• Αναζήτηση
  • Γιώργος Τζαβέλλας: Ο πρίγκιπας του ελληνικού κινηματογράφου

    Πρωτοπορία, ευαισθησία, γνώση, ήθος, αυθεντικότητα. Διαβάζοντας τις σελίδες της μονογραφίας-φιλμογραφίας του συγγραφέα-κριτικού κινηματογράφου Ιάσονα Τριανταφυλλίδη

    Πρωτοπορία, ευαισθησία, γνώση, ήθος, αυθεντικότητα. Διαβάζοντας τις σελίδες της μονογραφίας-φιλμογραφίας του συγγραφέα-κριτικού κινηματογράφου Ιάσονα Τριανταφυλλίδη για τον Γιώργο Τζαβέλλα αντιλαμβάνεσαι αμέσως ότι τα παραπάνω είναι μερικά από τα στοιχεία που τον χαρακτήριζαν. Πρωτοπόρος γιατί ο Γιώργος Τζαβέλλας ήταν από τους πρώτους που «είδαν» τον ελληνικό κινηματογράφο πέρα από τα ελληνικά σύνορα να δηλώνει το «παρών» σε κινηματογραφικά φεστιβάλ. Πρωτοπόρος γιατί χάρη στην επιτυχία της τέταρτης ταινίας του, «Ο μεθύστακας», το 1949, ήταν εκείνος που άνοιξε επιχειρηματικούς δρόμους στον κινηματογράφο πείθοντας ότι το εγχώριο σινεμά μπορεί να αποτελέσει επικερδή υπόθεση ακόμη και για τους μη ενασχολούμενους με αυτό (μάλιστα είχε χρηματοδοτήσει ο ίδιος την ταινία και έγινε πάμπλουτος). Μαζί με τον Μιχάλη Κακογιάννη ο Τζαβέλλας ήταν επίσης ένας από τους πρώτους κινηματογραφιστές που αντιμετώπισαν μεταφορά αρχαίας τραγωδίας στο πανί ως ολοκληρωμένη κινηματογραφική προσπάθεια. Το σενάριο της «Αντιγόνης» (1961) που προηγήθηκε της «Ηλέκτρας» του Κακογιάννη γράφτηκε από τον Τζαβέλλα που μετέφρασε ο ίδιος τη σοφόκλεια τραγωδία στα νέα ελληνικά. Προτού η Ειρήνη Παππά υποδυθεί την Ηλέκτρα, είχε ήδη υπάρξει Αντιγόνη σε αυτή την ταινία και έτσι έκανε το ντεμπούτο της στο αρχαίο δράμα.
    Γνήσιο αποτύπωμα


    Η ευαισθησία του Τζαβέλλα φαίνεται στην ευρύτερη θεματολογία των 12 μόλις ταινιών μεγάλου μήκους που γύρισε, ανάμεσα στις οποίες η «Κάλπικη λίρα» και το «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» (το κύκνειο άσμα του) οι οποίες ανήκουν στις καλύτερες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών. Για την ευαισθησία του ο Τριανταφυλλίδης μας θυμίζει τη δήλωση του Δημήτρη Χορν, στενού συνεργάτη του Τζαβέλλα: «Το μοναδικό ελάττωμα του Τζαβέλλα, αναμφισβήτητα του μεγαλύτερου έλληνα σκηνοθέτη του κινηματογράφου, ήταν ο μελό χαρακτήρας του που αποτυπωνόταν και στις ταινίες του» είχε πει ο ηθοποιός. Για τις γνώσεις του αρκεί να μνημονεύσουμε τον διευθυντή φωτογραφίας Αριστείδη Καρύδη Φουξ ο οποίος παραδέχτηκε ότι από όλους τους σκηνοθέτες με τους οποίους είχε συνεργαστεί, ο Γιώργος Τζαβέλλας ήξερε τι είναι σκηνοθεσία προτού ακόμα αρχίσει να σκηνοθετεί. Η λέξη «ήθος» συνοδεύει όλες σχεδόν τις μαρτυρίες για τον Τζαβέλλα και τέλος, η αυθεντικότητά του φαίνεται στο ότι καμία σχεδόν ταινία του δεν θυμίζει άλλες που γυρίζονταν τα χρυσά χρόνια του ελληνικού κινηματογράφου στις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Το αποτύπωμά του ήταν γνήσιο.
    Ο θαυμασμός για τον Τσάπλιν


    Από πολύ μικρός ο Γ. Τζαβέλλας έμαθε και αγάπησε τον κινηματογράφο μέσα στον φυσικό του χώρο, την κινηματογραφική αίθουσα. Η πρώτη επαφή του με ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν υπήρξε μια συγκλονιστική αποκάλυψη. Αναπόφευκτα ο Τσάπλιν έγινε η απόλυτη επιρροή του Τζαβέλλα, ο οποίος όταν ήταν νέος, τον μιμούνταν ακόμα και στο ντύσιμο! Το παράδοξο είναι ότι η πρώτη ταινία του Τζαβέλλα, τα «Χειροκροτήματα» (την οποία γύρισε προτού καν κλείσει τα 30) μοιάζει σκανδαλωδώς με τα «Φώτα της ράμπας» του Τσάπλιν που ωστόσο γυρίστηκαν οκτώ χρόνια αργότερα! Η επιτυχία των «Χειροκροτημάτων», που αναφέρονται σε έναν παρηκμασμένο μουσικό, είναι ότι αποτελούν το μοναδικό οπτικό ντοκουμέντο του Αττίκ που πρωταγωνιστεί δίπλα στον Δημήτρη Χορν. Το σενάριο των «Χειροκροτημάτων» άλλωστε γράφηκε πάνω στον Αττίκ ο οποίος όπως και ο ήρωας που υποδυόταν στη ταινία διένυε περίοδο παρακμής (αυτοκτόνησε λίγο καιρό μετά το τέλος των γυρισμάτων).
    Η δεύτερη ταινία του Τζαβέλλα, το μελόδραμα «Πρόσωπα λησμονημένα» (1946), σηματοδότησε την πρώτη συνεργασία του με τη Φίνος Φιλμ με τον ιδρυτή της οποίας, Φιλοποίμενα Φίνο, από ό,τι φαίνεται, είχε μια σχέση αγάπης-μίσους. Η ταινία, την οποία ο ίδιος ο Τζαβέλλας θεωρούσε μέτρια, προβλήθηκε την εποχή που ξεσπούσε ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα και ο συγγραφέας μας θυμίζει ότι η προβολή της είχε προκαλέσει προβλήματα πολιτικού χαρακτήρα εξαιτίας των αριστερών ηθοποιών που αναγράφονταν στην αφίσα της.
    Γυρισμένη στη Σαντορίνη και στην Πάρο, η ιστορία του κουρσάρου «Μαρίνου Κοντάρα» (1948) με πρωταγωνιστή τον Μάνο Κατράκη λίγο προτού εξοριστεί στη Μακρόνησο, θεωρείται η πρώτη ελληνική συμμετοχή σε διεθνές φεστιβάλ, του Κοκ Λα Ζουτ στο Βέλγιο. Το διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη, στο οποίο βασίστηκε το σενάριο, έδωσε στον Τζαβέλλα την ευκαιρία να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο «εποχής», κάτι πρωτοφανές για εκείνη την περίοδο.
    Η χρυσή «Κάλπικη λίρα»


    Μετά την τεράστια επιτυχία του «Μεθύστακα», στον οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω, ο Τζαβέλλας γύρισε την «Αγνή του λιμανιού» (1949), ένα μελόδραμα με φόντο τα κακόφημα στέκια της Τρούμπας του Πειραιά όπου η κεντρική ηρωίδα, μια πόρνη, θέλει να εκδικηθεί τον πατέρα της συνάπτοντας σχέση με τον υιοθετημένο γιο του. Ο ρόλος ανήκει στους πιο γνωστούς της Ελένης Χατζηαργύρη που όπως διαβάζουμε πήρε τη θέση της Μελίνας Μερκούρη την οποία σε καμία περίπτωση δεν ήθελε ο Φ. Φίνος. Πρώτη και τελευταία συνεργασία του Τζαβέλλα με τον Μάνο Χατζιδάκι, η «Αγνή του λιμανιού» υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της χρονιάς της.
    Στη σεζόν 1952 – 1953 ο Γ. Τζαβέλλας παρουσίασε δύο ταινίες, τον «Γρουσούζη» και το «Σωφεράκι», που καθιέρωσε ως πρωταγωνιστή τον Μίμη Φωτόπουλο. Εκείνη την εποχή εμφανίζεται ο Μιχάλης Κακογιάννης που υποτίθεται ότι ήταν το αντίπαλον δέος του Τζαβέλλα, αν και αυτό τίθεται υπό αμφισβήτηση διότι ο Τζαβέλλας δεν αισθάνθηκε ποτέ αντιζηλία απέναντί του. Οταν μετά την πτώση της χούντας ο Τζαβέλλας ανέλαβε τα ηνία του Κέντρου Κινηματογράφου, χρηματοδότησε την «Ιφιγένεια» του Κακογιάννη με μεγάλο ποσό.
    Η κορύφωση του Γ. Τζαβέλλα θα έρθει το 1955 με τη σπονδυλωτή «Κάλπικη λίρα», μια από τις σπουδαιότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, η οποία εκτός από το ότι συμμετείχε στα φεστιβάλ Βενετίας, Κάρλοβι Βάρι και Μπάρι, βρήκε διανομή σε παραπάνω από 30 χώρες. Ο ιστορικός Ζορζ Σαντούλ την έχει συμπεριλάβει στις 1.000 καλύτερες ταινίες της Ιστορίας του παγκόσμιου σινεμά. Και εδώ όμως η αντιπαλότητα του Τζαβέλλα με τον Φίνο έπαιξε ρόλο στη δημιουργία της ταινίας. Ο Φίνος αποφάσισε να μην τη χρηματοδοτήσει και ο Τζαβέλλας στράφηκε στην Ανζερβός Φιλμ που το έκανε.
    Τα τερτίπια της Σανσόν


    Στον «Ζηλιαρόγατο» (1956), διασκευή του ομότιτλου θεατρικού έργου του Γεωργίου Ρούσσου, ο Τζαβέλλας απέσπασε μια από τις πιο όμορφες ερμηνείες του Βασίλη Λογοθετίδη, ο οποίος διαβάζουμε στο βιβλίο ότι επρόκειτο να συμπρωταγωνιστήσει με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στο «Μια ζωή την έχουμε» (1958). Αυτή τουλάχιστον ήταν η αρχική ιδέα του Τζαβέλλα, η οποία όμως θα περνούσε από αρκετά «φίλτρα» προτού ο σκηνοθέτης και ο Φίνος καταλήξουν στον Δ. Χορν και μια ξένη συμπρωταγωνίστρια, την Υβόν Σανσόν. Η τελευταία, παρότι είχε ελληνική καταγωγή, δεν μιλούσε ελληνικά (ντουμπλαρίστηκε από τη Θεανώ Ιωαννίδου) και η άφιξή της στην Ελλάδα πήρε διαστάσεις κοσμοϊστορικού γεγονότος. Ο Φ. Φίνος ανακαίνισε τα στούντιό του και πλήρωσε τον ελληνικής καταγωγής διάσημο μόδιστρο Ζαν Ντενσέ για να της φτιάξει τα φορέματα. Τα τερτίπια της Σανσόν έχουν μείνει ιστορικά, κανείς δεν τη χώνεψε στα γυρίσματα και εν τέλει η ταινία οδηγήθηκε στην αποτυχία.
    Η σκηνοθετική καριέρα του Τζαβέλλα κλείνει το 1964 με το «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», την αθάνατη ιστορία του Αντωνάκη και της Ελενίτσας (Γιώργος Κωνσταντίνου, Μάρω Κοντού) που υπήρξε επίσης το «κύκνειο άσμα» του Β. Λογοθετίδη στο θέατρο. «Δεν είχα συναίσθηση ότι αυτό το σενάριο ήταν τόσο σπουδαίο τότε που το γυρίζαμε» είπε η Κοντού στον Τριανταφυλλίδη. «Ολες οι ταινίες του Τζαβέλλα ήταν διαχρονικές και ο ίδιος ένας πραγματικός πρίγκιπας στον χώρο του κινηματογράφου». Η ταινία κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ του Σικάγο αλλά στην εποχή της δεν συνάντησε αμέσως την αναγνώριση. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1973, ο Τζαβέλλας θα επανέλθει στον κινηματογράφο, αυτή τη φορά ως σεναριογράφος στον «Αστερισμό της παρθένου» του Γιάννη Δαλιανίδη, το τρίτο από τα τρία σενάριά του που έγιναν ταινίες άλλων σκηνοθετών μετά τον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας» (σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου) και το «Μια λατέρνα, μια ζωή» (σκηνοθεσία Σωκράτη Καψάσκη).

    Το Σούλι, ο Παναθηναϊκός και ο Τσιφόρος
    Το δίγλωσσο βιβλίο (ελληνικά στο πάνω μισό μέρος της κάθε σελίδας και αγγλικά στο κάτω μισό) δεν ξεπερνά τις 170 σελίδες και εστιάζει στο έργο του Τζαβέλλα, τις ταινίες που γύρισε από το 1944 ως το 1965. Τα κείμενα, που επιμελήθηκε η δημοσιογράφος Σόνια Μαγγίνα και μετέφρασε στα αγγλικά ο Σταύρος Καρούσος, είναι ένας συνδυασμός προσωπικής γνώμης του συγγραφέα για την κάθε ταινία, ιστορικών στοιχείων των ταινιών αλλά και κάποιων παρασκηνιακών πληροφοριών (πολλές από τις οποίες είναι φήμες) που αφορούν τη δημιουργία τους και φυσικά προκαλούν την περιέργεια.
    Ολες οι φωτογραφίες του βιβλίου προέρχονται από το αρχείο Γ. Τζαβέλλα, το οποίο διατηρεί ο γιος του, Θάνος Τζαβέλλας, ενώ δεν λείπουν τα απαραίτητα βιογραφικά στοιχεία που φτιάχνουν μια ευρύτερη εικόνα του Γιώργου Τζαβέλλα. Επισημαίνεται, για παράδειγμα, ότι ο αστός απόγονος της ιστορικής οικογενείας Τζαβέλλα από το Σούλι, γιος του δημοσιογράφου Θάνου Τζαβέλλα και της Αφροδίτης Μιχαηλίδου, είχε και άλλα ενδιαφέροντα, όπως π.χ. τον αθλητισμό (Πανελληνιονίκης 60 μ. Παίδων στα 12 χρόνια του), ότι ήταν φανατικός οπαδός του Παναθηναϊκού αλλά και το ότι ένας από τους φίλους του στην εφηβεία ήταν ο Νίκος Τσιφόρος. Μαζί έγραψαν την οπερέτα «Ο κλέφτης της καρδιάς μου» που ανέβηκε το 1936. Μια γεύση ιδιαιτερότητας προκαλεί η ανατύπωση (στην πρωτότυπη μορφή τους) των σελίδων της περίφημης σειράς «Η αλυσίδα ενός φιλμ» που ο Τζαβέλλας είχε γράψει για το περιοδικό «Καινούργια Τέχνη» το 1964, στοχεύοντας στην εισαγωγή του μέσου αναγνώστη στην κινηματογραφική τέχνη. Σε αυτά τα κείμενα ο Τζαβέλλας με απλό και κατανοητό λόγο μιλά για τη δουλειά του σκηνοθέτη, του ηθοποιού, του οπερατέρ, για το σενάριο αλλά και για τη σημασία που έχουν οι τίτλοι αρχής σε μια ταινία. Επιτυχία του συγγραφέα είναι ότι στην έκδοσή του περιλαμβάνει μικρές συνεντεύξεις που πήρε ειδικά για την έκδοση της Στέλλας Γκρέκα που τραγούδησε στα «Πρόσωπα λησμονημένα» και της Μπίλλυς Κωνσταντοπούλου που συνεργάστηκε μαζί του στον «Μεθύστακα».
    Πέρα από κάθε τι όμως, το μικρό, εύχρηστο αυτό βιβλίο είναι ο καλύτερος μίνι οδηγός για έναν σπουδαίο άνθρωπο του κινηματογράφου ο οποίος, δυστυχώς, δεν έχει απασχολήσει όσο θα έπρεπε την ελληνική κινηματογραφική βιβλιογραφία.

    πότε & πού:

    Το βιβλίο{ «Ο διεθνής του σινεμά Γιώργος Τζαβέλλας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις andy’s publishers στην τιμή των 16,70 ευρώ

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk