Σαν απόκληρος γυρίζω

Oνειρο χρόνων του Μανούσου Μανουσάκη, το «Ουζερί Τσιτσάνης» υλοποιήθηκε μετά χιλίων κόπων και βασάνων, με τη μία διακοπή μετά την άλλη

Σαν απόκληρος γυρίζω | tovima.gr
Oνειρο χρόνων του Μανούσου Μανουσάκη, το «Ουζερί Τσιτσάνης» υλοποιήθηκε μετά χιλίων κόπων και βασάνων, με τη μία διακοπή μετά την άλλη, αλλά και με την πιθανότητα να γίνει τηλεοπτική σειρά. Αθλος στην κυριολεξία! Ξεκαθαρίζοντας λοιπόν εξαρχής τη θέση μου, δηλώνω ότι είναι πολύ σημαντικό που αυτή την εποχή μπορούν να γυρίζονται μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές στην Ελλάδα, ταινίες όπως το «Ουζερί Τσιτσάνης» ή ο «Αλλος κόσμος» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη που έρχεται, και εύχομαι από καρδιάς η ταινία, που άνοιξε από την περασμένη Πέμπτη σε παραπάνω από 110 αίθουσες του πανελληνίου, να γίνει μεγάλη επιτυχία λαδώνοντας τα σκουριασμένα γρανάζια του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου σε μια δύσκολη εποχή που έχει και με το παραπάνω την ανάγκη ώθησης.
Ολα τα παραπάνω όμως δεν είναι παρά ευχές. Σε καμία περίπτωση δεν σημαίνουν ότι το «Ουζερί Τσιτσάνης» είναι μια πραγματικά καλή ταινία, όπως η αλήθεια είναι ότι περίμενα. Βασισμένη στο ομότιτλο μπεστ σέλερ του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, η ταινία καταπιάνεται με τεράστιας σημασίας θέματα: γερμανική κατοχή, καταδίωξη των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, αντίσταση και Βασίλης Τσιτσάνης, ο οποίος ανάμεσα σε όλη αυτή τη θύελλα γεγονότων (να μην πω, χάρη σε αυτήν) εμπνεύστηκε τη διάσημη «Συννεφιασμένη Κυριακή» του.
Ολα τα δεδομένα ήταν εκεί. Και όμως, να που το αποτέλεσμα των 116 λεπτών της ταινίας του Μανουσάκη είναι αποκαρδιωτικά χλιαρό.
Είναι προφανές (χωρίς αυτό να σημαίνει και εύκολο) ότι σε ένα μυθιστόρημα εκατοντάδων σελίδων μια ποικιλία ιστοριών σε ένα συγκεκριμένο πολιτικο-ιστορικό φόντο μπορεί να αναπτυχθεί αποτελεσματικά. Δεν είναι καθόλου προφανές όμως ότι το ίδιο μυθιστόρημα μπορεί να καταλήξει σε ένα εξίσου «γεμάτο» κινηματογραφικό σύνολο. Και πράγματι, ο τρόπος με τον οποίο ο σκηνοθέτης μοίρασε την πίτα των δρώμενων δείχνει τελικά πρόχειρος, με κακό μοντάζ, ένα άτσαλο (επιεικώς) στην όψη patchwork, αδύναμο στο μεγαλύτερο μέρος του να προκαλέσει συγκίνηση.
Σαφώς ο έρωτας του χριστιανού (Χάρης – Φραγκούλης) και της Εβραίας (Χριστίνα Χειλά – Φαμέλη) αποτελεί ψυχή της ταινίας και χάρη στους δύο αυτούς ηθοποιούς είναι σίγουρα και το καλύτερο κομμάτι της. Εκεί όμως που περιμένεις ότι ο Μανουσάκης θα «στύψει» μέχρι τελευταίας ρανίδας τη χυμώδη αυτή σχέση «ντύνει» την ταινία με κραυγαλέα λαϊκίστικες σκηνές (το «περπάτημα» στα γόνατα του Εβραίου Γιάννη Στάνκογλου), με επιχειρήσεις αντίστασης που ακόμη και κατασκευαστικά προκαλούν τη χλεύη και με γραφικούς «κακούς» Γερμανούς (Αντριαν Φρίλινγκ) που θυμίζουν εποχές του «Οχι» και του Στουρμ, του Ντίνου Καρύδη στον «Αγνωστο πόλεμο».
Η ταινία θέλει να είναι τα πάντα αλλά δεν αντέχει να είναι τα πάντα. Δεν αντέχει και τον έρωτα και το οικογενειακό δράμα και το θρησκευτικό δράμα και την περιπέτεια και την κατασκοπεία και τη μουσική αλλά και την Ιστορία. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο ίδιος ο Βασίλης Τσιτσάνης (Ανδρέας Κωνσταντίνου), το όνομα του οποίου βρίσκεται στον τίτλο της ταινίας, έχει την εικόνα κομπάρσου. Με μουστάκι α λα Τσάρλι Τσάπλιν και παίζοντας μπουζούκι λες και κρατά άρπα, θυμίζει ατσαλάκωτο, σεμνό ευγενή αλλοτινών εποχών που περιφέρεται σαν να μην ξέρει τι να κάνει (και τελικά δεν κάνει). Το «Σαν απόκληρος γυρίζω» ταιριάζει εδώ περισσότερο.
Τα 17 χρόνια απουσίας του Μανούσου Μανουσάκη από τον κινηματογράφο τον μετέτρεψαν σε σταρ της εγχώριας τηλεοπτικής παραγωγής. Και όντως, αν το καλοσκεφθούμε, το «Ουζερί Τσιτσάνης» θα μπορούσε να είχε γίνει μια ενδιαφέρουσα μίνι σειρά όπου τα πάντα θα μπορούσαν να χωρέσουν. Γιατί αυτή ακριβώς η τηλεοπτική λογική είναι τελικά που αποδυναμώνει το κινηματογραφικό αποτέλεσμα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk