Κιμούλης-Φιλιππίδης: Είμαστε δύο περίεργα, κακά παιδιά

Ο ένας θαυμάζει και απολαμβάνει την υποκριτική δεινότητα του άλλου σε υπερθετικό βαθμό. Εστω κι αν συναντιούνται για «πρώτη φορά μαζί στη σκηνή».

Ο ένας θαυμάζει και απολαμβάνει την υποκριτική δεινότητα του άλλου σε υπερθετικό βαθμό. Εστω κι αν συναντιούνται για «πρώτη φορά μαζί στη σκηνή». Ο Γιώργος Κιμούλης λέει ότι ο Πέτρος Φιλιππίδης είναι «η συνισταμένη της ελληνικής κωμωδίας» και ο Πέτρος Φιλιππίδης χαρακτηρίζει τον Γιώργο Κιμούλη «θαύμα επί σκηνής». Ολα αυτά για τις «Δάφνες και πικροδάφνες» των Δημήτρη Κεχαΐδη και Ελένης Χαβιαρά στο θέατρο Μουσούρη, μαζί με τον Θανάση Παπαγεωργίου και τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη.

Κύριε Φιλιππίδη, δεν είστε το πρώτο όνομα εφέτος στο Μουσούρη;
«Οταν είσαι με έναν άνθρωπο σαν τον Κιμούλη, είσαι δεύτερο όνομα. Αυτό τα λέει όλα».
Εσείς, κύριε Κιμούλη, γιατί είπατε «ναι» στη συνεργασία;
«Γιατί είναι ο Πέτρος Φιλιππίδης. Με φιλοξενεί στο σπίτι του, στο θέατρό του, και με τη γενναιόδωρη στάση του βάζει πρώτο το όνομά μου. Για μένα ο Πέτρος είναι η ζώσα κωμωδία, ο μεγαλύτερος εν ζωή και εν ενεργεία κωμικός ηθοποιός σε αυτή τη χώρα. Εχει σωματοποιήσει όλους τους κώδικες όλων των σημαντικών κωμικών που έχουμε γνωρίσει. Τους έχει αποκωδικοποιήσει και ταυτόχρονα τους έχει οικειοποιηθεί με έναν τρόπο που για μένα δημιουργεί την πιο σημαντική συνισταμένη της ελληνικής κωμωδίας».
Τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει την υποκριτική του;
«Η τεχνική του είναι υψηλότατου επιπέδου. Η ταχύτητα με την οποία εμπνέεται μέσω της φαντασίας του είναι πάρα πολύ μεγάλη. Δεν προλαβαίνεται… Και ταυτόχρονα έχει ένα άλλο στοιχείο που πολλοί μπορεί να τον κατηγορούν γι’ αυτό – κατηγορούσαν κι εμένα όταν ήμουν μικρότερος. Είναι η περίφημη σκηνική αυταπάρνηση. Καίγεται πάνω στη σκηνή. Γι’ αυτούς που δεν καίγονται είναι ίσως ενοχλητικό. Για τον θεατή είναι σκέτη απόλαυση. Πολλοί το ερμηνεύουν ως σκηνικό ανταγωνισμό. Δεν υφίσταται όμως αυτό».
Το λέτε σαν να είναι κακό…

Γ.Κ.:
«Ο Πέτρος μόνο ανταγωνιστικός δεν είναι πάνω στη σκηνή. Η υποστηρικτική συμπεριφορά του είναι του ιδίου επιπέδου και της ίδιας βαρύτητας με τη σκηνική του αυτοπροστασία – αυτό που κάποιοι λένε σκηνικό εγωισμό του ηθοποιού».

Π.Φ.:
«Δεν παίζω με τον Κιμούλη. Δεν μπορείς να παίξεις με τον Κιμούλη. Δεν φανταζόμουν ότι θα κάνει έτσι αυτή τη φιγούρα του έργου. Γιατί είναι δική του δημιουργία».
Εσείς δεν είστε ο σκηνοθέτης;



Π.Φ
.: «Είναι αστείο να πεις ότι σκηνοθέτησες τον Κιμούλη. Εντάξει; Ο Κιμούλης δεν σκηνοθετείται. Είναι σκηνοθετημένος από μόνος του. Επεσε από τον ουρανό. Είναι ένα από αυτά τα θαύματα. Ο Κιμούλης είναι ένα θαύμα πάνω στη σκηνή».
Τόσος θαυμασμός δεν λειτουργεί ανασταλτικά επί σκηνής;



Π.Φ.:
«Εμένα πολλές φορές μου συμβαίνει αυτό. Με πιάνει ώρες-ώρες πανικός. Δεν μου έχει ξανασυμβεί. Ο Κιμούλης είναι μια κατηγορία από μόνος του. Δεν είναι απλώς ένας καλός ηθοποιός. Είναι και το ρεπερτόριο που έχει υπηρετήσει. Δεν ξέρω αν έχει άλλος ηθοποιός στον κόσμο αυτό το ρεπερτόριο. Ξέρω ότι ακούγομαι υπερβολικός, αλλά δεν είναι ξαφνικός αυτός ο έρωτας».

Γ.Κ.:
«Οταν βλέπω τον Φιλιππίδη να κάνει κάτι αυτοσχεδιασμούς, σκέφτομαι ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται στο θέατρο. Εχει κάποιες ιδιοφυείς στιγμές όπου η έμπνευση με τη φαντασία εκρήγνυνται με έναν διαολεμένο τρόπο».

Π.Φ.:
«Γι’ αυτή τη δουλειά ο Θανάσης Παπαγεωργίου άφησε το θέατρό του. Οσο για τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, που έχει δώσει δείγματα της δουλειάς του, η συνεργασία με όλους μας είναι ένα δώρο».
Γιατί επιλέξατε τις «Δάφνες»;



Π.Φ.:
«Είναι ένα πολιτικό έργο και μας εντυπωσιάζει, αν και δεν θα έπρεπε, για το πόσο άμεσα, τωρινά είναι όλα αυτά. Δεν είναι προφητικό. Μάλλον τίποτα δεν έχει αλλάξει στην πολιτική ζωή αυτού του τόπου. Είναι μια πολιτική μηχανή που δουλεύει πολύ καλά. Σε όποια προσπάθεια κι αν γίνεται σήμερα για να αλλάξει πέφτουν όλοι πάνω για να μην αλλάξει τίποτα».
Είναι τελικά η πολιτική μια υπόθεση κάποιων παραγοντίσκων;

Γ.Κ.:
«Είναι γνωστό ότι το πολιτικό σύστημα στηρίζεται σ’ αυτή την πελατειακή σχέση μεταξύ ψηφοφόρων, διαμεσολαβητών και πολιτικών. Αυτό δεν έχει εκλείψει από τότε που αυτή η χώρα έγινε κράτος. Αυτό θίγει το έργο σε πρώτο επίπεδο. Σε δεύτερο, είναι ό,τι κρύβει ο τίτλος του: ότι το κυνηγητό μιας αναίτιας δόξας είναι δηλητηριώδες. Το έργο έχει μια τρομακτική επικαιρότητα. Χτυπάει πολύ δυνατά τις καμπάνες ότι αν συνεχιστεί αυτή η ιστορία οι άνθρωποι που δεν θα πηγαίνουν να ψηφίσουν θα είναι περισσότεροι της πρόσφατης διαφοράς μεταξύ των εκλογών Ιανουαρίου και Σεπτεμβρίου 2015, δηλαδή 800.000».

Π.Φ.:
«Εχει δίκιο με τα ποσοστά. Παντού, και στο θέατρο, αυτή η ιστορία με τις πληρότητες. Χωρίς να ξέρουμε πόσες θέσεις έχει ένας θεατρικός χώρος».

Γ.Κ.:
«Η ποσοστιαία μέτρηση των πραγμάτων μάς απομακρύνει από την πραγματικότητα που πολλές φορές είναι πιο σκληρή. Οταν μπούμε σε αριθμούς τρομάζουμε με το πόσοι άνθρωποι είναι άνεργοι και δεν έχουν να φάνε».
Στην παράσταση κρατάτε την εποχή, τέλη της δεκαετίας του ’70.



Π.Φ.:
«Μεγαλύτερη αξία για το σήμερα έχει να δείχνεις ότι τότε ξεκίνησε όλο αυτό αλλά και πόσο ίδιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι όταν βγάλουν τα κοστούμια τους. Η εικόνα τους είναι διαχρονική, το ρούχο είναι που αλλάζει. Τους βλέπω σήμερα στη Βουλη. Τη φιγούρα που έχει φτιάξει ο Γιώργος τη βλέπεις γύρω σου».
«Πέφτουν στοιχήματα ότι θα σκοτωθούμε»

Τι είναι τελικά η εξουσία;


Γ. Κ.
«Αυτή η υπαρξιακή αγωνία να κάνουν οι άνθρωποι κάποια ασήμαντα πράγματα σημαντικά. Αυτή η εκκωφαντική σιωπή της μοναξιάς όταν νιώθουν ότι πολτοποιούνται από αυτό που συμβαίνει γύρω τους. Ουσιαστικά είναι τέσσερις μόνοι άνθρωποι που κανείς και ποτέ δεν τους πήρε τόσο σοβαρά όσο θα ήθελαν. Και κάτι ακόμα: Πιστεύω – χωρίς να το ξέρω – ότι ο Κεχαΐδης και η Χαβιαρά είναι οι μοναδικοί έλληνες συγγραφείς που έχουν μελετήσει τον Τσέχοφ και ιδίως στον εκπληκτικό τρόπο που ο Τσέχοφ μετέτρεψε τον προφορικό λόγο σε γραπτό. Υπάρχει εντυπωμένος μέσα ο εναγώνιος ρυθμός μιας ανθρώπινης ψυχής. Γράφεται και η ανάσα και η αναπνοή τους ακόμα».

Π. Φ.
«Ναι, έχει δίκιο ο Γιώργος, είναι τσεχοφικοί οι ήρωες. Ολοι αυτοί νομίζουν ότι είναι κάτι παραπάνω από αυτό που είναι, κάτι πιο σημαντικό».

Γ. Κ.
«Θέλουν να ξέρουν ότι στα κεντρικά του κόμματος αναφέρονται σε αυτούς. Εχει ενδιαφέρον ότι και οι τέσσερις είναι του ιδίου κόμματος αλλά εκπροσωπούν διαφορετικό υποψήφιο. Και ψάχνουν να βρουν σταυρούς… Ακόμα και το «σταύρωσέ με» έχει κάτι το επιθανάτιο».

Π. Φ.
«Εγώ πιστεύω ότι ήταν τέσσερις δεξιοί που έγιναν ΠαΣοΚ».

Γ. Κ
. «Κι εγώ ότι πρόκειται για πρασινοφρουρούς. Μπορεί όμως να έχει δίκιο ο Πέτρος».
Ο ένας είναι κωμικός ηθοποιός και ο άλλος όχι…


Π. Φ.
«Δεν πιστεύω ότι ο Κιμούλης δεν είναι κωμικός ηθοποιός».

Γ. Κ.
«Δεν έχουμε καθόλου διαφορετικούς κώδικες».

Π. Φ.
«Ενας καλός κωμικός είναι απαραίτητα καλός ηθοποιός. Ενας καλός ηθοποιός δεν είναι απαραίτητα καλός κωμικός. Ο κωμικός, δηλαδή, είναι πιο πάνω. Αρα πώς θα πεις ότι δεν είναι κωμικός ηθοποιός ο Γιώργος; Είναι. Απαραιτήτως».
Ο ένας πηγαίος, ο άλλος εγκεφαλικός…


Π. Φ.
«Στην κωμωδία ο Κιμούλης είναι εγκεφαλικός;».

Γ. Κ.
«Δεν αποκλείεται στην κωμωδία να μην κρύβω τόσο καλά την κατασκευή της όσο εσύ. Γιατί ο Πέτρος κατασκευάζει. Και στην παράσταση κρύβει καλύτερα τις ραφές».

Π. Φ.
«Οχι, είναι εγκεφαλική η κατασκευή. Το αστείο βγαίνει από αυτόν που τρώει την κλωτσιά, όχι από αυτόν που τη δίνει».

Γ. Κ.
«Είμαστε δύο περίεργα, κακά παιδιά. Είμαστε δύο ολοκληρωμένα συστήματα υποκριτικής. Ή λοιπόν σέβεσαι ολόκληρο το σύστημα του άλλου ή δεν γίνεται αλλιώς. Είναι εμφανές ότι τα στοιχήματα που έχουν πέσει είναι ότι οι δυο μας θα σκοτωθούμε».
Και ότι από τις «Δάφνες» θα μείνουν μόνον οι «Πικροδάφνες»…


Γ. Κ. – Π. Φ.
«Ας τους να λένε».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk