίνει γύρω μας μοιάζει με αφήγηση επιστημονικής φαντασίας ή μελλοντολογικής δυστοπίας η οποία, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, κατέστη απτή πραγματικότητα. Η εξάπλωση του νέου κορωνοϊού ανέτρεψε αιφνίδια την καθημερινότητα και διέκοψε την κανονική της ροή σε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη. Εκτός των άλλων, φαίνεται να λειτουργεί και ως επιτομή των πολλών διαφορετικών κρίσεων που χαρακτηρίζουν την εποχή μας, αναδεικνύοντας πόσο τρωτό και ευπαθές είναι το παγκοσμιοποιημένο σύστημα που μοιραζόμαστε. Οι φοβερές συνέπειες για άτομα, χώρες και οικονομίες είναι αναπόφευκτες. Ομως, εν προκειμένω, πώς προσεγγίζουν τα πράγματα οι συγγραφείς;

Ήδη από τα μέσα Απριλίου, το ένθετο «Βιβλία» του έντυπου «Βήματος της Κυριακής», σε μια προσπάθεια να χαρτογραφήσει την κατάσταση και να δημιουργήσει ένα διεθνές πανόραμα της εν εξελίξει πανδημίας, ζήτησε από έλληνες και ξένους λογοτέχνες, κοινωνικούς επιστήμονες αλλά και διανοουμένους, να συνεισφέρουν την οπτική τους γωνία. Πώς βλέπουν αυτή την καινούργια ανασφάλεια (σε επίπεδο κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό) με την οποία βρισκόμαστε αντιμέτωποι; Αποκαλύπτει άραγε κάτι για τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε;

Επιπλέον, πώς πέρασαν ή πώς περνούν οι ίδιοι τη συγκεκριμένη καραντίνα; Πώς νιώθουν που μια μάλλον γνώριμη για αυτούς ρουτίνα (εξοικείωση με τον εγκλεισμό και τη μοναξιά) αφορά πλέον τους πάντες; Επιπροσθέτως, οι άνθρωποι μπορούν να διαχειριστούν μια τέτοια απότομη αναμέτρηση, συν τοις άλλοις, με τα ενδότερα του εαυτού τους; Και, τέλος, η καταφυγή ειδικά στη λογοτεχνία και στα βιβλία, τούτη την εποχή, με ποιους τρόπους μάς συντρέχει, μας βοηθάει; Οι συμμετέχοντες, και σε αυτή την εκδοχή του μεγάλου αφιερώματος που παρουσιάζεται στο Vima.gr, είτε απάντησαν στα ερωτήματά μας είτε ανταποκρίθηκαν με ένα δικό τους κείμενο…

Ζοζέ Εντουάρντο Αγκουαλούζα (Ανγκόλα)

Ο θρίαμβος της πανταχού παρουσίας

Ως τώρα αυτή η πανδημία έχει δείξει έλεος στην Αφρική. Υπάρχουν σίγουρα διάφορες αιτίες που εξηγούν αυτή τη δυσκολία του ιού να εξαπλωθεί στην ήπειρο. Η προφανέστερη είναι η απομόνωση. Οι πιο ισχυρές πόλεις του κόσμου, εκείνες που υποδέχονται τους περισσότερους επισκέπτες, όπως η Νέα Υόρκη ή το Λονδίνο, είναι και αυτές που έχουν πληγεί περισσότερο. Ίσως αξίζει τον κόπο να σκεφτούμε το θέμα αυτό. Αυτές οι ημέρες της απομόνωσης ώθησαν πολλές εταιρείες να ανακαλύψουν πως οι εργαζόμενοί τους μπορούν να δουλέψουν από το σπίτι, προς το συμφέρον όλων. Πολλοί άνθρωποι ανακαλύπτουν επίσης πως δεν είναι όλες οι μετακινήσεις απαραίτητες. Ταξιδεύουμε (ή ταξιδεύαμε) περισσότερο από όσο χρειαζόταν, με ένα κόστος δυσβάσταχτο για τον πλανήτη –και για εμάς, προφανώς, που τον κατοικούμε.

Το τελευταίο διάστημα μαθαίνω κι εγώ να επισκέπτομαι κάθε είδους χώρο, από γυμναστήρια μέχρι θεατρικές σκηνές, ορισμένες με εκατοντάδες άτομα στην πλατεία, χωρίς να βγω από το σπίτι μου. Τώρα καταλαβαίνω τι σημαίνει  πανταχού παρουσία, αυτή η θεϊκή υπερδύναμη για την οποία μου μιλούσαν τόσο πολύ στα παιδικά μου χρόνια, όταν οι γονείς μου με υποχρέωναν να πάω μαζί τους στην εκκλησία. Πρώτα ήρθε μια πρόσκληση να συμμετάσχω ως εξεταστής σε μια υποστήριξη διδακτορικής διατριβής, το θέμα της οποίας ήταν σχετικό με τη δημιουργική γραφή. Κάθε συμμετέχων στο διαμέρισμά του, και σε διαφορετικές πόλεις, και όλοι μαζί εκεί, να συζητάμε για ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Ύστερα, την επόμενη μέρα συμμετείχα στο μάθημα ενός εργαστηρίου δημιουργικής γραφής υπό την εποπτεία μιας βραζιλιάνας μυθιστοριογράφου. Ήμασταν πολλοί, εκείνοι στη Φορταλέζα κι εγώ στη Λισαβόνα, όμως ένιωθα σαν να βρίσκομαι σε μια μικρή αίθουσα και να συζητάω με όλους τους συμμετέχοντες μαζί και με τον καθένα τους ξεχωριστά. Δυο μέρες αργότερα έδωσα μια συνέντευξη στο Instagram, στον βραζιλιάνο δημοσιογράφο Εβάλντο Κόστα. Λίγα λεπτά προτού μπω στο Instagram για τη συνέντευξη, βρισκόμουν σε ένα μάθημα αφρικανικών χορών, με μια δασκάλα ανγκολέζα η οποία βρισκόταν στη Λουάντα και δυο κοπέλες από τη Μοζαμβίκη, η καθεμιά στο διαμέρισμά της, στο Μαπούτο. Άφησα το μάθημα χορού στη μέση, πλύθηκα γρήγορα, φόρεσα ένα πουκάμισο και μπήκα, ξυπόλυτος, στη μεγάλη σκηνή του Instagram όπου με περίμεναν σχεδόν χίλια άτομα.

Θα μου άρεσε να έλεγα πως η οθόνη ενός υπολογιστή δεν αντικαθιστά την πραγματικότητα. Ωστόσο θα έλεγα ψέματα. Την αντικαθιστά, και σε ορισμένες περιπτώσεις έχει και πλεονεκτήματα. Το μάθημα χορού, για παράδειγμα, ήταν πολύ καλύτερο σε αυτή την εκδοχή. Δεν υπήρχε περίπτωση να δεχτώ να συμμετάσχω αν ήμουν υποχρεωμένος να μοιραστώ μια πραγματική αίθουσα χορού με άλλους συμμετέχοντες, εκθέτοντας σε όλους τους την αδιόρθωτη έλλειψη ρυθμού μου. Ενώ έτσι, μπόρεσα να βρεθώ να χορεύω μαζί τους, ή να προσποιούμαι ότι χορεύω, χωρίς να διασταυρωθεί καμιά κοροϊδευτική ματιά με τη δική μου. Σε μια στιγμή, ωθούμενος από κάτι σαν ευφορία, σχεδόν έπεισα τον εαυτό μου ότι χόρευε στ’ αλήθεια.

Το να ταξιδεύεις χωρίς να βγαίνεις από το σπίτι σου είναι το βασικό πλεονέκτημα των τηλεδιασκέψεων, κάτι που, όπως κι εγώ, εκατομμύρια άνθρωποι ξεκινούν τώρα μόλις να το ανακαλύπτουν. Εξοικονομείς χρόνο, χρήματα ως και ρούχα. Μία από τις μεγάλες αλλαγές που θα επιφέρει αυτή η κρίση στον κόσμο θα είναι πιθανόν αυτή: οι άνθρωποι θα ταξιδεύουν λιγότερο αλλά, ακόμα κι έτσι, θα βρίσκονται σε περισσότερα μέρη ταυτόχρονα. Ο πλανήτης θα είναι ευγνώμων και οι οικογένειες επίσης. Ίσως η θετική πλευρά της τραγωδίας που εκτυλίσσεται να είναι ο θρίαμβος της πανταχού παρουσίας.

Ο Ζοζέ Εντουάρντο Αγκουαλούζα είναι ανγκολέζος συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο στα ελληνικά «Ο πωλητής παρελθόντων» (2019) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Opera σε μετάφραση Μαρίας Μπεζαντάκου.

Χρήστος Αστερίου

Εποχή συνεχών ανατροπών και μόνιμης ανασφάλειας

Έχοντας αντιμετωπίσει την πρόσφατη οικονομική κρίση ήμασταν περισσότερο προετοιμασμένοι να δεχθούμε το πρώτο σοκ και να αποδεχθούμε την νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε με την πανδημία. Αυτό που αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε είναι ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια ακόμα εξαίρεση: η νέα εποχή, που έχει χοντρικά ξεκινήσει με το γύρισμα του αιώνα, θα είναι μια εποχή συνεχών ανατροπών και μόνιμης ανασφάλειας. Όποιος νοσταλγεί παλαιότερες περιόδους σταθερότητας, αντιλαμβάνεται τις μετακινήσεις πληθυσμών ως μεμονωμένα περιστατικά με ημερομηνία λήξης και θεωρεί την πανδημία ως πρωτόγνωρο γεγονός πιστεύοντας πως σύντομα θα οδηγηθούμε σε αποκατάσταση της «τάξης», θα αναγκαστεί να αναθεωρεί συνεχώς τις απόψεις του. Μπορεί ως κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας να μην έχουμε γνωρίσει πόλεμο, φαίνεται ωστόσο πως έχουμε μπει σε μια φάση εξαιρετικά πολύπλοκη, υποχρεωμένοι να αναπτύσσουμε άλλου είδους ανακλαστικά για να αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις. Το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, για παράδειγμα, που μπήκε προσωρινά στην άκρη, σύντομα θα τεθεί πιεστικά απαιτώντας δράση και επώδυνες λύσεις.

Για τους συγγραφείς η καραντίνα είναι εκούσια, απαραίτητη προϋπόθεση για σκέψη, ανάγνωση και συγγραφή. Από αυτή την άποψη η κατάσταση που ζούμε δεν είναι για μας κάτι εξαιρετικό. Για άλλες κατηγορίες ανθρώπων είναι αντιθέτως μια σπάνια, ίσως, αναμέτρηση με τον ίδιο τους τον εαυτό και με τους οικείους τους, υπό τελείως διαφορετικές, φυσικά, συνθήκες για τον καθένα. Η περίοδος αυτή θα εξελιχθεί για άλλους σε επωφελή άσκηση στην σιωπή και τον αναστοχασμό και για άλλους σε καταστροφική εμπειρία.

Ο μεγαλύτερος φόβος είναι αυτός που ελλοχεύει, η αγωνία για το άγνωστο, γι’ αυτό που θα κληθεί κανείς να αντιμετωπίσει χωρίς να γνωρίζει την φύση ή το μέγεθός του. Όταν τα πράγματα συμβαίνουν βρίσκεσαι σε συνεχή υπερδιέγερση προσπαθώντας να ανταπεξέλθεις. Ποιος δεν θα κουνούσε με αποδοκιμασία το κεφάλι αν του περιέγραφαν λίγους μήνες νωρίτερα την σημερινή κατάσταση; Η δυστοπία είναι πια γεγονός, πραγματικότητα που ζούμε, και από αυτή την άποψη νομοτελειακά απομυθοποιείται. Η λογοτεχνία, και η τέχνη γενικότερα, είναι ένα είδος παραμυθίας, τρόπος διαφορετικής θέασης των πραγμάτων, και μπορεί γι’ αυτό να αποβεί, σ’ αυτή την ιδιαίτερη συγκυρία, για πολλούς από εμάς, σωτήρια.

Το τελευταίο βιβλίο του Χρήστου Αστερίου με τίτλο «Η θεραπεία των αναμνήσεων» (2019) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.

Θανάσης Βαλτινός

Αδυναμίες χαρακτήρος 

Ο άνθρωπος ήταν πάντοτε ανασφαλής. Προσπάθησε να ξεπεράσει τις ανασφάλειές του είτε μέσα από μύθους είτε από δόγματα. Ξαναζούμε κατά κάποιον τρόπο ένα μέρος αυτών των συνθηκών. Μας είναι δύσκολο να ανταποκριθούμε σε ορισμένες καταστάσεις τέτοιες, γι’ αυτό άλλωστε καταφεύγουμε στη μυθοποίηση και στην τέχνη. Η αναμέτρηση με τον εαυτό μας και τη μοναξιά είναι συνθήκη τρέχουσα για όσους ασχολούνται με τις τέχνες ή με τα γράμματα. Βεβαίως μέσα σε αυτά τα όρια μπόρεσα να δω πιο καθαρά τις αδυναμίες του χαρακτήρα μου. Ο άνθρωπος ανέκαθεν κατέφευγε κυρίως στην τέχνη, συχνά και στη θρησκεία. Η λογοτεχνία, ως μέρος της τέχνης, κάποιους μπορεί να τους βοηθήσει και κάποιους όχι.

Το τελευταίο βιβλίο του Θανάση Βαλτινού με τίτλο «Ημερολόγιο της Αλοννήσου» (2017) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία.

Πάνος Καρνέζης

Παγκοσμιοποίηση και απομόνωση 

Η ταχύτητα με την οποία εξαπλώθηκε η επιδημία σε όλο σχεδόν τον κόσμο και έγινε πανδημία φανερώνει πόσο αλληλένδετη έχει γίνει η ζωή στον πλανήτη. Η ευκολία της μετακίνησης, η ταχεία μεταφορά εμπορευμάτων, η άμεση διάδοση των ειδήσεων έχουν πολλά ευεργετικά αποτελέσματα, αλλά, όπως βλέπουμε, και σημαντικές αρνητικές συνέπειες. Η παγκοσμιοποίηση χαιρετίστηκε αρχικά ως η λύση των προβλημάτων της Γης, όχι μόνο για τις οικονομικές συναλλαγές και το διεθνές εμπόριο, αλλά παρουσιάστηκε και ως η κινητήρια δύναμη για τον εκδημοκρατισμό των κοινωνιών, τις πολιτιστικές ανταλλαγές, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Η πρόοδος είναι όντως μεγάλη, κυρίως στον εμπορικό τομέα, αλλά αυτή η απελευθέρωση –ή φιλελευθεροποίηση– των διεθνών κανονισμών δεν ξέρω πόσο έχει ευεργετήσει τους πολίτες των αναπτυσσόμενων χωρών. Συγχρόνως, αυτή η αλλαγή κλίμακας από το τοπικό στο παγκόσμιο μεγεθύνει τα προβλήματα: η μετανάστευση μαζικοποιείται, η περιβαλλοντική καταστροφή «εξάγεται» –όπως και οι επιδημίες–, οι θεωρίες συνωμοσίας μετατρέπονται σε πολιτικά φαινόμενα.

Εις ό,τι αφορά εμένα τώρα, η προσωπική μου ρουτίνα δεν έχει αλλάξει πολύ γιατί εργάζομαι στο σπίτι. Παρόλα αυτά ένιωθα όλο και εντονότερη την αλλαγή όσο περνούσε ο καιρός σε καραντίνα. Η επαφή με άλλους είναι σημαντική βέβαια, και έχω νιώσει την έλλειψή της, αλλά τώρα συνειδητοποιώ πόση σημασία έχει για εμένα να βρίσκομαι για λίγες ώρες κάθε βδομάδα μέσα στη φύση, να νιώθω τους ήχους, τις οσμές, τα χρώματά της… Αυτή η απομόνωση είναι αδύνατο να μην έχει αρνητικές συνέπειες αν συνεχιστεί για πολύ καιρό, όσο δυνατός κι αν είναι ψυχολογικά κάποιος. Ακόμα και ο μοναχικός άνθρωπος έχει την ανάγκη της ψυχαγωγίας και τώρα οι επιλογές είναι ελάχιστες. Είναι επίσης ενδιαφέρον αλλά όχι παράξενο πώς πολλά ζευγάρια, που λόγω δουλειάς ή παρέας συνήθως περνούν ελάχιστες ώρες μαζί, ξαφνικά ανακαλύπτουν προβλήματα στη σχέση τους.

Πέρα από την ψυχαγωγία, που είναι βέβαια αναγκαία για την υγεία μας, η λογοτεχνία μπορεί μακροπρόθεσμα να μας κάνει να σκεφτούμε κάποια πράγματα για κρίσεις σαν τη σημερινή, σκέψεις που ίσως δεν έχουμε τον χρόνο, την ηρεμία ή την ωριμότητα να κάνουμε όσο είμαστε ακόμη στο μάτι του κυκλώνα. Η λογοτεχνία μπορεί επίσης να εμπνευστεί από τα γεγονότα και μέσα από μια αλληγορία –όπως «Η πανούκλα» του Καμύ, για παράδειγμα– να μας οδηγήσει ακόμα πιο μακριά, να μας μιλήσει για να την ουσία της ανθρώπινης συμπεριφοράς, το συναίσθημα, την πνευματική μας υπόσταση, ζητήματα που τελικά δεν είναι λιγότερο σημαντικά από τις ανάγκες της καθημερινής ζωής.

Το νέο μυθιστόρημα του Πάνου Καρνέζη με τίτλο «Είμαστε όλοι πλασμένοι από χώμα» αναμένεται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πατάκη.

Πάβελ Κόχουτ (Τσεχία)

Η ανθρωπότητα έχει ζήσει χειρότερες καταστάσεις

Σήμερα είμαι 92 ετών. Μετά από τις εμπειρίες και τις περιπέτειες που έχω ζήσει, ονομάζω τον εαυτό μου «αισιόδοξο μοιρολάτρη». Αυτό σημαίνει πως όποτε νιώθω κίνδυνο, προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις, κάνω τα πάντα, για να τον αποτρέψω. Όταν πάλι οι δυνάμεις του κακού είναι πιο δυνατές από εμένα, τότε αρχίζω να ελπίζω πως, αν τα καταφέρω και επιβιώσω, θα γράψω για αυτές. Έτσι τα κατάφερα και με τον Χίτλερ και με τον Στάλιν. Δεν έχω χρόνο ούτε και όρεξη να σκέφτομαι, τι θα γίνει αν… Τον περασμένο Απρίλιο έγραψα τη φαρσοκωμωδία «Γενική Συνέλευση στην εποχή των ιών των νυχτερίδων». Το θέατρο στην Πράγα που ανέδειξε τα έργα μου, μου έδωσε τη δυνατότητα να διαβάσω το συγκεκριμένο κείμενο ευρισκόμενος, μόνος μου, σε μια άδεια αίθουσα, εντός δύο ωρών και σε απευθείας διαδικτυακή σύνδεση από την ιστοσελίδα του. Πραγματοποίησα επίσης, ύστερα από πενήντα χρόνια, το όνειρό μου να διασκευάσω για παιδιά το  θεατρικό μου έργο «Αύγουστε, Αύγουστε!» το οποίο έχει δώσει και τις περισσότερες παραστάσεις παγκοσμίως (στην Αθήνα το ανέβασε ο Δημήτρης Ποταμίτης). Επανέρχομαι τώρα στα της πανδημίας και στους προβληματισμούς που μου εκθέσατε. Η ανθρωπότητα έχει ζήσει χειρότερες καταστάσεις και επιβίωσε ακριβώς χάρη σε όλους αυτούς που δεν πανικοβλήθηκαν και δεν αμπελοφιλοσοφούσαν, αλλά διατήρησαν τον τρόπο ζωής τους ενεργοποιώντας το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Όποτε τυχαίνει και δεν συγγράφω, δεν διαβάζω και πολύ. Με τη γυναίκα μου Γιέλενα φροντίζουμε τον σκύλο μας, ράτσας Ντατσχάουντ, ονόματι Μπάρμπαρ ή μιλάμε στο Skype με τους απογόνους μας, που είναι διασκορπισμένοι σε όλη την Ευρώπη, και θαυμάζουμε τις ειδησεογραφικές εκπομπές της τσεχικής δημόσιας τηλεόρασης, η οποία σε αντίθεση με τα ιδιωτικά κανάλια, επίσης συμπεριφέρεται ψύχραιμα και φυσιολογικά.

Ο Πάβελ Κόχουτ είναι τσέχος συγγραφέας. Το μυθιστόρημά του «Ο άντρας που περπατούσε ανάποδα – Η Λευκή Βίβλος για την υπόθεση του Άνταμ Γιουράτσεκ» αναμένεται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Σόνιας Στάμου-Ντορνιάκοβα.

Βαλέριο Μαγκρέλι (Ιταλία)

Μια νέα (ποιητική) θεωρία του χάους 

Από την πρώτη κιόλας μέρα που κλείστηκα στο σπίτι μαζί με την οικογένειά μου, προσπάθησα αμέσως να γράψω πρόχειρα μερικούς στίχους. Η κατάσταση όντως μου φαινόταν υπερβολικά ακραία και παραισθησιακή για να μην εξεταστεί, τουλάχιστον από ποιητική οπτική. Σε μια τόσο τραγική και συνάμα παράδοξη περίσταση, εκείνο που περισσότερο με εντυπωσίαζε ήταν η ασυμφωνία, η διάσταση, το χάσμα, η άβυσσος μεταξύ συσχετισμού και αποτελέσματος. Πώς ήταν δυνατόν οι υγειονομικές συνθήκες μιας αγοράς τροφίμων να κατορθώσουν να περιορίσουν κατ’ οίκον δυόμισι δισεκατομμύρια ανθρώπινα όντα;

Διάβασα πολλά άρθρα για την εξάπλωση της επιδημίας, μα αυτό που κυρίως με εντυπωσίασε αφορούσε την περίεργη ανάμειξη πρωτόγονων στοιχείων και μελλοντολογικών εργαλείων. Απ’ όσο μπόρεσα να καταλάβω, ο νέος κορωνοϊός γεννήθηκε πράγματι από τη διασταύρωση ανάμεσα σε μιαν αρχαϊκή, αταβιστική συνήθεια μερικών περιοχών της Κίνας (το να τρώνε άγρια ζώα) και στην παγκοσμιοποίηση των τελευταίων ετών (που επιτρέπει να κυκλοφορούν καθημερινά εκατομμύρια άτομα ανά τον πλανήτη). Τελοσπάντων, ο SARS-CoV-2 είναι ο τερατώδης καρπός ενός τερατώδους ζευγαρώματος, που γεννήθηκε από την ένωση ενός ιστορικού απολιθώματος με τις πρόσφατες τεχνολογικές εφευρέσεις: μια φτερούγα νυχτερίδας από τη μια, οι low cost πτήσεις από την άλλη.

Έτσι προέκυψε ένα ποίημα με τίτλο «Νέα Θεωρία του χάους». Για να το κάνω πιο σαφές, πρόσθεσα στην αρχή ένα παράθεμα όπου απλώς συνοψίζω πληροφορίες, γνωστές πλέον από τον Τύπο, τα μυθιστορήματα, το σινεμά ή τις τηλεοπτικές σειρές: «Στα μαθηματικά και στη φυσική το λεγόμενο φαινόμενο της πεταλούδας, που προκαλείται από το απλό ανοιγοκλείσιμο των φτερών της, εκφράζει την ιδέα ότι απειροελάχιστες παραλλαγές στις αρχικές συνθήκες παράγουν μέγιστες παραλλαγές στη μακροπρόθεσμη συμπεριφορά ενός συστήματος».

Μ’ αυτόν τον τρόπο βρέθηκα μπροστά σε δύο μορφές, ή καλύτερα σε δύο ζώα, εξάλλου αμφότερα ιπτάμενα: από τη μια τα λεπιδόπτερα, είδος εντόμων, από την άλλη τα χειρόπτερα, αποκαλούμενα επίσης πλακουντοφόρα θηλαστικά. Αν υπάρχει κάτι που ανέκαθεν μας διδάσκει η λογοτεχνία, είναι η ύπαρξη της ποιητικής αδείας, η ελευθερία του συγγραφέα να παραβιάζει κάποιους κανόνες. Ακριβώς αυτό έκανα, αντικαθιστώντας το «φαινόμενο της πεταλούδας» μ’ ένα «φαινόμενο νυχτερίδας», και την πτήση της πρώτης με τη χώνεψη της δεύτερης. Ιδού το αποτέλεσμα:

Ένας κύριος τρώει μια πεταλούδα στην Κίνα

και δεν μπορούμε πια να πάμε σινεμά,

για τρέξιμο

και για δουλειά,

να συζητήσουμε

ή να χορέψουμε,

να πάμε στην πιτσαρία,

ίσως και για ποδήλατο,

να είμαστε με παρέα

ν’ αγκαλιάζουμε φίλους.

Ο Βαλέριο Μαγκρέλι είναι ποιητής, συγγραφέας και κριτικός. Το βιβλίο του «Ο οικογενειακός σαμάνος: Ομοιοπαθητική, πορνογραφία, σκηνοθεσία σε 77 σχέδια του Fellini» (2019) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περισπωμένη σε μετάφραση Μαρίας Φραγκούλη.

Νίκος Α. Μάντης

Χαμένες ψευδαισθήσεις και συσσωρευμένοι φόβοι 

Ο κόσμος πάντα ήταν γεμάτος ανασφάλεια, πολέμους, φτώχεια και θανατηφόρες ασθένειες. Εκείνο που κατ’ εμέ δείχνει σταδιακά να αλλάζει είναι αυτό το προστατευτικό κουκούλι με το οποίο ο δυτικός άνθρωπος είχε καλύψει τον εαυτό του μεταπολεμικά (για τη χώρα μας αυτό ίσχυε πάνω-κάτω από το 1974) θεωρώντας ότι η ευμάρεια, η πρόοδος της επιστήμης και το χτίσιμο ενός διακρατικού συστήματος συνεργασίας (ΕΕ, ΝΑΤΟ, κ.λπ.) θα τον απάλλασσαν στο εξής από «απρόβλεπτα» και «περιπέτειες». Όσοι είμαστε πάνω από τριάντα και κάτω από εβδομήντα (οι περιβόητες «γενιές της Μεταπολίτευσης») είχαμε κάποτε εμπεδώσει αυτό το δόγμα για καλά – με θυμάμαι, για παράδειγμα, εκεί γύρω στα εικοσιπέντε, να φαντάζομαι την τότε «σημιτική» πραγματικότητα ως ένα είδος «pax romana» που θα διαρκούσε περίπου για πάντα. Η οικονομική κρίση ήταν το πρώτο μεγάλο χτύπημα στην ψευδαίσθηση εκείνη. Πλέον κανείς δεν μπορεί να εξαιρεί τη χώρα του ή τον εαυτό του απ’ την συντριπτική κίνηση της «μυλόπετρας της Ιστορίας». Η Ευρώπη με τις ΗΠΑ (ο μέχρι χτες αποκαλούμενος «πρώτος κόσμος») καλά θα κάνουν να κατανοήσουν ότι ο αιώνας που ήδη διανύουμε δεν θα τους ανήκει με τον τρόπο που αυτό συνέβαινε παλιότερα. Το ίδιο ισχύει και για όσους νομίζουν ότι το ακριβό ρετιρέ ή ακόμα και το πολυτελές καταφύγιο στο υπέδαφος κάποιας ερήμου μπορούν να τους προφυλάξουν απ’ την κοινή μοίρα.

Από την άλλη μεριά, είναι αλήθεια ότι εμείς οι άνθρωποι της γραφής έχουμε καλές σχέσεις με τους τέσσερις τοίχους. Προσωπικά έχουν υπάρξει τόσες περίοδοι «εθελοντικής καραντίνας» στη ζωή μου, που η πρόσφατη δεν βιώθηκε ως κάτι πρωτοφανές. Υπάρχουν ωστόσο τώρα κάποιοι κρίσιμοι παράγοντες: Η αίσθηση της βιολογικής απειλής. Λες και είμαστε όλοι δυνάμει ασθενείς, κρυμμένοι απ’ τον κόσμο σε μια διαδικασία ατομικής, προληπτικής αποστείρωσης. Ο φόβος της μόλυνσης, ο φόβος για όσους αγαπάμε και μπορεί να κινδυνεύσουν. Ο φόβος για το μέλλον, η ανασφάλεια για την αντοχή της κοινωνίας μετά τον  ιό.

Για κανέναν, όσο ένδον στραμμένος κι αν είναι, δεν αποτελεί ευπρόσδεκτη συνθήκη κάτι τέτοιο, ο κατ’ οίκον περιορισμός. Και φυσικά δεν πιστεύω ότι είναι όλοι σε θέση να το διαχειριστούν αυτό –υπάρχουν και αντικειμενικές διαφορές ανάμεσά μας. Κάποιοι απλά είναι φτιαγμένοι για το «έξω» και όχι για το «μέσα». (Κι αυτό δεν είναι καθόλου κακό.) Κάποιοι άλλοι ζουν σε υπόγεια ή γκαρσονιέρες, που μέχρι χτες στέγαζαν μονάχα τον ύπνο τους και τώρα πρέπει να γίνουν τα νέα όρια της ψυχικής τους ζωής. Όσοι ήταν εγκλωβισμένοι σε ανούσιες ή κακοποιητικές σχέσεις, βρίσκονται αντιμέτωποι με το φάσμα ενός επώδυνου αδιεξόδου. Όλοι αυτοί, μαζί με τους φτωχούς, τους άστεγους και τους εξαρτημένους (που πλέον δεν έχουν πού να στραφούν)  είναι τα πραγματικά θύματα τούτης της νέας κατάστασης.

Τέλος, η λογοτεχνία. Βέβαια μπορεί να βοηθήσει, αλλά και πάλι δεν είναι για όλους. Και δεν χρειάζεται να είναι. Ωστόσο, ειδικά οι δυστοπίες οφείλουν μάλλον να διαβάζονται από αναγνώστες που ο κόσμος έξω από το παράθυρό τους παραμένει σχετικά αναγνωρίσιμος. Όταν ζεις εσύ ο ίδιος την προσωπική εκδοχή μιας συλλογικής δυστοπίας, δυσκολεύεσαι αρκετά να καταναλώσεις την μυθιστορηματική εκδοχή μιας φανταστικής δυστοπίας κάποιου άλλου. Και σας το υπογράφω εγώ, που έχω υπάρξει και στις δύο πλευρές αυτού του δίπολου. Εύχομαι σε όλους λοιπόν καλή δύναμη, και ας ανατρέξει ο καθένας, όπως μπορεί, στις δικές του μεθόδους εσωτερικής ενδυνάμωσης, ώσπου να περάσει το κακό.

Το τελευταίο βιβλίο του Νίκου Α. Μάντη με τίτλο «Σφάλμα συστήματος» (2019) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Άντονι Μάρα (ΗΠΑ)

Όποτε ανοίγεις ένα βιβλίο δεν είσαι πλέον μόνος σου

Η πανδημία του νέου κορωνοϊού ανέδειξε τη ντροπιαστική τάση των πολιτικών ηγετών να επικεντρώνονται στα πρόσκαιρα οφέλη εις βάρος της μακροχρόνιας σταθερότητας και, πιο συγκεκριμένα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, είδαμε ότι μπορούν και να αγνοούν την επιστήμη. Αυτή η κοντόθωρη αντίληψη, αυτή η ηλιθιότητα, δεν είναι επινοήσεις του 21ου αιώνα αλλά καθίστανται, όλο και περισσότερο, τα χαρακτηριστικά που κυβερνούν την εποχή μας. Η απειλή μιας τέτοιας πανδημίας ήταν γνωστή εδώ και χρόνια, ωστόσο η απουσία επαρκούς προετοιμασίας θα οδηγήσει σε αχρείαστα βάσανα. Όπως λέει και η παροιμία: «Μια κοινωνία ευημερεί όταν οι γέροντες φυτεύουν δέντρα στις σκιές των οποίων γνωρίζουν ότι δεν πρόκειται να καθίσουν ποτέ”. Κι αν μπορεί να υπάρξει κάποια θετική πλευρά σε όλη αυτή την ιστορία, θα ήταν ένας ανανεωμένος σεβασμός απέναντι σε αυτό το αίσθημα, ιδίως από τη στιγμή που αντιμετωπίζουμε την κλιματική αλλαγή του πλανήτη. Διαφορετικά, η κληρονομιά των γερόντων που κόβουν τα δέντρα μόνο και μόνο με σκοπό να τα πουλήσουν για καυσόξυλα, εμένα μου φαίνεται δυσοίωνη.

Ήμουν ακόμη μαθητής λυκείου, στην Ουάσιγκτον, κατά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Πέρα από το αεροπλάνο που χτύπησε το Πεντάγωνο, κυκλοφόρησαν τότε ορισμένα ρεπορτάζ (ανακριβή, όπως απoδείχτηκε αργότερα) για κάποια αυτοκίνητα που εκρήγνυντο στο κέντρο της πόλης. Αν υπήρχε μια συγκυρία που θα αποκάλυπτε την ίδια μου την πόλη, ήταν εκείνο το πρωί. Παρόλα αυτά, την ώρα που επέστρεφα με τα πόδια από το σχολείο στο σπίτι, όλοι οι άγνωστοι στον δρόμο, αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλον με ένα πρωτόγνωρο βαθμό καχυποψίας. Η καραντίνα μου το θύμισε λίγο αυτό –από εκείνους που ράβουν μάσκες για τους εργαζόμενους στα νοσοκομεία, μέχρι τους εράνους που γίνονται για τους ανθρώπους που έχουν χτυπηθεί σκληρά, έως τη γενική ευγένεια που συνάντησα στο σουπερμάρκετ όπου τηρούνταν οι αποστάσεις. Ίσως οι καλύτεροι άγγελοι της φύσης μας να εμφανίζονται όταν ο θάνατος είναι πολύ κοντά. Από μερικές απόψεις, νομίζω ότι η τεχνολογία μας έχει εξοπλίσει καλύτερα ώστε να αντέχουμε την καραντίνα τώρα παρά μία ή δύο δεκαετίες νωρίτερα, κυρίως όσον αφορά τις διεξόδους από τη μοναξιά την οποία απαιτεί η κοινωνική αποστασιοποίηση. Παρόλο που ανησυχώ για τις επερχόμενες εξελίξεις που έχουν να κάνουν με την υποκατάσταση της πραγματικότητας από διάφορες ψηφιακές προσομοιώσεις της, έχω την αίσθηση ότι οι άνθρωποι είναι προετοιμασμένοι καλύτερα, ψυχολογικά και συναισθηματικά, να διαχειρίζονται την απομόνωση τώρα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη περίοδο στη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας.

Η λογοτεχνία, θα έλεγα, είναι το Zoom της νοημοσύνης μας. Αυτό ίσχυε πριν από την πανδημία, αλλά τώρα, καθώς βρισκόμαστε σε κατ’ οίκον περιορισμό, η ικανότητα της λογοτεχνίας να επιτρέπει στους αναγνώστες να προσεγγίζουν όσα βρίσκονται πέραν της δικής τους εμπειρίας είναι κάτι πολύ ουσιαστικό. Τούτες τις ημέρες, η πλέον βασική διάσταση της λογοτεχνίας φαίνεται να είναι και η πιο βαθιά: όποτε ανοίγεις ένα βιβλίο δεν είσαι πλέον μόνος σου.

Ο Άντονι Μάρα είναι αμερικανός συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο στα ελληνικά «Ο τσάρος της αγάπης και της τέκνο» (2016) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη.

Ντιέγκο Μαράνι (Ιταλία)

Το υπέρτατο επίτευγμα είναι μια ζωή με νόημα

Όπως τόνισε σε μια συνέντευξή του ο συγγραφέας επιστημονικών βιβλίων Ντέιβιντ Κουάμεν, παρεμβαίνουμε πλέον με τόσο συντριπτικό τρόπο στο οικοσύστημα του πλανήτη ώστε ο νέος κορωνοϊός δεν είναι τίποτε άλλο από μία ακόμη συνέπεια της ανευθυνότητά μας. Κανένα σύστημα δεν θα μπορούσε να είναι προετοιμασμένο για μια τέτοια πανδημία αλλά το πραγματικό ζήτημα δεν είναι το μέγεθος της απροετοιμασίας μπροστά σε ένα απροσδόκητο ή ιδιαίτερο γεγονός. Είναι περισσότερο η κακομεταχείριση του πλανήτη, η λεηλασία των πόρων του εκ μέρους μας. Όταν αυτή η πανδημία περάσει,  η ανθρωπότητα θα πρέπει, στο σύνολό της, να σκεφτεί τον τρόπο ζωής της εξαρχής και το καπιταλιστικό σύστημα να αναδιαρθρωθεί εκ θεμελίων.

Προσωπικά, έχω βαθύτατες αμφιβολίες αν θα γίνει αυτό. Καμιά κυβέρνηση δεν έχει τη δύναμη να επιβάλλει μια τέτοια ριζική αναμόρφωση της οικονομίας μας και, όπως αποδείχτηκε και μετά την πρόσφατη οικονομική κρίση, είναι εξαιρετικά πιθανό να επιστρέψουμε στην πεπατημένη, στα γνωστά. Οι κερδοσκόποι των αγορών και οι οίκοι αξιολόγησης θα αναλάβουν και πάλι το πιλοτήριο και θα προωθούν τις αυτοκτονικές πολιτικές που διασφαλίζουν τον πλούτο των ολίγων. Η κοντόφθαλμη αυτή αντίληψη θα κυριαρχήσει γιατί οποιαδήποτε αλλαγή είναι άβολη. Και το ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι οι πλούσιοι θα αντισταθούν όπως μπορούν σε έναν τέτοιο ολικό μετασχηματισμό της ζωής μας. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι μόνο ο πλούτος και η ευημερία τους. Δεν δίνουν δεκάρα για την υπόλοιπη ανθρωπότητα.

Εν πάση περιπτώσει, αυτοί πάντα επιβιώνουν επειδή μπορούν να έχουν την καλύτερη ιατροφαρμακευτική φροντίδα, δεν εξαρτώνται από τους άλλους και ο πλούτος τους βρίσκεται συνήθως σε ασφαλείς χώρους. Αυτή θα είναι πάντως η μεγάλη πρόκληση του μέλλοντος και οι κυβερνήσεις των ισχυρών κρατών θα φέρουν ακέραια την ευθύνη των εξελίξεων. Η ριζοσπαστική αλλαγή που έχουμε ανάγκη βρίσκεται στα χέρια τους. Αμφιβάλλω αν αντι-δημοκρατικές χώρες όπως η Κίνα ή η Ινδία είναι σε θέση να αναδεχθούν τέτοιες προκλήσεις. Τέτοιες χώρες προτιμούν να δουν τους ανθρώπους τους να πεθαίνουν παρά να αναιρέσουν την επικίνδυνη και επίφοβη οικονομική τους ανάπτυξη, καταστρέφοντας και μολύνοντας, κι έχοντας μονάχα κατά νου τα χρηματιστήριά τους.

Ελπίζω ότι η πανδημία θα γίνει ένα καλό μάθημα για όλους. Κάποιοι θα το καταλάβουν και θα εκμεταλλευτούν την ευκαιρία ώστε, όντως, να στοχαστούν πάνω στο νόημα της ζωής. Κάποιοι άλλοι, η πλειοψηφία, απλώς θα στενοχωρηθούν και θα νιώσουν τις ενοχλήσεις που προκαλεί η απομόνωση. Αν ρωτάτε εμένα, ανακάλυψα πόσα πράγματα μπορώ να κάνω στο σπίτι και πόσο δημιουργικό είναι να έχεις χρόνο για σκέψη ή απλώς για να μην κάνεις τίποτα, ούτε καν να σκεφτείς, όπως ακριβώς περνούσε ο καιρός όταν ήμουν νέος, στο χωριό μου στην Ιταλία, όπου καθόμουνα όλη μέρα στο καφενείο ατενίζοντας τον άδειο δρόμο. Ανακαλύπτω ξανά έναν ρυθμό της ζωής που είχα τελείως ξεχάσει και αυτό σχετίζεται με τον διαλογισμό. H μοναξιά είναι μια δύσκολη συνθήκη, μπορεί όμως και να επιβραβεύσει όσους δεν φοβούνται να αναμετρηθούν με την ψυχή τους, τα εσώτερα αισθήματά τους, εντέλει με τον ίδιο τους τον εαυτό.

Η ανάγνωση, η ανάγνωση λογοτεχνίας συγκεκριμένα, είναι πάντα μια πηγή βοήθειας. Η λογοτεχνία είναι, εκτός των άλλων, ένας τρόπος να αφαιρείται κανείς. Βοηθάει στο να δούμε την πραγματικότητα από κάποια απόσταση και να συναισθανθούμε ότι ακόμη και μια τέτοια πανδημία αποτελεί μέρος της ζωής. Δεν είμαι όμως σίγουρος αν η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων ξέρει πώς να διαβάζει, πώς να περνά τον χρόνο της διαβάζοντας. Δεν είμαστε πλέον εξοικειωμένοι με τη βαθύτητα της τυπωμένης λέξης, να μπορούμε δηλαδή να επιδιδόμαστε σε κάτι που δεν το χαρακτηρίζει κάποια συγκεκριμένη χρηστικότητα, να αφήνουμε ελεύθερο τον νου μας να παρασυρθεί από μια ιστορία, σε σκέψεις που απέχουν από την πραγματικότητα.

Ένα βιβλίο, ένα καλό βιβλίο, είναι ένας άλλος κόσμος. Δεν μπορούμε να εισέλθουμε σε έναν άλλον κόσμο αν δεν εγκαταλείψουμε πρώτα τούτον εδώ. Κι αυτή ακριβώς είναι η εξάσκηση την οποία δυσκολεύονται να κάνουν οι καθημερινοί άνθρωποι, με αποτέλεσμα να προσκολλώνται ακόμη περισσότερο στην πραγματικότητα. Ζουν καταπιεζόμενοι από την πραγματικότητα και τον χρόνο, με τις έμμονες ιδέες των αποτελεσμάτων και των επιτευγμάτων. Οι κενές ημέρες της καραντίνας μας δίδαξαν, ελπίζω, ότι το υπέρτατο επίτευγμά μας είναι μια ζωή που να έχει νόημα.

Ο Ντιέγκο Μαράνι είναι ιταλός συγγραφέας. Το μυθιστόρημά του «Νέα φινλανδική γραμματική» (2015) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιώρα σε μετάφραση Δήμητρας Δότση.

Νικολά Ματιέ (Γαλλία)

Ο νέος κορωνοϊός είναι μια μόνο μια προειδοποιητική βολή

Αυτή η κρίση είναι πραγματικά αποκαλυπτική. Σε παγκόσμιο επίπεδο, καταδεικνύει την εξαιρετική ευθραυστότητα των δομών μας. Ο αλληλοεξαρτώμενος πολιτισμός μας της υπέρμετρης αφθονίας λειτουργεί σαν ένα παιχνίδι ντόμινο. Ένα κομμάτι πέφτει και ολόκληρο το οικοδόμημα απειλείται με κατάρρευση. Επιπλέον, η επιδημία που έγινε πανδημία συνδέεται άμεσα, όπως γνωρίζουν οι ειδικοί των οικοσυστημάτων, με την αρπακτική σχέση που έχουμε με το περιβάλλον μας και με τη βιοποικιλότητα. Για δεκαετίες, οι Κασσάνδρες φώναζαν σε όλους τους τόνους πως οδηγούμαστε στην καταστροφή. Αυτή η πρώτη προειδοποίηση, όσο σοβαρή κι αν είναι, είναι κατά τη γνώμη μου μόνο μια προειδοποιητική βολή. Αν δεν συνειδητοποιήσουμε τι συμβαίνει, τα χειρότερα είναι μπροστά μας.

Προσωπικά, περνάω την υποχρεωτική καραντίνα αρκετά καλά. Πραγματικά δεν είμαι από αυτούς που διαμαρτύρονται. Τελικά, προς το παρόν, η μεγάλη δυσκολία συνίσταται στο να αντιστεκόμαστε καθημερινά στον πειρασμό ενός παρατεταμένου απεριτίφ. Αλλά το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι εκείνο που διαπερνά το θεατρικό έργο «Κεκλεισμένων των θυρών». Τι συμβαίνει στις οικογένειές όπου κυριαρχεί η βία, η κακοποίηση; Τι γίνεται με τους τρελούς ανθρώπους, τους νευρωτικούς, όσους πάσχουν από ψυχικές διαταραχές; Πώς τα βγάζουν πέρα; Είναι προφανές άσχημα. Η κόλαση είναι οι άλλοι, όπως είπε ο Ζαν-Πολ Σαρτρ. Όσο για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, αυτή η καραντίνα πρέπει να αποκαλείται με το όνομά της: σύγχυση.

Η λογοτεχνία, πάντως, μπορεί να εκπληρώσει πολλές λειτουργίες. Κατά τη γνώμη μου, η πρώτη αποστολή της συνίσταται στο να δώσει όνομα στα πράγματα. Το να ονομάζεις τον κόσμο δεν είναι εύκολο εγχείρημα, αλλά είναι απαραίτητο ώστε να κάνεις τον κόσμο βιώσιμο. Επιπλέον, η λογοτεχνία μπορεί να επέμβει στις εμπειρίες που ζούμε. Τις καθιστά κοινή εμπειρία. Είναι ένα εργαλείο για την κατανόηση του κόσμου. Δεν ενστερνίζομαι ιδιαίτερα την ιδέα ότι η λογοτεχνία αλλάζει τις ιδέες μας. Δεν προσπαθώ να δραπετεύσω. Προσπαθώ να ψάξω βαθιά μέσα στη ζωή, να την καταστήσω πλουσιότερη, βαθύτερη, πιο κατανοητή. Αυτό η λογοτεχνία μπορεί να το κάνει.

Ο Νικολά Ματιέ είναι γάλλος συγγραφέας. Το μυθιστόρημά του «Και μετά από αυτούς τα παιδιά τους» (2019) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στερέωμα σε μετάφραση Σοφίας Διονυσοπούλου.

Αμάντα Μιχαλοπούλου

 Η τέχνη μας προσφέρει βασικά μαθήματα ετοιμότητας

Αν κοιτάξουμε τριγύρω θα δούμε λουλούδια να ανθίζουν και να μαραίνονται, γάτες νωχελικές στον κήπο ή ξεκοιλιασμένες στην άσφαλτο. Ψυγεία χαλάνε, πορτοπαράθυρα σκεβρώνουν, ντουβάρια μουχλιάζουν. Η ζωή μιλάει διαρκώς για τη φθορά. Είναι σαν να παραμιλάει, επειδή εμείς βαριακούμε. Η εκπαίδευση –σχολική, οικογενειακή, κοινωνική– μάς έμαθε να αποστρέφουμε το πρόσωπο από κάθε πληγή, δεν μας προετοίμασε για ασθένειες. Από το πώς να παρέχουμε πρώτες βοήθειες αν κάποιος χάσει τις αισθήσεις του ή πνιγεί μ’ ένα κομμάτι ψωμί έως το πώς να εξοικονομούμε ψυχικές δυνάμεις ενσωματώνοντας έργα σύνθετα: τις καταιγίδες του Ουίλιαμ Τέρνερ, ή τα κείμενα που περιγράφουν την αμοιβαία σχέση ζωντανών και νεκρών πχ. τους «Νεκρούς» του Τζέιμς Τζόις, «την κοιμισμένη σιωπή» στον στίχο του Ρίλκε.

Ζούμε σε ένα ψευτοκουκούλι αιωνιότητας και ασφάλειας, το οποίο ποδοπάτησε ο κορωνοϊός. Περιμένουμε ότι από την ακραία υπαρξιακή ανασφάλεια θα μας σώσει μόνο το κράτος, τα νοσοκομεία, η σύνταξη, το χαρτί υγείας, οι μάσκες μιας χρήσης και τα ζυμαρικά. Σε αυτό το τοπίο η ετοιμότητα είναι μια λέξη ανέτοιμη. Κι εμείς ανήλικοι πολίτες σε ανήλικα κράτη- παιδικές χαρές, εξοπλισμένα με χωροφύλακες. Ακόμη και η πίστη στα θρησκευτικά συστήματα έχει κάτι από την πρωτόγονη ανθρώπινη ελπίδα ότι θα μας γλυτώσει ένας ιδανικός πατέρας που βροντοφωνάζει στον Θάνατο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;»

Ποιός είμαι εγώ, ποια είμαι εγώ, αναρωτιόμαστε τώρα όλοι μας, σε άλλους, χαμηλότερους τόνους. Βγάζοντας από τη μέση τα ευχάριστα εμπόδια (εργασιομανία, διασκέδαση, άκρατη κοινωνικότητα, μπαρ κι εστιατόρια, γυμναστήρια και εκδρομές, κατανάλωση) ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον εαυτό μας. Όπως ο δικαστής Ιβάν Ιλίτς, ο ήρωας του Τολστόι. Εκεί που κρέμαγε κουρτίνες στο ωραίο μεγαλοαστικό του σπίτι γκρεμοτσακίστηκε, αρρώστησε και βάλθηκε να κοιτάζει από το νεκρικό κρεβάτι το μαύρο σακούλι του θανάτου.

Αν διαβάζαμε περισσότερη λογοτεχνία θα ήμασταν πιο εξοικειωμένοι με όσα συμβαίνουν. Θα είχαμε ακονίσει τη φαντασία μας, θα είχαμε πειστεί ότι όλα είναι πιθανά. Επιπλέον θα είχαμε στοκάρει ψυχικά όπλα, όχι κονσέρβες. Οι δυστοπίες όπως και οι ουτοπίες είναι ακραίες εφαρμογές της κανονικότητας, κολάσεις και παράδεισοι που διασχίζουμε προκειμένου να μάθουμε ποιοι είμαστε και τι ήρθαμε να κάνουμε στον κόσμο.

Αναρωτιέμαι αν η εκπαίδευση μετά τον κορωνοϊό θα καταφέρει να ενσωματώσει αυτό το μεγάλο μάθημα. Αν θα πάψει να περιφρονεί τη λογοτεχνία και θα ανοιχτεί επιτέλους στα βασικά μαθήματα ετοιμότητας που μπορεί να προσφέρει η τέχνη. Τα σημαντικά κείμενα μας ενηλικιώνουν ταχύτατα διδάσκοντας έμπρακτα υπομονή και ανδρεία: «Ξέχασε πια τους φόβους» γράφει ο Χουάν Ρούλφο. «Κανένας δεν μπορεί πια να σε φοβίσει. Και κοίτα να σκέφτεσαι πράγματα ευχάριστα γιατί θα μείνουμε πολύ καιρό θαμμένοι».

Το τελευταίο βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου με τίτλο «Μπαρόκ» (2018) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Αντρές Μπάρμπα (Ισπανία)

Μόνο το κριτικό πνεύμα μπορεί να μας σώσει

Η σημερινή πανδημία συνιστά αναπόφευκτα μια αλλαγή παραδείγματος σε όλα τα επίπεδα: κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, πολιτιστικό. Πιστεύω ότι, όπως όλες οι σημαντικές ανατροπές, μας θέτει ενώπιον της ανικανότητας του συστήματος, αλλά, πάνω από όλα, μας φέρνει αντιμέτωπους με την ανεπάρκεια των ίδιων των εννοιών, αυτών που χρησιμοποιούνται ακόμη για έναν κόσμο ο οποίος έχει ήδη αλλάξει. Πιστεύω ότι υπάρχουν δύο κίνδυνοι: ο ένας είναι ο ακροδεξιός λαϊκισμός που εκμεταλλευόμενος τον φόβο βρίσκει την τέλεια δικαιολογία για να εγκατασταθεί πλήρως σε όλες τις πολιτικές κοινότητες. Ο άλλος κίνδυνος είναι το κιτς, δηλαδή η τάση προς μια συναισθηματική προσέγγιση πάνω σε ένα πρόβλημα που απαιτεί, πρωτίστως, νομικές, ορθολογικές λύσεις αλλά και ψυχρή συναίνεση. Εξαρτιόμαστε από τις κυβερνήσεις ώστε να κάνουν μια προοδευτική, πιο αριστερή στροφή και το κάνουμε αυτό με αγωνία. Αν τα ίδια τα κράτη δεν εγγυηθούν την κοινωνική αλλαγή, ορισμένα στοιχειώδη δικαιώματα και προνόμια, θα είμαστε εκτεθειμένοι στα χειρότερα.

Η δική μου περίπτωση αποδείχθηκε περίπλοκη επειδή ζούσα στη Νέα Υόρκη. Από εκεί έπρεπε να μεταβώ στη Μαδρίτη γιατί η ιατρική μου ασφάλιση (καθότι τουρίστας, και παρά το γεγονός ότι ζούσα εκεί, δεν μπορούσα να ανταποκριθώ σε μια κανονική ασφάλεια) δεν με κάλυπτε σε περίπτωση πανδημίας, κάτι που θα με έθετε σε πολύ επικίνδυνη κατάσταση (και οικονομικά) αν νοσούσα. Επέστρεψα, λοιπόν, με τη σύζυγο και το μωρό μας στη Μαδρίτη, τη στιγμή ακριβώς που ήταν η πιο βεβαρημένη πόλη στον κόσμο εξαιτίας της πανδημίας, και πέρασα δύο εβδομάδες καραντίνας σε ένα διαμέρισμα που έκλεισα μέσω Airbnb. Ύστερα από αυτό, μιας και δεν είχα δικό μου σπίτι στη Μαδρίτη, πήγα σε ένα σπίτι στον Νότο, το οποίο ανήκει στην οικογένειά μου, όταν όμως φτάσαμε εκεί ένας γείτονας με κατήγγειλε στην αστυνομία επειδή θεώρησε ότι παραβίασα τον ισπανικό νόμο περί μετακίνησης (απαγορεύεται στους Ισπανούς να πάνε σε μια δεύτερη κατοικία). Η αστυνομία με ερεύνησε, και μόνο όταν διαπίστωσε ότι δεν είχα άλλο σπίτι στην Ισπανία με άφησε στην ησυχία μου. Με άλλα λόγια, πέρασα τρεις εφιαλτικές εβδομάδες μεταφέροντας ένα μωρό στις δύο πιο δύσκολες πόλεις του κόσμου, σε σχέση με τον κορωνοϊό.

Με ρωτήσατε, επίσης, αν βοηθάει η λογοτεχνία. Θα σας απαντήσω εν γένει. Εξαρτάται, ασφαλώς, από το τι διαβάζει κανείς. Αν κάποιος διαβάζει καλά βιβλία θα αναπτύξει και την κριτική του σκέψη, αν δεν διαβάζει τέτοια βιβλία, η ανάγνωση ενδέχεται απλώς να τον κάνει ακόμη πιο βλάκα. Η ανάγνωση δεν είναι πανάκεια για όλα. Αυτό που βιώνουμε σήμερα, περισσότερο κι από δυστοπία, έχει σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά μιας κακής ταινίας με όλα τα κλισέ μιας χολιγουντιανής παραγωγής, ακόμη κι αυτό το μόνιμο κιτς με το οποίο μας επιτίθενται οι κυβερνητικές ανακοινώσεις. Πιστεύω ότι το κιτς είναι το πλέον απροσδόκητο στοιχείο σε όλη αυτή την ιστορία. Ο τρόπος με τον οποίο το κιτς αποκρύπτει τις επιθέσεις στα πιο θεμελιώδη δικαιώματα, ο τρόπος με τον οποίο το κιτς αποκρύπτει το γενικό μήνυμα «σκατά παντού». Το μοναδικό πράγμα που μπορεί να μας σώσει είναι, πιστεύω, το κριτικό πνεύμα.

Ο Αντρές Μπάρμπα είναι ισπανός συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο στα ελληνικά «Φωτεινή πολιτεία» (2019) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση Βασιλικής Κνήτου.

Σοφία Νικολαΐδου

Κοιτώντας τη ζωή από το παράθυρο (σκέψεις, εικόνες και θραύσματα συνομιλιών)

·         Οι μεγάλοι άνθρωποι έχουν περισσότερη υπομονή. Ίσως γιατί πέρασαν πολέμους και κακουχίες. Ίσως γιατί, όταν έχει κλείσει κανείς τα ογδόντα, η μέρα και η στιγμή μετρούν αλλιώτικα. Κι αυτό θα περάσει. Κάθε εμπόδιο για καλό. Φράσεις που έλεγαν οι παλιές γιαγιάδες.

·         Η ρουτίνα είναι το πιο γλυκό πράγμα του κόσμου. Γίνεται δίχτυ ασφαλείας, όταν ζορίζουν τα πράγματα.

·         Δεν υπάρχουν πιο δυνατά και πιο ευπροσάρμοστα πλάσματα από τα παιδιά.

·         Οι δουλειές του σπιτιού χαρίζουν ηρεμία, έλεγαν οι παλιές νοικοκυρές. Πόσες φορές όμως μπορείς να σφουγγαρίσεις ένα σπίτι χωρίς να τρελαθείς;

·         Η τέχνη είναι στήριγμα και παρηγοριά. Το ξέρουμε, το ξεχνάμε. Φανταστείτε τους τέσσερις τοίχους χωρίς βιβλία, μουσική, ταινίες. Όταν διαβάζω, κάνει επιτέλους ησυχία το κεφάλι μου.

·         Κάποια στιγμή ένας ψυ θα πρέπει να μας εξηγήσει γιατί τρέξαμε να αγοράσουμε αλεύρι και ζυμώσαμε στα σπίτια μας ψωμί.

·         «Κυρία, δεν πίστευα πως θα το πω ποτέ αυτό. Μου λείπει το σχολείο. Όταν γυρίσουμε, δε θα παραπονεθώ ποτέ. Σας το λέω εγώ, που γκρίνιαζα συνέχεια».

·         «Σε είχα δει Παρασκευή ή Σάββατο, νομίζω, στην Αγίας Σοφίας. Περπατούσες γρήγορα και δε σε πρόλαβα. Το μετανιώνω λίγο που δεν είχα τρέξει».

·         «Ήθελα πολύ να σου στείλω μέιλ, αλλά δεν έβρισκα ποτέ κάποιον καλό λόγο. Βέβαια τώρα που το σκέφτομαι, δεν υπάρχει καλύτερος λόγος από το να κάνεις κάτι επειδή το θέλεις. Δεν έχω κάτι πολύ καλό ή πολύ έξυπνο ή πολύ ενδιαφέρον να πω. Οπότε θα πω μόνο ότι μου λείπεις πολύ».

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο αναμένεται να κυκλοφορήσει εντός του Μαΐου το νέο βιβλίο της Σοφίας Νικολαΐδου με τίτλο «Το χρυσό βραχιόλι – Αληθινοί άνθρωποι αφηγούνται τις ιστορίες τους».

Δημήτρης Νόλλας

Παίζουμε με τις τύχες μας 

Στην ανθρώπινη περιπέτεια καταγράφονται ξεσπάσματα της Φύσης, σημαδιακοί λιμοί, λοιμοί και καταποντισμοί και βιβλικές καταστροφές (των Ταμερλάνων συμπεριλαμβανομένων), που αφάνισαν λαούς, καταστρέφοντας ανθρώπους και πράγματα, στην διάρκεια των οποίων οι πληττόμενοι δεν έπαυαν να νοσταλγούν τον πρότερο βίο τους και να ομνύουν σε μια νέα ζωή όσο διαρκούσε ο κυκλώνας κι εκείνοι βρίσκονταν στο μάτι του. Αναρωτιέται κανείς πόσα θύματα θα πρέπει να μετρήσουμε ώστε να αρχίσουμε κάποια στιγμή, να αναστοχαζόμαστε ουσιαστικά πάνω στον τρόπο που ζούμε και φερόμαστε τους τελευταίους αιώνες· και σε παροξυσμό από το τέλος του τελευταίου μεγάλου πολέμου μέχρι σήμερα. Ακούει κανείς φωνές και εκκλήσεις για ν’ αλλάξουμε ζωή όταν επιστρέψουμε στην κανονικότητα, όταν το δρεπάνι του ιού θα ’χει στομώσει απ’ τα αναρίθμητα θύματά του.

Αλίμονο, δεν θα αλλάξουμε τίποτα απ’ όσα μας οδήγησαν εδώ. Όπως έκαναν πάντα οι άνθρωποι, απτόητοι μέσα στην αλαζονεία και τη βουλιμία τους, θα συνεχίσουμε να βρωμίζουμε με τα έργα μας, αλλά και με τα χνώτα μας, τη φύση, τις θάλασσες και τα δάση, διάγοντας σαν σπιθαμιαίοι άρχοντες (στην πραγματικότητα μαστροποί, ανίκανοι να την αγαπήσουμε ειλικρινά και να ζήσουμε μαζί της επί ίσοις όροις), θα συνεχίσουμε να την εκμεταλλευόμαστε χωρίς μέτρο άχρι θανάτου, κατασπαταλώντας πόρους φυσικούς και ανθρώπινους, εμείς που σταματήσαμε να δοξάζουμε τον Θεό για τη μέρα που ξημερώνει, αφού γοητευθήκαμε από την εντολή «ΟΛΟΙ ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ» και την ακολουθούμε πιστά. Παίζουμε με τις τύχες μας, αυτό μας αποκαλύπτει η πανδημία του κορωνοϊού.

Το τελευταίο βιβλίο του Δημήτρη Νόλλα με τίτλο «Ο κήπος στις φλόγες» (2017) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο (Πορτογαλία)

Κοινωνικές ανισότητες και διανοητική γυμναστική

Κατά τη γνώμη μου, μια από τις ευπάθειες του συστήματος που όλη αυτή η κατάσταση έχει εκθέσει πλήρως, είναι η μεγάλη ανισότητα, τόσο στο εσωτερικό των χωρών, σε κοινωνικό επίπεδο, όσο και διεθνώς, ανάμεσα στα κράτη. Ο καπιταλισμός, που δημιούργησε αυτή τη μορφή φιλελευθερισμού της αγοράς, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε πραγματικά να καταστείλει τις ασυμμετρίες και να δημιουργήσει αρμονία σε όλους τους εμπλεκόμενους. Αντί για αυτό, ανέλαβε να τις δικαιολογήσει. Το σύστημα προωθεί μια ανάγνωση του κόσμου σύμφωνα με την οποία, οι πλούσιοι αξίζουν να είναι πλούσιοι και η φτώχεια είναι καρπός της ανικανότητας.

Απέναντι σε μια πανδημία όπως αυτή, οι ανισότητες προκαλούν προβλήματα που δύσκολα θα επιλυθούν. Ας δούμε μόνο την κατάσταση των πλέον μειονεκτούντων κοινωνικών ομάδων, με ελάχιστα μέσα για να αντέξουν αυτό το διάστημα χωρίς εισόδημα, με δυσκολία να καλύψουν βασικές ανάγκες υγιεινής, διατροφής κλπ. Ή, σε ένα άλλο επίπεδο, τι θα συμβεί, για παράδειγμα, αν η πανδημία ελεγχθεί μόνο στις πλούσιες χώρες; Από την φύση του, αυτό δεν είναι ένα σύστημα συνεργασίας, είναι ένα σύστημα ατομικιστικού ανταγωνισμού. Τα αποτελέσματα αυτών των αξιών αναδύονται διαρκώς. Στη σημερινή Ευρώπη, με δηλώσεις όπως οι πρόσφατες του ολλανδού υπουργού οικονομικών σχετικά με την Ισπανία, εμφανίζεται ξανά η κυρίαρχη όψη αυτού που είναι σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της στιγμής που ζούμε είναι η απροσδιοριστία σε σχέση με το μέλλον. Πιστεύω ότι κάτι θα πρέπει αναγκαστικά να αλλάξει, έχω την ελπίδα ότι θα συμβούν κάποιες απαραίτητες αλλαγές.

Παρότι υπάρχουν κάποιες ομοιότητες ανάμεσα σε αυτή την καραντίνα και στη διαδικασία συγγραφής ενός βιβλίου, πιστεύω ότι οι διαφορές υπερτερούν κατά πολύ. Από τη μια, δεν μπορώ να ξεχάσω ότι πρόκειται για έναν εγκλεισμό που δεν είναι καρπός επιλογής, γεγονός που μου προκαλεί μια κάποια κλειστοφοβία. Εξάλλου, πιστεύω ότι είναι πολύ δύσκολο να απομακρυνθούμε από την όλη κατάσταση (λόγω της κινδυνολογίας μέρους της δημοσιογραφίας, για παράδειγμα) και να συνεχίσουμε μια δουλειά οποιασδήποτε φύσης. Στο πλαίσιο αυτό, ένα από τα προβλήματα που ζούμε είναι η μονοθεματικότητα της εποχής, μοιάζει να υπάρχει μόνο ένα ζήτημα στον κόσμο, όλα αξιολογούνται σε σχέση με την πανδημία. Από την άλλη, υπάρχουν ιδιαίτερες προκλήσεις αυτόν τον καιρό, όπως είναι να έχει κανείς τα παιδιά διαρκώς μέσα στο σπίτι, πράγμα που είναι και μια ευκαιρία, γιατί επιτρέπει να μοιραστεί κανείς μαζί τους αμέτρητα πράγματα που αναβάλλονταν επ’ αόριστον, καταναλώνει όμως πολύ ψυχικό χώρο και διαθεσιμότητα που θα ήταν απαραίτητα για το γράψιμο. Παρ’ όλα αυτά, για όποιον δεν ζει με την αρρώστια, αυτή είναι μια εποχή κατά την οποία ο αναστοχασμός επιβάλλεται κι αυτό είναι πολύ θετικό.

Ναι, κατά τα λοιπά, είναι αλήθεια ότι αυτό που ζούμε μοιάζει λίγο με αφήγηση επιστημονικής φαντασίας ή μελλοντολογικής δυστοπίας. Εδώ υπάρχουν drone που πετούν πάνω από τους δρόμους με μεγάφωνα που στέλνουν τον κόσμο στο σπίτι. Την Κυριακή του Πάσχα, για παράδειγμα, κυκλοφορούσε ένα αυτοκίνητο με σταυρό στην οροφή του και μετέδιδε καθολικούς ύμνους. Όλο αυτό είναι απίθανα οργουελικό. Αυτή την εποχή, πιστεύω ότι η λογοτεχνία μπορεί να βοηθήσει πολύ, με διάφορους τρόπους. Από τη μια, μπορεί απλώς να μας ανοίξει ένα παράθυρο στον κόσμο, και μ’ αυτόν τον τρόπο, να μας δώσει μια ανακωχή με την στιγμή αυτή όπου το σκηνικό και η θεματολογία είναι περιορισμένα. Από την άλλη, η λογοτεχνία είναι αναστοχασμός, από τη φύση της. Εδώ στην Πορτογαλία, μας λένε συνέχεια ότι πρέπει να κάνουμε άσκηση σε καιρό καραντίνας. Πιστεύω ότι το ίδιο ισχύει και για τον εγκέφαλο, το κριτικό πνεύμα, την ελευθερία της σκέψης. Η λογοτεχνία μπορεί να έχει έναν θεμελιώδη ρόλο σε αυτή την διανοητική γυμναστική.

Ο Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο είναι πορτογάλος συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο στα ελληνικά με τίτλο «Γκαλβέιας» (2016) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά.

Ίρσα Σιγκουρδαρντότιρ (Ισλανδία)

Μήπως θα το έχουμε ξεχάσει μετά από πέντε χρόνια;

Ένα από τα πράγματα που με εξέπληξαν είναι το πόσο πολύ αγνοούσα τον κίνδυνο μιας τέτοιας πανδημίας. Υποθέτω ότι δεν είμαι η μόνη που σίγουρα είχε διαβάσει για εξάρσεις ασθενειών, επικίνδυνα βακτήρια και άλλα τέτοιες απειλές, πλην όμως, κατά έναν περίεργο λόγο, ένιωθα ασφαλής όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι που ζουν στις δυτικές κοινωνίες. Οι επιδημίες και οι θανατηφόρες μολυσματικές νόσοι δεν ήταν κάτι για το οποίο ανησυχούσα, με τον ίδιο τρόπο που δεν ανησυχούσα για το σκορβούτο, τη λέπρα ή άλλους αρχαίους λοιμούς. Ή μια εισβολή εξωγήινων! Είχα απόλυτη εμπιστοσύνη στη σύγχρονη ιατρική, χωρίς ποτέ να την αμφισβητήσω καν, και παρά τις προειδοποιήσεις που προανέφερα. Η πανδημία αποδεικνύει ότι έχουμε την τάση να εφησυχάζουμε υπερβολικά όταν μας δίδεται η ευκαιρία. Θυμάμαι κάτι που διάβασα, ότι πρέπει να περάσουν μόνο πέντε χρόνια μετά από μια σοβαρή χιονοστιβάδα ώστε οι επιζήσαντες από αυτήν να αρχίσουν να ξανασκέφτονται τα σχέδια ανοικοδόμησης στην ίδια ακριβώς περιοχή που συντελέστηκε η καταστροφή. Επομένως, εδώ και έναν αιώνα, από την εποχή της ισπανικής γρίπης, οι καθημερινοί πολίτες δεν σκέφτηκαν ποτέ στα σοβαρά το ενδεχόμενο μιας πανδημίας, θεωρούσαν την πιθανότητα μικρή η μηδενική. Πέφτουμε πολύ εύκολα θύματα της εντελώς ανυπόστατης θεωρίας ότι «εφόσον κάτι δεν έχει συμβεί πρόσφατα δεν πρόκειται να συμβεί και στο μέλλον». Για εμένα το μάθημα, εν προκειμένω, είναι σαφές: οι άνθρωποι είμαστε ένα πολύ ευάλωτο είδος και πρέπει να κλίνουμε με σεβασμό το κεφάλι στην φύση ανεξαρτήτως των τεχνολογικών ή των επιστημονικών επιτευγμάτων μας. Κάτι θα πρέπει να συγκρατήσουμε σίγουρα στο μυαλό μας για όσα είναι να έρθουν, αν και δεν είναι καθόλου απίθανο να ξεχάσουμε τα πάντα ύστερα από πέντε χρόνια, με το που τελειώσει η πανδημία του νέου κορωνοϊού.

Οι άνθρωποι μπορούν να αντέξουν το οτιδήποτε, αν πιστεύουν ότι η δοκιμασία που περνάνε θα τελειώσει κάποια στιγμή. Αν πάντως επιβληθεί μια καραντίνα μεγαλύτερης διάρκειας, ενός χρόνου ή και περισσότερο, τότε ασφαλώς θα δούμε κοινωνική αναστάτωση . Πιστεύω επίσης ότι ένας από τους παράγοντες που καθορίζουν τη διαχείριση μιας καραντίνας, κατά πόσον είναι εύκολη ή δύσκολη, είναι και η ηλικία. Συνήθως, όσο πιο νέος είναι κανείς τόσο περισσότερο θέλει να είναι έξω και να επιδιώκει τον συγχρωτισμό πρόσωπο με πρόσωπο. Δεν χωράει αμφιβολία πως αν ήμουν νεότερη θα τη σιχαινόμουνα την καραντίνα. Δεν είναι εύκολο για κανέναν, προφανώς, αλλά είναι πιο εύκολο αν έχεις κάπως μεγαλώσει κι έχεις μπει σε μια φάση που δεν είσαι και τόσο κοινωνικά ενεργός. Ίσως όμως το παρήγορο σε αυτή τη συγκυρία να είναι το γεγονός ότι τα κοινωνικά δίκτυα έχουν υποκαταστήσει, για τους νεότερους ιδίως, το είδος της αλληλεπίδρασης που δεν απαιτεί αναγκαστικά την  φυσική παρουσία. Από την ώρα που άρχισε η κοινωνική αποστασιοποίηση, για παράδειγμα, η κόρη μου και οι φίλες της, συνομιλούσαν τα απογεύματα στο Skype, λες και ήταν όλες μαζί σε ένα δωμάτιο. Ή κανόνιζαν να γυμναστούν όλες μαζί μέσω Skype. Παρότι αποτελεί μια καλή πρόσκαιρη λύση, με ανησυχεί κάπως η προοπτική να καταστεί αυτό μια μόνιμη κατάσταση, προβληματίζομαι για το αν η ανθρωπότητα θα υποφέρει από την απώλεια της εγγύτητας. Είναι πιο εύκολο να είσαι κακόβουλος όταν είσαι online και μόνος σου, από όταν είσαι πρόσωπο με πρόσωπο με τους άλλους. Νομίζω ότι ο κόσμος μας έχει ανάγκη να είμαστε καλύτεροι και όχι αγενείς ή μοχθηροί.

Όποιος λογαριάζει τον εαυτό του ως αναγνώστη σίγουρα γνωρίζει αυτό το αίσθημα, το να είσαι αλλού, σε έναν άλλο τόπο ή μια άλλη συνθήκη, να είσαι σε ένα αλλού που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια σου όταν διαβάζεις ένα καλό βιβλίο. Η ανάγνωση μπορεί επομένως να μας βοηθήσει να αποτινάξουμε την ανιαρότητα της ζωής σε ένα μέρος για πολύ καιρό, καθώς επίσης να μας επιτρέψει να ξεχάσουμε ό,τι μας περιβάλλει. Όσον αφορά τα δυστοπικά ή αποκαλυψιακά μυθιστορήματα, δεν είμαι βέβαιη ότι είναι μια σοφή αναγνωστική επιλογή υπό τις παρούσες συνθήκες. Τούτου δοθέντος, μια επιπλέον παρενέργεια της σημερινής κατάστασης μπορεί να είναι ένα πιο καλοήθες σκηνικό ή φόντο για μια ιστορία. Αλλά το ξεπέρασμα της κρίσης, της διασφάλισης ότι αυτό δεν θα ξανασυμβεί ή δεν θα συμβαίνει τόσο συχνά δεν μπορούμε να το βρούμε στα έργα μυθοπλασίας. Αυτό ξεπερνά τα όριά τους και αφορά κατεξοχήν την υψηλή πολιτική σε διεθνές επίπεδο. Κάτι που, οφείλω να ομολογήσω, δεν με κάνει να αισιοδοξώ  ούτε για την αλλαγή ούτε για καλά αποτελέσματα».

Η Ίρσα Σιγκουρδαρντότιρ είναι ισλανδή συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Το τελευταίο της βιβλίο στα ελληνικά με τίτλο «Λύτρωση» (2019) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση Αλέξη Καλοφωλιά.

Έρση Σωτηροπούλου

Ένας πλανήτης σε κατ’ οίκον εξορία

Μια νυχτερίδα δάγκωσε έναν παγκολίν που το έφαγε ένας Κινέζος… Έτσι το πάρτι της παγκοσμιοποίησης πήρε τέλος. Τα σύνορα ξαναμπήκαν στη θέση τους. Το κράτος αναδύθηκε από τον λήθαργο αναλαμβάνοντας τον ρόλο του αυστηρού πατέρα και συνταγματικά δικαιώματα όπως αυτά της ελευθερίας διακίνησης και της συνάθροισης έχουν καταργηθεί. Το πιο εντυπωσιακό είναι πόσο εύκολα μπήκαμε όλοι στο μαντρί, πόσο αδιαμαρτύρητα υποταχθήκαμε – η μία χώρα μετά την άλλη, η μία γεωγραφική περιφέρεια μετά την άλλη, διαφορετικοί πολιτισμοί και συστήματα να συναγωνίζονται μεταξύ τους για τα εύσημα ευπείθειας και υπακοής. Από την άλλη, για πολλούς ανάμεσά μας η πανδημία εξακολουθεί να είναι κάτι εξωπραγματικό.

Στην προηγούμενη κρίση που μας είχε χτυπήσει, την οικονομική, μπορούσες να είσαι μέσα στη δράση, μπορούσες να αντισταθείς. Τώρα οι περισσότεροι είμαστε καταδικασμένοι σε αδράνεια. Αν δεν έχεις αρρωστήσει ή δεν βρέθηκες ξαφνικά στο δρόμο χωρίς δουλειά και σπίτι, όλος αυτός ο χαμός ανήκει ακόμα στην εικονική πραγματικότητα. Με το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού σε καραντίνα, ο πλανήτης βρίσκεται σε εξορία. Κατ’ οίκον εξορία. Για μένα που ο πυρήνας μου βρισκόταν στη μετακίνηση και τα ταξίδια ήταν ο τρόπος για να μείνω συγκεντρωμένη σε κάτι, είναι σαν να έχασα την αίσθηση προσανατολισμού. Ο χρόνος μου έχει διαπλατυνθεί συρρικνούμενος.

Καμιά φορά δεν θυμάμαι τι μέρα είναι, ξαφνικά αντιλαμβάνομαι ότι έχουν περάσει πέντε εβδομάδες από την αρχή του περιορισμού που μου φαίνονται ένας αιώνας, αλλά ταυτόχρονα οι μέρες μου κυλάνε σαν σταγόνες νερού. Έχω την αίσθηση ότι ονειροβατώ όντας σε εγρήγορση. Σ’ αυτόν τον εξορισμένο πλανήτη με τους έρημους δρόμους, τα πουλιά ξανάρχισαν να κελαηδάνε, να τραγουδάνε ολοένα σε πιο ψηλές νότες, πότε δεν είχα ακούσει τέτοιες ζωηρές καντρίλιες και παράφορα τιτιβίσματα, αγριόχοιροι κατεβαίνουν στη Βαρκελώνη, μια αγέλη ελεφάντων διασχίζει μια άδεια εθνική οδό στην Ινδία. Ο κόσμος χωρίς εμάς έχει μια αλλόκοτη ομορφιά, την επίφοβη έλξη του άγνωστου. Είναι σαν την εικόνα από ένα όνειρο που επιμένει ατόφια αφού έχουμε ξυπνήσει και πρέπει να σταθούμε, να ξεχάσουμε για λίγο αυτό που είμαστε ή πιστεύουμε ότι είμαστε, για να λύσουμε τον γρίφο.

Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφόρησε πρόσφατα, τον περασμένο Φεβρουάριο, η νέα έκδοση του μυθιστορήματος της Έρσης Σωτηροπούλου «Ζιγκ Ζαγκ στις νερατζιές».

Γκονσάλο Μ. Ταβάρες (Πορτογαλία)

Κάτι θα αλλάξει ριζικά στο άγγιγμα του άλλου 

Δεν είχαμε ποτέ σε όλον τον κόσμο περίπου την ίδια εμπειρία. Προφανώς, και με αυτή την «πανούκλα», ας την πούμε έτσι, δεν βρισκόμαστε όλοι στην ίδια κατάσταση. Κάποιοι είναι γιατροί, κάποιοι είναι εργαζόμενοι που είναι απαραίτητοι και βρίσκονται έξω, πολλοί, πάρα πολλοί είναι στο σπίτι, από όσους είναι στο σπίτι κάποιοι έχουν παρέα, κάποιοι είναι μόνοι, υπάρχουν άπειρες εμπειρίες της ίδιας εμπειρίας. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι ποτέ ο κόσμος δεν βρέθηκε τόσο κοντά στο να νιώθει το ίδιο στα διαφορετικά σημεία του. Είναι κάτι το ριζικό που θα μας σημαδέψει για πάντα, θεωρώ πως ξεκάθαρα θα υπάρχει ένα πριν και ένα μετά απ’ αυτή την επιδημία. Ένα πριν και ένα μετά κοινωνικό, πολιτισμικό, διανοητικό, πολιτικό.

Νομίζω επίσης πως αυτή η επιδημία θα αλλάξει τα πάντα, και η λογοτεχνία δεν θα αποτελέσει εξαίρεση, θα αλλάξει κι αυτή. Για εμένα είναι προφανές ότι ένιωσα μια αγωνία να ανταποκριθώ άμεσα. Γι’ αυτό και γράφω αυτό το «Ημερολόγιο της Πανούκλας» στην πορτογαλική εφημερίδα Expresso. Το «Ημερολόγιο της Πανούκλας» συνίσταται στο να παρακολουθώ καθημερινά όσα συμβαίνουν και να προσπαθώ να αντιδράσω με όρους γραφής. Για μένα ήταν πολύ σημαντικό να είμαι παρών ως γραφή, ως συγγραφέας, σε αυτές τις τρομερές στιγμές. Όταν η πανδημία θα περάσει, προφανώς θα σκεφτούμε διαφορετικά, θα αισθανθούμε αλλιώς, θα γράψουμε με διαφορετικό τρόπο. Στη λογοτεχνία και στις τέχνες θα υπάρξει ένα εντελώς ξεχωριστό κίνημα με καινούρια πράγματα.

Σκέφτομαι, επιπλέον, ότι το ανθρώπινο ον είναι ελάχιστα προετοιμασμένο για μια τέτοια κατάσταση. Αυτή η απομόνωση, αυτό το σωματικό κλείσιμο θα έχει συνέπειες. Ο κόσμος εξακολουθεί να μιλάει στο τηλέφωνο, μέσω μέιλ, στα κοινωνικά δίκτυα κτλ, αλλά λείπει η παρουσία του σώματος, η παρουσία του άλλου. Νομίζω ότι όταν βγούμε στον δρόμο, θα υπάρξει μια ανοίκεια αίσθηση, μια αίσθηση ξενότητας, ακόμη και μετά το τέλος της πανδημίας. Το  άγγιγμα του άλλου θα είναι κάτι μάλλον τρομακτικό και ταυτόχρονα ενθουσιαστικό, αλλά κάτι θα έχει αλλάξει ριζικά σε αυτό το άγγιγμα του άλλου.

Ο Γκονσάλο Μ. Ταβάρες είναι πορτογάλος συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο στα ελληνικά «Η γειτονιά» (2016) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά.

Σημείωση: Οι συγγραφείς εμφανίζονται στο θέμα αυτό κατά αλφαβητική σειρά. Ο συντάκτης ευχαριστεί πολύ, αντιστοίχως, την Ελμίρα Μυρεσιώτη, τη Σόνια Στάμου-Ντορνιάκοβα, τη Μαρία Φραγκούλη και την Αθηνά Ψυλλιά για τις μετεφράσεις πέντε κειμένων που δημοσιεύονται εδώ. 

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk