Γιατί «ξεπούλησε» το 15ετές ομόλογο της Ελλάδας

Οι ξένοι επενδυτές μετέβαλαν τη στάση τους για το ρίσκο της χώρας μας

Σημείο καμπής για το κόστος δανεισμού της χώρας αποτέλεσε η επιτυχής την περασμένη Τρίτη έκδοση 15ετούς ομολόγου λήξης 2035 της Ελλάδας, μια χρονιά που το δημόσιο χρέος της δεν έχει ακόμη κριθεί βιώσιμο, στέλνοντας το μήνυμα ότι οι αγορές μπορούν να τιμολογήσουν καλύτερα το ελληνικό ρίσκο σε σχέση με τους δανειστές.

Διαχειριστές θεσμικών χαρτοφυλακίων, αλλά και έλληνες αξιωματούχοι, εκτιμούσαν πως οι διεθνείς επενδυτές μετέβαλαν ουσιαστικά τη στάση τους απέναντι στον ελληνικό κίνδυνο.

Η απόδοση

Ετσι δεν αντιμετωπίζουν πλέον τα ελληνικά ομόλογα με γνώμονα το πιστωτικό ρίσκο, αλλά με βάση τον επιτοκιακό κίνδυνο και αυτό αποτυπώθηκε και στο κουπόνι της έκδοσης που διαμορφώθηκε στο 1,875% (το ίδιο με αυτό που η Ελλάδα πλήρωσε για την έκδοση επταετούς χρέους το περασμένο καλοκαίρι), έναντι 5,39% της προηγούμενης 15ετούς έκδοσης που είχε πραγματοποιηθεί τον Νοέμβριο του 2009.

Η απόδοση διαμορφώθηκε στο 1,91% και αντιπροσωπεύει ιστορικά το χαμηλότερο κόστος δανεισμού για έκδοση τόσο μεγάλης διάρκειας, καθώς οι ξένοι επενδυτές θεωρούν άτυπα πως η χώρα βρίσκεται ποια στον δρόμο της απόκτησης του στάτους της «επενδυτικής διαβάθμισης» που θα καθιστά τα ελληνικά ομόλογα επιλέξιμα από την ΕΚΤ, αλλά κυρίως θα μπορούσε να τα εντάξει στους βασικούς επενδυτικούς δείκτες που παρακολουθούν οι μακροπρόθεσμης καλής ποιότητας επενδυτές.

Το 80% της έκδοσης κατέληξε εξάλλου σε μακροπρόθεσμους επενδυτές (asset managers, κεντρικές τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία), ενώ τα αντισταθμιστικά ταμεία, τα αποκαλούμενα hedge funds, πήραν μόνο το 5% της έκδοσης.

Οι αγοραστές

Κορυφαίες εταιρείες διαχείρισης όπως οι Capital, BlackRock, Fidelity, Pimco, συνταξιοδοτικά ταμεία από τη Νορβηγία, τη Φινλανδία και τις σκανδιναβικές χώρες, αγοράζουν πια ελληνικά ομόλογα. Μάλιστα, καθώς κατά την πρόσφατη έκδοση του 15ετούς ομολόγου η ζήτηση από καλής ποιότητας επενδυτές ήταν διπλάσια από αυτήν που ικανοποιήθηκε, δημιουργήθηκε μία παρακαταθήκη για την επόμενη έκδοση τους επόμενους 2-3 μήνες, η οποία αναμένεται με βάση τα σημερινά δεδομένα να είναι και πάλι μακροπρόθεσμης διάρκειας, δηλαδή να αφορά ένα 10ετές ομόλογο αναφοράς.

Ο ΟΔΔΗΧ στοχεύει εξάλλου στην άντληση από τις αγορές συνολικά 8 δισ. ευρώ περίπου εφέτος (με τα περισσότερα κεφάλαια να αναμένεται πως θα αντληθούν στο πρώτο μισό του 2020) ώστε να καλύψει τόσο την πρόωρη προεξόφληση περίπου 2 δισ. ευρώ χρέους προς το ΔΝΤ που λήγει το 2021, αλλά και τα περίπου 4 δισ. ευρώ από τη σχεδιαζόμενη μείωση των εντόκων γραμματίων, όπως και την πιθανή πρόωρη αποπληρωμή μέρους των ομολόγων που εκδόθηκαν το 2012 μετά την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους – γνωστό ως PSI – και των οποίων οι κάτοχοι δεν τα αντάλλαξαν στο swap του 2017.

Οι στόχοι

Οι ξένοι επενδυτές μεταβάλλουν άρδην τις τιμές των βασικών παραμέτρων αξιολόγησης του κινδύνου χώρας και της ανάλυσης βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους αλλάζοντας σημαντικά και τους όρους της συζήτησης, γύρω από τους ενδεδειγμένους στόχους για το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων στο μέλλον. Σημειώνεται ότι τόσο το ΔΝΤ όσο και ο ESM, οι λεγόμενοι δανειστές του επίσημου τομέα της Ελλάδας, έχουν δεσμευτεί (τον Ιούνιο του 2018) να επανεξετάσουν το ζήτημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους στο τέλος της περιόδου χάριτος των δανείων του EFSF (δηλαδή το 2032) προκειμένου να παράσχουν πρόσθετη απαλλαγή από χρέη (OSI), αν τούτο κριθεί αναγκαίο.

Με δεδομένο ότι η χώρα δανείστηκε για 15 χρόνια με κουπόνι 1,875%, την ώρα που οι δανειστές διατηρούν στους υπολογισμούς τους για τη βιωσιμότητα του χρέους μέσο επιτόκιο 4,5%, εκφράζεται η άποψη πως η Ελλάδα θα μπορούσε να απελευθερωθεί από τον «κλοιό των δανειστών» ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν.

Οι παραμέτροι της αναβάθμισης της ελληνικής οικονομίας

Σε συνέδριο της Fitch στην Αθήνα στελέχη του οίκου ανέφεραν πως η πολιτική σταθερότητα μετά τις εκλογές, η αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης και η αλλαγή του μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, το αξιόπιστο ιστορικό δημοσιονομικών επιδόσεων και η βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους αποτέλεσαν τις παραμέτρους της αναβάθμισης της ελληνικής οικονομίας, ενώ εκτίμησαν πως είναι εφικτή μια συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης και Ευρωπαίων για τη μείωση των πλεονασμάτων από το 2021. Οι προκλήσεις της χώρας έχουν να κάνουν με το επενδυτικό κενό, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας πλήρους απασχόλησης και την αντιμετώπιση των αδυναμιών του τραπεζικού τομέα.

Το «τοπ 4» και η «επενδυτική διαβάθμιση»

Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς και αναλυτές διεθνών τραπεζών, αν και υπάρχει αρκετός χώρος για συνέχιση των αναβαθμίσεων, το στάτους της «επενδυτικής διαβάθμισης» που θα καθιστούσε τα ελληνικά ομόλογα επιλέξιμα από την ΕΚΤ, αλλά κυρίως θα μπορούσε να τα εντάξει στους βασικούς επενδυτικούς δείκτες που παρακολουθούν οι μακροπρόθεσμης καλής ποιότητας επενδυτές, το αποκαλούμενο Real Money, αναμένεται πως δεν θα μπορούσε να αποκτηθεί πριν από το τέλος του 2021 ή ως τα μέσα του 2022.

Σήμερα, με βάση τις αξιολογήσεις των τοπ 4 διεθνών οίκων πιστοληπτικής διαβάθμισης που λαμβάνει υπόψη της η ΕΚΤ, η Ελλάδα βρίσκεται δύο βαθμίδες μακριά από την «επενδυτική βαθμίδα» από την αμερικανική Fitch, τρεις κλίμακες χαμηλότερα από το αποκαλούμενο «investment grade» από την αμερικανική επίσης  Standard and Poor’s και την καναδική DBRS και 4 κλίμακες χαμηλότερα από την  αμερικανική Moody’s.

Να σημειωθεί ότι και η γερμανική Scope που εμφανίζεται μάλιστα η πιο θετική για την πορεία του ελληνικού χρέους μάς βαθμολογεί 2 βαθμίδες χαμηλότερα από investment grade, ενώ καθώς θέλει να γίνει αποδεκτή (ως ευρωπαϊκός οίκος αξιολόγησης) από την ΕΚΤ τα επόμενα 1-2 χρόνια, ενδεχομένως να μπορούσε μελλοντικά να έρθει και μια αναβάθμιση-έκπληξη.

Το 2020, βάσει του προγράμματος, η Moody’s θα αξιολογήσει την Ελλάδα στις 8 Μαΐου και 6 Νοεμβρίου, η Standard and Poor’s στις 24 Απριλίου και 23 Οκτωβρίου, η Fitch στις 24 Ιουλίου και η DBRS στις 24 Απριλίου και 23 Οκτωβρίου.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk