Με περιέργεια μεν, όχι όμως και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένει κανείς τα βραβεία της εφετινής κινηματογραφικής Μπερλινάλε που θα δοθούν στο Μπερλινάλε Πάλαστ της πλατείας Πότσνταμερ το βράδυ του Σαββάτου, μία μέρα πριν από τη λήξη της 65ης κινηματογραφικής διοργάνωσης. Σε γενικές γραμμές το 65ο Φεστιβάλ χωρίς να είναι ακριβώς απογοητευτικό, δεν ενθουσίασε. Πολλές ταινίες υπήρξαν κατώτερες των προσδοκιών τους και εφέτος έλειψε κάποια που πραγματικά να συζητηθεί, όπως π.χ. πέρσι το «71» του Γιαν Ντεμάνζ αλλά και τα «Μεγαλώνοντας» και «Ξενοδοχείο Grand Budapest» των Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ και Γουές Αντερσον που όπως είδαμε εφέτος έφτασαν ως τα Οσκαρ.
Ανάμεσα στις ταινίες που ξεχώρισαν κατά τη διάρκεια του περασμένου εννιαημέρου και ως επί το πλείστον βρήκαν θετική αποδοχή από κοινό και κριτικούς ήταν φυσικά τα «45 χρόνια» του Βρετανού Αντριου Χέιγκ που μας απασχόλησε αρκετά στις ανταποκρίσεις μας. Δραματική ιστορία δύο μόλις προσώπων, ενός παντρεμένου ζεύγους (Σαρλότ Ράμπλινγκ, Τομ Κόρτνεϊ), που ανατρέχουν στα χρόνια γάμου τους με αφορμή την 45η επέτειό τους. Ενα μυστικό του παρελθόντος βγαίνει στην επιφάνεια και ο γάμος τους θα πάψει να είναι ο ίδιος. Οι δύο ηθοποιοί είναι με μια λέξη θαυμάσιοι και αν ήταν στο χέρι μου θα τους έδινα και τα δύο βραβεία. Ωστόσο, στις γυναίκες τουλάχιστον, καλό θα ήταν να έχει κανείς στο πίσω μέρος του μυαλού του τόσο τη Μαρία Μερσέντε Κρόι της ταινίας «Ixcanul» του Χάιρο Μπουσταμέντε από τη Γουατεμάλα όσο και την Ιταλίδα Αλις Ροχβάλερ της ταινίας «Ορκισμένη παρθένα» της Λάουρα Μπισπούρι.
Για το μεγάλο βραβείο της διοργάνωσης ωστόσο, τη Χρυσή Αρκτο, μια ταινία που σίγουρα αξίζει την προσοχή είναι η «Λέσχη» του Πάμπλο Λαρέν, του σημαντικότερου ίσως σκηνοθέτη της Χιλής σήμερα (θυμίζω ότι έχει προηγηθεί η τριλογία του για τη χούντα του Πινοσέτ με τις ταινίες «Τόνι Μανέρο», «Ποστ Μόρτεμ» και το υποψήφιο για το Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινία «Νο»). Στη «Λέσχη» παρακολουθούμε την ιστορία μιας «ομάδας» ιερέων που είναι αναγκασμένοι να μένουν όλοι μαζί μέσα σε ένα σπίτι-φυλακή, πληρώνοντας έτσι αμαρτίες του παρελθόντος τους. Η ταινία είναι μια γερή γροθιά στο στομάχι της Καθολικής Εκκλησίας, την οποία ο Λαρέν (όχι και τόσο υπογείως όπως θα περίμενε κανείς λαμβανομένου του θέματος) κρίνει για τα σκάνδαλα και την υποκρισία της.
Κάτι ενδεχομένως θα δοθεί στη ρουμανική ταινία «Aferim!», μια ασπρόμαυρη «επιστροφή» στη Βλαχία του προπερασμένου αιώνα. Με αφορμή την ιστορία καταδίωξης ενός Ρομά, ο σκηνοθέτης Ράντου Γιούντε δημιούργησε μια «φουστανέλα – γουέστερν» με πολιτικό περιεχόμενο, καθώς πολλές από τις καταστάσεις της ταινίας αντανακλώνται στο σήμερα.
Το βραβείο σκηνοθεσίας δεν αποκλείεται να δοθεί στον Γερμανό Σεμπάστιαν Σίπερ για τη «Βικτόρια», ταινία διάρκειας 145′, η οποία είναι ολόκλήρη γυρισμένη σε ένα μονοπλάνο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το φιλμ είναι γυρισμένο εξ ολοκλήρου σε εξωτερικούς χώρους και περιλαμβάνει τη σκηνή μιας ληστείας, γυρισμένης με απίστευτο ρεαλισμό. Ο Σίπερ είπε ότι συμβουλεύτηκε αληθινούς ληστές για την υλοποίησή της αλλά δεν δέχθηκε να λάβει μέρος σε μια ληστεία όπως του πρότειναν!
Για τον υπογράφοντα όλα τα παραπάνω θα ήταν τα ιδανικά βραβεία, σε μια διοργάνωση που, επαναλαμβάνω, δεν θα μείνει στην ιστορία της Μπερλινάλε ως μια από τις καλύτερες. Βεβαίως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το συγκεκριμένο φεστιβάλ έχει παράδοση στη βράβευση ταινιών που ουδείς περιμένει να βραβευθούν. Ουδείς λοιπόν ξέρει πώς θα κινηθεί η κριτική επιτροπή, στην οποία πρόεδρος είναι ο αμερικανός σκηνοθέτης Ντάρεν Αρονόφσκι. Πάντως οι περισσότερες από τις παραπάνω ταινίες που έμειναν στην καρδιά μου, μπορούν να βρουν κοινό στις ελληνικές αίθουσες και σχεδόν όλες έχουν ήδη αγοραστεί.
HeliosPlus



