Πέτρος Μάρκαρης: Μέσα από τα κόκαλα της κρίσης

Οσοι παρακολουθούν τον αστυνόμο Κώστα Χαρίτο γνωρίζουν καλά ότι σε στιγμές δυσκολίας και αμηχανίας καταφεύγει στο «Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης» του Δ. Δημητράκου.

Πέτρος Μάρκαρης
Τίτλοι τέλους – Ο επίλογος

Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2014,
σελ. 296, τιμή 15,98 ευρώ

Οσοι παρακολουθούν τον αστυνόμο Κώστα Χαρίτο γνωρίζουν καλά ότι σε στιγμές δυσκολίας και αμηχανίας καταφεύγει στο «Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης» του Δ. Δημητράκου. Τον βοηθά πολύ όπως φαίνεται τον βασικό πρωταγωνιστή των βιβλίων του Πέτρου Μάρκαρη αυτό που ισχυριζόταν ο κυνικός φιλόσοφος Αντισθένης, «αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Αν μάλιστα αραδιάσουμε με τη σειρά τα λήμματα που σκαλίζει στη διάρκεια της πλέον πρόσφατης υπόθεσης που προσπαθεί να διαλευκάνει – «βία», «φασισμός», «χρεοκοπία», «χαράτσι», «χρηματισμός», «γραφειοκρατία», «κωλυσιεργία», «ανικανότης» -, εμφανίζεται μπροστά μας η ραχοκοκαλιά του μυθιστορήματος «Τίτλοι τέλους» που γράφτηκε ως «επίλογος» στην «Τριλογία της Κρίσεως», ένα λογοτεχνικό εγχείρημα με κάμποσο ρίσκο που ξεκίνησε πριν από τέσσερα χρόνια.

Και εξηγούμεθα: ο Πέτρος Μάρκαρης αποφάσισε να βάλει τα χέρια του στη φωτιά, αποφάσισε να γράψει για τις πολλές όψεις της ελληνικής κρίσης παρακολουθώντας την κλιμάκωσή της, και καταφέρνοντας εν τέλει να συνθέσει ένα μεγάλο λογοτεχνικό ρεπορτάζ που τη συλλαμβάνει εν θερμώ και ταυτοχρόνως στην πολυπλοκότητά της. Αυτή είναι η επιτυχία του Πέτρου Μάρκαρη και αυτή δύσκολα αναιρείται ό,τι και να γραφεί περί «πολιτικολογίας» ή «ηθικολογίας» στα πιο πρόσφατα βιβλία του. Αυτό που πέτυχε ο Πέτρος Μάρκαρης δεν είναι καθόλου εύκολο, ο ίδιος ίσως το κάνει να δείχνει εύκολο. Του λόγου το ασφαλές αποδεικνύουν τα διάφορα «βιβλία για την κρίση» που πλήθυναν τα τελευταία χρόνια, ιδίως τα λογοτεχνικά, που υποτίθεται θα μας διαφώτιζαν επί των δεινών μας. Ο Πέτρος Μάρκαρης ωστόσο αποδείχθηκε ο πιο οξύνους, ψύχραιμος και ακριβοδίκαιος χειρουργός του τραυματισμένου κοινωνικού σώματος που ακόμη στενάζει από τις συνέπειες της κρίσης. Είναι δε ευτύχημα που ο ίδιος διαβάζεται εκτεταμένα στο εξωτερικό τούτη την εποχή.
Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητη μια σύντομη αναδρομή: στα «Ληξιπρόθεσμα δάνεια» (2010) αποκεφαλίζονταν γνωστοί τραπεζίτες, στην «Περαίωση» (2011) δηλητηριάζονταν επιφανείς φοροφυγάδες, ενώ στο «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία» (2012) ο συγγραφέας αναμετρήθηκε με τις αντιφάσεις της χιλιοτραγουδισμένης γενιάς του Πολυτεχνείου. Επρεπε όμως να επανέλθει ο Πέτρος Μάρκαρης για να περιγράψει το σκοτεινό βάθεμα αυτής της κρίσης, πεποίθηση που δημιουργείται στον αναγνώστη με το που κλείσει τους «Τίτλους τέλους». Στον άρτι εκδοθέντα «επίλογο» της «Τριλογίας της Κρίσεως», χωρίς να αφήνει κατά μέρος τις χρόνιες παθογένειες του ελληνικού κράτους ή τις πληγές του κοινωνικού περίγυρου, ο συγγραφέας επικεντρώνεται περισσότερο στην εκρηκτική άνοδο του νεοναζισμού και στην αναζωπύρωση της διχαστικής μνήμης του Εμφυλίου – «εκταφή φαντασμάτων» χαρακτηρίζει το δεύτερο φαινόμενο ο αστυνόμος Χαρίτος – με απώτερο σκοπό να μας οδηγήσει, μέσα από μια αναπάντεχη διαδρομή και αρκετά εγκλήματα, σε έναν προβληματισμό που προαναγγέλλεται ήδη από την προμετωπίδα του βιβλίου: «Ελληνας καλούμεν ου τους γένει προσήκοντας, αλλά τους της παιδεύσεως της ημετέρας μετέχοντας» (Ισοκράτης).
Η εναρκτήρια σκηνή του βιβλίου στην Ευελπίδων, μπροστά στην είσοδο των Δικαστηρίων, είναι αρκετά δύσκολη για τον αστυνόμο Χαρίτο που εξαιτίας της οικονομικής στενότητας έχει ακινητοποιήσει το αγαπημένο του Σέατ και κινείται σε μια πένθιμη Αθήνα με τα τρόλεϊ και τα λεωφορεία. Για την δε Κατερίνα, την κόρη του που εργάζεται ως δικηγόρος, οι πρώτες γραμμές της αφήγησης είναι απολύτως τραυματικές. Η ίδια κείτεται ημιλιπόθυμη στο πεζοδρόμιο, χτυπημένη από μια σιδερογροθιά και γι’ αυτό ευθύνονται «δυο νεαροί με μαύρες μπλούζες πάνω σε ένα μηχανάκι». Η Κατερίνα δεχόταν απειλές αρκετό καιρό πριν «επειδή είχε πολλές υποθέσεις με μετανάστες». Αυτό όμως που της κόστισε περισσότερο ήταν το γεγονός ότι κανείς εκεί γύρω δεν επενέβη για να τους σταματήσει. Ο παρακείμενος «ειδικός φρουρός» μάλιστα παρακολουθούσε το περιστατικό μιλώντας στο τηλέφωνό του και χαμογελώντας ικανοποιημένος. Η έρευνα, εν τω μεταξύ, στο Τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας αποδεικνύει γρήγορα ότι το συγκεκριμένο κινητό ήταν «το τηλεφωνικό κέντρο της Χρυσής Αυγής» και ότι υπάρχουν «αστυνομικοί που κάνουν κολεγιά με τους χρυσαυγίτες».
Ο Λάμπρος Ζήσης, ο αριστερός φίλος του Χαρίτου που ασχολείται πλέον με ένα άσυλο αστέγων, εκτιμά ότι «ο τόπος αποκτάει και πάλι το παρακράτος του», το οποίο «βγαίνει από τα κόκαλα της κρίσης». Καθώς λοιπόν ο Χαρίτος προσπαθεί να εντοπίσει ποιοι ακριβώς επιτέθηκαν στην κόρη του, έρχεται αντιμέτωπος με την ξεκάθαρη αυτοκτονία του ηλεκτρολόγου – μηχανολόγου Ανδρέα Μακρίδη, ενός γερμανού υπηκόου ελληνικής καταγωγής που είχε έλθει στην Ελλάδα με σκοπό να εγκαταστήσει «αιολικά πάρκα» στα νησιά. Ενα μήνυμα όμως που φθάνει στη Γερμανική Πρεσβεία και λέει ότι ο αυτόχειρας «δεν πέθανε» αλλά ότι «τον σκότωσαν» αλλάζει τα δεδομένα και αναπροσανατολίζει τις έρευνες: το μήνυμα το υπογράφουν «Οι Ελληνες του ’50». Ακολουθεί μια σειρά πανομοιότυπων δολοφονιών με ένα παλιό περίστροφο Σμιθ Γουέσον, κατασκευής 1949-1950, το πολύ γνωστό τότε μοντέλο «Βίκτορι» που προμηθεύονταν οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις από τους Αμερικανούς. Τα θύματα, εν προκειμένω, με κάποιον τρόπο συνδέονται με τους νικητές και τους ηττημένους του εμφύλιου σπαραγμού και δεν είναι «επώνυμοι» – κάτι που πρέπει να υπογραμμίσουμε, δεδομένου ότι ο Πέτρος Μάρκαρης φαίνεται να διερευνά σε αυτό το βιβλίο περισσότερο την ατομική ευθύνη ή την ευθύνη επί μέρους ομάδων για την ελληνική κρίση, τις ευθύνες δηλαδή όσων κρύβονται συνήθως πίσω από τον «λαό» που «έχει πάντα δίκιο». Οταν, επί παραδείγματι, δολοφονείται ένας φροντιστηριάρχης σε υποβαθμισμένη περιοχή της πόλης, η μυστηριώδης συμμορία διαμηνύει ότι «ζητάμε να γίνουν σχολεία τα σχολεία και να πάψουν τα φροντιστήρια να θησαυρίζουν από το υστέρημα που δεν έχουμε». Οταν πάλι δολοφονούνται «δυο εκπρόσωποι της περήφανης ελληνικής αγροτιάς» στην Καλαμάτα, «Οι Ελληνες του ’50» σπεύδουν να επισημάνουν ότι έκαναν «τις αγροτικές επιδοτήσεις βίλες» και ότι «έκλεβαν τα μεροκάματα από τους κακομοίρηδες που δούλευαν στα χωράφια τους». Η κοινωνική ματιά του Πέτρου Μάρκαρη, για να συνοψίσουμε, μας είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
Σίβυλλα
Helios Kiosk