ετά την κατάκτηση της πολυπόθητης μεγάλης πλειοψηφίας από το Συντηρητικό Κόμμα υπό τον πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον είναι πλέον βέβαιο ότι το Brexit, η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ενωση, γίνεται πραγματικότητα το αργότερο μέχρι την 31η Ιανουαρίου 2020. Η Συμφωνία Αποχώρησης θα επικυρωθεί από τη Βουλή των Κοινοτήτων και θα ακολουθήσει η έξοδος. Αλλά τουλάχιστον για ένα έτος (μέχρι το τέλος του 2020) θα υπάρχει μεταβατική περίοδος, που σημαίνει ότι οι κανόνες και πολιτικές της ΕΕ θα εφαρμόζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μέσα στον χρόνο αυτόν θα πρέπει να συμφωνηθεί και το καθεστώς που θα ισχύει μεταξύ Βρετανίας – ΕΕ μετά την αποχώρηση, αν και για τη συμφωνία αυτή θα απαιτηθεί πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Ευθύς μετά τη δημοψήφισμα του 2016 με τη μικρή πλειοψηφία υπέρ του Brexit (+2%) ως πιθανότερο σενάριο θεωρούνταν από μεγάλο μέρος των αναλυτών (και τον γράφοντα) ότι το Brexit δεν θα πραγματοποιηθεί. Τελικά, τριάμισι χρόνια μετά, το Brexit πραγματοποιείται. Γιατί; Γιατί διαψεύσθηκαν οι εκτιμήσεις περί της «μη εξόδου»;

Η πρώτη και απλή απάντηση είναι βεβαίως γιατί αυτό ήθελαν οι πολίτες και γι’ αυτό ψήφισαν τους Συντηρητικούς και τον Μπόρις Τζόνσον. Και για μια δημοκρατία αυτό είναι το σημαντικό, έστω κι αν για ορισμένους είναι οδυνηρό. Η ανάλυση θα μπορούσε επομένως να σταματήσει εδώ. Αν και θα πρέπει να σημειωθεί ότι το άθροισμα των ψήφων υπέρ της παραμονής – remain – στην ΕΕ συγκέντρωσε την πλειοψηφία. Αλλά όπως έγραψε και ο C. Ash, «η μισή Βρετανία που ήθελε το Brexit ήταν ενωμένη υπό τον Μπ. Τζόνσον, ενώ ή άλλη μισή που ήθελε την παραμονή ήταν διηρημένη και με ένα εκλογικό βάρος – Τζ. Κόρμπιν». Και πάντως το εκλογικό σώμα δεν λειτούργησε «εν κενώ». Ακουσε επιχειρήματα, θέσεις, προγράμματα από τις πολιτικές δυνάμεις. Και από τις θέσεις/ προγράμματα αυτά προκύπτουν ορισμένες διαπιστώσεις που εξηγούν το Brexit και που ο γράφων ομολογουμένως υποτίμησε, καθώς θεωρούσε ότι δεν θα επικρατήσουν στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ειδικότερα:

Πρώτον, η ήττα του βρετανικού πραγματισμού – ορθολογισμού έναντι του φανατισμού και ιδεολογικού δογματισμού. Ο γράφων από την εποχή που σπούδαζε στο Ην. Βασίλειο θεωρούσε τη χώρα ως την επιτομή του πραγματισμού που απεχθάνεται τους ιδεολογικούς δογματισμούς και τις εμμονές σε λαϊκιστικές παραδοχές. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Αυτό που επικράτησε κυρίως από πλευράς του Συντηρητικού Κόμματος δεν ήταν ο πραγματισμός. Ηταν η άκαμπτη ιδεολογική εμμονή στην υπεροχή του Ην. Βασιλείου ως χώρας που μπορεί ξανά να καταστεί από μόνη της, έξω από την Ενωση, «παγκόσμια δύναμη», global power, συνάπτοντας εμπορικές συμφωνίες με ΗΠΑ, Κίνα και άλλες χώρες. Η νοσταλγία της Αυτοκρατορίας. Στην ιδεολογική αυτή εμμονή παραμερίστηκαν ως ανάξια προϊόντα τεχνοκρατικών αναλύσεων όλες οι μελέτες που διαπιστώνουν ότι η επιστροφή στην Αυτοκρατορία είναι αδύνατη στον σημερινό κόσμο. Οπως απορρίφθηκαν και όλες οι επιστημονικές αναλύσεις που δείχνουν ότι οι συνέπειες για την οικονομία μετά το Brexit θα είναι ζημιογόνες. Αλλά το κυριότερο: στην όλη συζήτηση για το Brexit επικράτησαν η λαϊκιστική «μετα-αλήθεια πολιτική» (post-truth politics), τα fake news, η «επιδημία του ψεύδους» και το κλίμα της καχυποψίας με κύριο εκφραστή τον πρωθυπουργό Μπ. Τζόνσον. Είναι σοκαριστική η περιγραφή που κάνει για αυτόν ο Economist: «Ζει σ’ έναν κόσμο που χωρίζεται στο Εμείς ή Αυτοί, στον κόσμο των αισθημάτων παρά της λογικής, όπου το να κολακεύεις τον λαό είναι πολύ πιο σημαντικό από το να τον προβληματίζεις με την αλήθεια των γεγονότων». Αδιανόητα πράγματα για το Ην. Βασίλειο και τον πραγματισμό του λίγα χρόνια πριν…

Δεύτερον, η ενότητα του Ην. Βασιλείου: καθώς η Σκωτία είχε ψηφίσει συντριπτικά υπέρ της «παραμονής στην ΕΕ» το 2016, η εκτίμηση ήταν ότι τελικά το Συντηρητικό Κόμμα δεν θα επέμενε στο Brexit, καθώς θα είχε ως πιθανό τίμημα την ενότητα της χώρας (από το 1707) με την ανεξαρτητοποίηση και προσχώρηση της Σκωτίας στην ΕΕ. Τελικά οι Συντηρητικοί πήραν το σχετικό ρίσκο. Στις εκλογές το Εθνικιστικό Κόμμα της Σκωτίας (SNP) κατέκτησε σαρωτική νίκη, έλαβε 48 από τις συνολικά 59 έδρες, με κύριο αίτημα τη διεξαγωγή δεύτερου δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία. Η συντριπτική πλειοψηφία της Βουλής των Κοινοτήτων θα αρνηθεί αρχικά να δώσει τη συγκατάθεση (που απαιτείται) για το δεύτερο δημοψήφισμα. Αλλά οι πιέσεις θα είναι ισχυρές και εκ των πραγμάτων κάποια στιγμή θα ενδώσει. Και ως συνέπεια το Ην. Βασίλειο θα περάσει πιθανότατα στην Ιστορία και θα θριαμβεύσει «η μικρή και έντιμη Αγγλία» κυρίαρχη(;) εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Τρίτον, η αμφισημία του Εργατικού Κόμματος γύρω από το Brexit. Το Εργατικό Κόμμα υπό τον Τζ. Κόρμπιν είχε μια εντελώς ακατανόητη θέση γύρω από το θέμα της εξόδου. Ο Κόρμπιν προσωπικά ήταν υπέρ της εξόδου (το 1975 στο πρώτο δημοψήφισμα για την ΕΕ είχε ψηφίσει υπέρ της εξόδου). Η κεντρική του θέση τώρα ήταν υπέρ της διεξαγωγής δεύτερου δημοψηφίσματος αλλά με το κόμμα σε ουδέτερη θέση, ούτε υπέρ της εξόδου (Brexit) ούτε υπέρ της παραμονής (Remain)! Επομένως το κόμμα δεν ικανοποιούσε ούτε τους «μεν» ούτε τους «δε» του εκλογικού σώματος. Η εκτίμηση ότι τελικά το Εργατικό Κόμμα θα υποστήριζε ανοιχτά την «παραμονή» όπως το συμβούλευαν όλοι οι πρώην ηγέτες του (Μπλερ, Μπράουν κ.ά.) δεν εισακούστηκε. Οθεν η συντριβή του στις εκλογές (και για σειρά άλλων λόγων). Ευθύνες για το Brexit έχει βέβαια και η Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ο κ. Π. Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.