• Αναζήτηση
  • Η προϊστορία της καθόδου του Λάζαρου στον Πειραιά

    Φυσικά και ήταν η εβδομάδα του Λάζαρου Χριστοδουλόπουλου.

    Φυσικά και ήταν η εβδομάδα του Λάζαρου Χριστοδουλόπουλου. Του 31χρονου διεθνούς μεσοεπιθετικού και μιας μεταγραφικής ιστορίας από εκείνες που δεν συμβαίνουν κάθε μέρα στη – μικρή σε διαστάσεις – εγχώρια ποδοσφαιρική αγορά. Ο πολυτιμότερος της αγωνιστικής περιόδου 2017-18, ο MVP τής έπειτα από 24 ολόκληρα χρόνια πρωταθλήτριας ΑΕΚ, στον Ολυμπιακό, και μάλιστα με συνοπτικές διαδικασίες. Κίνηση διαδραστική από εκείνες που όχι μόνο μπορεί να αλλάξουν τις ισορροπίες εντός των αγωνιστικών χώρων, αλλά και που δεδομένα θα μνημονεύονται για χρόνια. Οπως ακριβώς μνημονεύονται και οι προηγούμενες με αυτά τα… κυβικά. Πόσω δε μάλλον όσες είχαν ακριβώς την ίδια διαδρομή. Από τη Νέα Φιλαδέλφεια στην εθνική οδό, με τελικό προορισμό τον Πειραιά!
     Ποιος μπορεί να ξεχάσει, για παράδειγμα, το καλοκαίρι του 1996, όταν ο Ντούσαν Μπάγεβιτς ακολούθησε αυτό το μονοπάτι. Οχι, ο Ντούσκο τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια τα είχε κρεμάσει χρόνια πριν. Προπονητής ήταν, αλλά όχι ένας απλός προπονητής. Αφενός ο καλύτερος της εποχής, αφετέρου κάτι σαν «είδωλο» για την ΑΕΚ και τους φιλάθλους της. Οσοι δεν το έζησαν πιθανότατα να μην μπορούν να αντιληφθούν τον θόρυβο, όσοι το πρόλαβαν θα το θυμούνται για πάντα.

    Η μεταγραφή του Αλεξανδρή

    Δύο χρόνια νωρίτερα ο Ολυμπιακός πήρε από την ΑΕΚ και τον καλύτερο έλληνα επιθετικό της εποχής. Τον Αλέκο Αλεξανδρή. Καλοκαίρι του 1994, πριν από την πρώτη συμμετοχής της εθνικής μας ομάδας σε Μουντιάλ και μετά την τελευταία κατάκτηση πρωταθλήματος (ως την εφετινή) για την Ενωση. Η ιστορία του Αλεξανδρή μάλιστα έχει πολλές ομοιότητες με αυτή του Χριστοδουλόπουλου. Οχι μόνο γιατί ιδιοκτήτης της ομάδας ήταν και τότε ο Δημήτρης Μελισσανίδης, ούτε καν διότι ο επιθετικός από το Κιάτο Κορινθίας είχε αναδειχθεί πρώτος σκόρερ των Κιτρινόμαυρων, όπως τώρα ο Λάζαρος. «Δεν ήταν οικονομικό το ζήτημα. Είχε να κάνει με τη συμπεριφορά της διοίκησης της ΑΕΚ προς το πρόσωπό μου. Ο τρόπος προσέγγισης ήταν πολύ υποτιμητικός βάσει όσων είχα προσφέρει στην ομάδα. Από τον κόσμο της ΑΕΚ δεν είχα κάποιο παράπονο, αλλά από τους διοικούντες την ομάδα είχα θέμα»  αποκάλυψε χρόνια αργότερα ο Αλεξανδρής. «Δέχομαι αρκετές πιέσεις για να ανανεώσω με την ΑΕΚ. Αλλά με απειλές ούτε χτίζεται εμπιστοσύνη, ούτε υπογράφονται συμβόλαια. Λυπάμαι πολύ, αλλά με αυτές τις συνθήκες σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να συνεχίσω την καριέρα μου στην ΑΕΚ» ήταν τα λόγια που επέλεξε ο Χριστοδουλόπουλος για να κλείσει το κιτρινόμαυρο κεφάλαιο της καριέρας του. Θα μπορούσε ανάμεσα στις δύο αυτές δηλώσεις να τοποθετήσει κάποιος καρμπόν, τόσο ανθεκτικό που να κρατά 24 ολόκληρα χρόνια.

    Σχέση «αγάπης – μίσους»

    Κύλησε έτσι η σχέση «αγάπης-μίσους» των οπαδών της ΑΕΚ για τον Μπάγεβιτς και τον Αλεξανδρή που τα όσα ακούστηκαν από την κερκίδα τα επόμενα χρόνια για εκείνους καταγράφονται ως τα χυδαιότερα «συνθήματα» της Ιστορίας. Και οι δύο με τον Ολυμπιακό – που δικαιώθηκε πανηγυρικά για τις επενδύσεις του – πέτυχαν πάρα πολλά στην αθλητική προέκταση της Ιστορίας. Ο Αλεξανδρής έμεινε εννέα χρόνια στον Πειραιά κατακτώντας 7 πρωταθλήματα σερί (1996-2003) με 135 γκολ σε 277 συμμετοχές με τους Ερυθρολεύκους. Ο Μπάγεβιτς πήρε τρία πρωταθλήματα σερί (1997-1999), αλλά και ένα ακόμη το 2005 στη δεύτερη θητεία του στο μεγάλο λιμάνι, διότι υπήρξε και τέτοια. Οπως υπήρξε και δεύτερη φορά στην ΑΕΚ, όπου σήμερα (ξανα)βρίσκεται διατηρώντας έναν ρόλο συνδετικό ανάμεσα στη διοίκηση και στο αγωνιστικό τμήμα. Πρωταθλητής (δις) με τους Πειραιώτες και ο Ρέφικ Σαμπανάτζοβιτς στη διετία 1996-98, που φόρεσε τη φανέλα του Ολυμπιακού. Το τρίτο πρόσωπο που ολοκληρώνει την πιο «θερμή» περίοδο στις μεταγραφικές… σχέσεις των δύο ομάδων. Υπήρξαν βεβαίως πριν οι Χόκαν Σάντμπεργκ 1987, Ντανιέλ Μπατίστα 1992, αλλά στην πραγματικότητα εκείνο το «τρίγωνο» ήταν που τα άλλαξε όλα.

    Ο «συμβολικός» Μανωλάς

    Η επόμενη τριλογία: Η σύγχρονη. Αυτή που έκλεισε πριν από μερικά 24ωρα με την επίσημη ανακοίνωση της απόκτησης του Χριστοδουλόπουλου από τον Ολυμπιακό. Κίνηση που ξύπνησε πραγματικά ευχάριστες μνήμες στους Ερυθρολεύκους. Μνήμες Ραφίκ Τζιμπούρ (2011) και Κώστα Μανωλά (2012). Τον Τζιμπούρ ο Ολυμπιακός τον απέκτησε Γενάρη, σε μια περίοδο που πραγματικά δεν ήξερε ποιον σέντερ φορ να… διαλέξει από το ρόστερ του. Είχε Μάρκο Πάντελιτς, Κώστα Μήτρογλου, Κρίστιαν Νέμεθ (που επίσης είχε αγωνιστεί πριν στην ΑΕΚ) αλλά ήταν βασικός ως «9άρι» ο Κέβιν Μιραλάς. Ο Ερνέστο Βαλβέρδε βεβαίως έδειξε ότι ήξερε καλά να αξιοποιεί τέτοια δώρα από τη διοίκηση. Εστειλε τον Μιραλάς στη μια πτέρυγα, τον Αλμπερτ Ριέρα απέναντι, τον Φουστέρ πίσω από τον φορ και τον Τζιμπούρ στην αντίπαλη περιοχή. Ολα αυτά με τον «Κομαντάντε» Αριελ Ιμπαγάσα να οργανώνει με όλους αυτούς μπροστά του. Τι συνέβη; Χάθηκε η μπάλα! Ο αλγερινός επιθετικός κέρδισε τρία πρωταθλήματα με τη μεθυστική εκείνη αγωνιστική εκδοχή των Πειραιωτών, σκόραρε 39 φορές σε 56 συμμετοχές.   
     
    Τίτλοι πρωταθλητή και για τον Κώστα Μανωλά που έδεσε άγκυρα στο λιμάνι το καλοκαίρι του 2012. Εδώ δεν ήταν τόσο η «ποδοσφαιρική» αξία που είχε προκαλέσει θόρυβο στη μετακίνηση, μιας και ο διεθνής στόπερ ήταν ακόμη μόλις 20 χρόνων χωρίς να έχει ξεδιπλώσει ακόμη τις τεράστιες δυνατότητές του. Ως ανιψιός του Στέλιου Μανωλά, ενός από τους εμβληματικούς «αρχηγούς» της ιστορίας της ΑΕΚ, ήταν που σχολιάστηκε. Δεν δικαίωσε όμως απλά τον Ολυμπιακό για την επιλογή του, αλλά και άλλαξε την ίδια την προσωπική του διαδρομή. Δίχως τον Ολυμπιακό δεν θα έφτανε ποτέ στο σημείο να θεωρείται σήμερα ένας από τους καλύτερους κεντρικούς του κόσμου.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Αθλητισμός