Τον κώδωνα του κινδύνου απέναντι σε πλείστες όσες εκφανσεις λαϊκισμού, ως προς ζητήματα μείζονος σημασίας που φθάνουν στα διοικητικά δικαστηρια, έκρουσε η προεδρος του ΣτΕ Κατερίνα Σακελλαρόπουλου, στην ομιλία της κατα την ετήσια τακτική γενική συνέλευση της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, στην αίθουσα τελετών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Τα ζητήματα που ταλανίζουν τη Δικαιοσυνη, έθεσε απο την πλευρά του ο επίτροπος Επικρατείας των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων Δημήτριος Κωστάκης, επισημαίνοντας τόσο την τραγική κτιριακή κατάσταση των Διοικητικών Δικαστηρίων, όσο και τον αριθμό των εκκρεμών υποθέσεων – περι τις 196.000 (παρότι υπάρχει σημαντικη μείωση σε σχέση με προηγούμενα έτη). Η προεδρος της Ένωσης Διοικητικων Δικαστων, Αγγελική Λαινιωτη, επέλεξε να θίξει το φαινόμενο πολιτικης και κοινωνικής αδικίας που οδηγεί πολίτες σε ακραίες συμπεριφορές καθως και “τις κοινωνικές ανισότητες που ωφελούν τελικά τις λιγότερο προνομιούχες ομάδες της κοινωνίας”.
Τι είπαν, αναλυτικότερα, οι ομιλητές
«Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων αποτελεί εργαλείο του κράτους δικαίου και δεν προσφέρεται για πρωτοσέλιδα εφημερίδων. (…)
“Αποφάσεις –βόμβες”, που ανακοινώνονται από δικηγορικά γραφεία ή από τον Τύπο, πάνω σε θέματα που θίγουν ευάλωτα τμήματα πληθυσμού, προτου επιληφθεί το αρμόδιο δικαστήριο μόνο σύγχυση προκαλούν, και αποτελούν εκδήλωση λαικισμού», τονισε χαρακτηριστικά η κυρια Σακελλαρόπουλου.
Η ίδια εκτιμησε οτι “το πρόβλημα της Δικαιοσύνης ειναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τις παθογένειες του Ελληνικού κράτους» ενω προσέθεσε: “όσοι νομίζουν ότι έχουν έτοιμες λύσεις αυταπατώνται και κινούνται στα όρια του λαϊκισμού. (…) Οι λύσεις χρειάζονται μελέτη, συνεργασία των φορέων και φυσικά σύμπραξη των δικαστών. (…) Δεν πρέπει να εισάγονται ρυθμίσεις ερήμην των Ολομελειών των δικαστηρίων, ενώ οι δικαστικές Ενώσεις, στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, πρέπει να λειτουργούν προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης, μακριά από συντεχνιακές λογικές».
Η προεδρος του ΣτΕ επεσήμανε οτι η προσφυγή στην Δικαιοσύνη είναι ένδειξη εκδημοκρατισμού μιας κοινωνίας, δε δίστασε ωστοσο να αποδώσει εν μέρει τον μεγάλο όγκο των εκκρεμών υποθέσεων στη Διοικητική Δικαιοσύνη, στις αστοχίες του νομοθέτη.
«Οι συχνές μεταβολές των φορολογικών ρυθμίσεων δεν διευκολύνουν το έργο της Δικαιοσύνης, ούτε βελτιώνουν το επενδυτικό κλίμα. Η πολυπλοκότητα, η ασάφεια της φορολογικής νομοθεσίας καταδεικνύεται και από το γεγονός της έκδοσης μεγάλου αριθμού εγκυκλίων», ανέφερε χαρακτηριστικά, κρίνοντας ως μειζονος σημασίας την έλλειψη κωδικοποιήσεων σε πολλούς τομείς του Δημοσίου Δικαίου, γεγονος “που επιτείνει την ανασφάλεια Δικαίου και δημιουργεί βασική αιτία δημιουργίας διαφορών».
Παραλληλα, η κυρια Σακελλαρόπουλου διατύπωσε την ανάγκη επανασχεδιασμού της χωροταξίας των Διοικητικών Δικαστηρίων, στο πλαισιο μιας ευρυτερης δημόσιας πολιτικής.
Το δικό του στίγμα έδωσε και ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Δικαιοσύνης Γεώργιος Σαρλης, εστιάζοντας στο νομοθετικό έργο του υπουργείου, τη σύνταξη δύο νέων Κωδίκων (Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων), και την επίλυση των καθημερινών προβλημάτων που ανακύπτουν στο χώρο της Δικαιοσυνης.
Παίρνοντας τον λογο, ο κ. Κωστακης έθιξε το ζήτημα των εκκρεμών υποθέσεων.
“Οι εκκρεμείς υποθέσεις στα 9 Διοικητικά Εφετεία και τα 30 Διοικητικά Πρωτοδικεία της χώρας ανέρχονταν στις 31-12-2018 σε 196.000, έναντι 235.000 στις 31-12-2017, 281.000 στις 31-12-2016, 357.000 στις 31-12-2014 και 444.000 στις 31-12-2012. Παρατηρείται, κατά συνέπεια, μία πολύ μεγάλη μείωση των εκκρεμών υποθέσεων κατά την τελευταία εξαετία. Η θετική αυτή εξέλιξη οφείλεται στην εντατική προσπάθεια της μεγάλης πλειοψηφίας των διοικητικών δικαστών και των υπαλλήλων της γραμματείας των διοικητικών δικαστηρίων, στην αύξηση κατά 40 των οργανικών θέσεων των διοικητικών δικαστών κατά τα έτη 2016 και 2017 και σε νομοθετικές ρυθμίσεις».
Ακόμη, αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα επιτάχυνσης της διαδικασίας πρόσληψης δικαστικών υπαλλήλων, αλλά και στην τραγική κατάσταση στέγασης των Διοικητικών Δικαστηρίων και ειδικά αυτών του Πειραιά.
«Αν εξαιρέσουμε ορισμένα διοικητικά δικαστήρια (Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Τρικάλων, Σύρου, Μυτιλήνης, Χαλκίδας, Ρόδου, Βέροιας, Καβάλας, Κομοτηνής, Κέρκυρας και Βόλου) τα οποία στεγάζονται σε κτίρια αντάξια της αποστολής τους, αρκετά από τα υπόλοιπα στεγάζονται σε διαμερίσματα / γραφεία πολυκατοικιών.
Η πλειονότητα των τελευταίων αυτών δικαστηρίων στερείται ακροατηρίου και οι δικογραφίες μεταφέρονται, κατά τις δικασίμους, στα κτίρια όπου στεγάζονται τα πολιτικά δικαστήρια και επιστρέφουν, στη συνέχεια, από αυτά, με όλους τους κινδύνους για την ασφάλεια του περιεχομένου τους.Ειδικώς, όσον αφορά τα Διοικητικά Δικαστήρια του Πειραιά (Εφετείο και Πρωτοδικείο) αυτά στεγάζονται σε γραφεία πολυκατοικιών παλαιάς κατασκευής, παντελώς ακατάλληλα για την στέγαση δικαστικών υπηρεσιών».
Η κυρια Λαινιωτη προσέδωσε πολιτικό πρόσημο στην ομιλία της, τονιζοντας μεταξυ άλλων οτι «η άνοδος της δύναμης εθνικιστικών πολιτικών σχηματισμών και μάλιστα σε χώρες προοδευτικές και δημοκρατικές προκαλεί ανησυχίες”.



