Αντρέα Καμιλέρι: Είκοσι χρόνια με τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο

Σπάνια περίπτωση ο σιτσιλιάνος συγγραφέας Αντρέα Καμιλέρι. Σήμερα είναι περίπου ενενήντα ετών, πασίγνωστος και παραγωγικότατος ακόμη, ο πιο πολυδιαβασμένος συγγραφέας της Ιταλίας. Δεν κύλησε έτσι, βέβαια, ολόκληρη η ζωή του.

Σπάνια περίπτωση ο σιτσιλιάνος συγγραφέας Αντρέα Καμιλέρι. Σήμερα είναι περίπου ενενήντα ετών, πασίγνωστος και παραγωγικότατος ακόμη, ο πιο πολυδιαβασμένος συγγραφέας της Ιταλίας. Δεν κύλησε έτσι, βέβαια, ολόκληρη η ζωή του. Η επιτυχία τον βρήκε στα κατοπινά χρόνια. Προτού ασχοληθεί με τη λογοτεχνία εργαζόταν ως σκηνοθέτης του θεάτρου και της τηλεόρασης. Περηφανεύεται που είναι ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του Λουίτζι Πιραντέλο στη γείτονα – του έχει αφιερώσει δε περισσότερες από σαράντα παραστάσεις – και μνημονεύει εκείνη την ημέρα του 1935 που εμφανίστηκε μπροστά του ο νομπελίστας με επίσημη στολή ναυάρχου ρωτώντας τον πιτσιρίκο «Νενέ Καμιλέρι» πού ήταν γιαγιά του που ετύγχανε πρώτη του εξαδέλφη.
Αντρέα Καμιλέρι
3 υποθέσεις για τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο
Η φωνή του βιολιού, Το άρωμα της νύχτας, Χάρτινο φεγγάρι
Μετάφραση Φωτεινή Ζερβού, Φώτος Λαμπρινός.
Εκδόσεις Πατάκη, 2014,
σελ. 656, τιμή 18,80 ευρώ

Ο Αντρέα Καμιλέρι υπήρξε επίσης επιστήθιος φίλος του Λεονάρντο Σάσα και «όποτε νιώθω ότι τελειώνουν οι μπαταρίες μου, πιάνω ένα βιβλίο του, διαβάζω δυο σελίδες και επαναφορτίζομαι». Ο ίδιος, απόγονος δυο οικογενειών που εμπορεύονταν θειάφι στη Σικελία, εξέδωσε το πρώτο του ιστορικό μυθιστόρημα το 1978, σε ηλικία 53 ετών. Πέρασε απαρατήρητο. Το ίδιο, λίγο-πολύ, συνέβη και με το δεύτερο. Οταν έγραφε το τρίτο, «Ο ζυθοποιός του Πρέστον», σκάλωσε, αντιμετώπισε ανυπέρβλητα προβλήματα με την πλοκή – δεν είχε καταφέρει ως τότε να γράψει ένα βιβλίο «κανονικά», με αρχή, μέση και τέλος, χωρίς λογικά ή χρονικά άλματα. Τότε έπεσε στα χέρια του «Ο πιανίστας», ένα βιβλίο του καταλανού συγγραφέα Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν στο οποίο δεν πρωταγωνιστεί ο ιδιόρρυθμος ιδιωτικός ντετέκτιβ Πέπε Καρβάλιο, δεν είναι δηλαδή μια αστυνομική ιστορία.

Εκείνη η ανάγνωση απεδείχθη σημαντικότατη για τον Αντρέα Καμιλέρι και εμμέσως τον βοήθησε τότε να ξεπεράσει την αμηχανία του. Καθοριστική όμως για να καταφέρει τελικώς να γράψει κι εκείνος μια ιστορία μυστηρίου ήταν μια τηλεοπτική εμπειρία, την περίοδο που δούλευε στη RAI και ως παραγωγός, μεταξύ άλλων, μιας σειράς βασισμένης στις περιπέτειες του επιθεωρητή Μεγκρέ που δημιούργησε ο βέλγος συγγραφέας Ζορζ Σιμενόν – ως «Ζορζ Σιμ» τον είχε πετύχει και πρώτη φορά διαβάσει ο Αντρέα Καμιλέρι στη μεγάλη βιβλιοθήκη του πατέρα του. Τότε, λοιπόν, ο ίδιος συνεργαζόταν σε εκείνο το εγχείρημα με τον Ντιέγκο Φάμπρι, πολύ σημαντικό σεναριογράφο. Τι έκανε ο τελευταίος; Αγόραζε τέσσερις-πέντε φορές το ίδιο βιβλίο του Σιμενόν, έσκιζε τις σελίδες τους, τις άπλωνε και κρατούσε σημειώσεις. Ο σκοπός του ήταν να αποσπάσει από μια ενιαία λογοτεχνική αφήγηση ξεχωριστά τηλεοπτικά επεισόδια!

Ο Αντρέα Καμιλέρι βρέθηκε αίφνης μπροστά σε μια τεχνική αποκάλυψη. Δεν την ξέχασε ποτέ, ούτε έπειτα από τριάντα χρόνια, το 1994, που συνέθεσε το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα υπό τον τίτλο «Το σχήμα του νερού». Ετέθη τότε αμέσως το ζήτημα της ονομασίας του αστυνομικού. Είχε στο μυαλό δύο επιλογές, ένα τυπικό σικελικό όνομα, το Τζετζέ Κολούρα ας πούμε, και ένα όχι και τόσο τυπικό.

Αντρέα Καμιλέρι
Το νόμισμα του Ακράγαντα
Μετάφραση Μαρία Φραγκούλη.
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014,
σελ. 144, τιμή 10,65 ευρώ

Ο Αντρέα Καμιλέρι δεν ξέχασε ποτέ το παλαιό χρέος του προς τον Μανόλο Μονταλμπάν και βάφτισε, ύστερα από πολλά χρόνια, τον δικό του ήρωα Μονταλμπάνο, για να τιμήσει τον ισπανό ομότεχνο και φίλο. Οι δυο τους, μαζί φυσικά με τον Μασσαλό Ζαν-Κλοντ Ιζό και τον δικό μας Πέτρο Μάρκαρη, είναι υπεύθυνοι για ό,τι αποκαλείται και μελετάται σήμερα ως «αστυνομικό μεσογειακό μυθιστόρημα», ένα είδος που, πέραν των συγκεκριμένων μοτίβων και αρμών που υπάρχουν πάνω-κάτω σε κάθε νουάρ αφήγημα, χαρακτηρίζεται από μια έντονη κοινωνικοπολιτική ανησυχία. Για την ακρίβεια αυτό που, εν προκειμένω, έχει τη μεγαλύτερη σημασία δεν είναι τόσο το ποιος σκότωσε ή με ποιον ακριβώς τρόπο σκότωσε αλλά περισσότερο σε ποιο περιβάλλον διαπράχθηκε το έγκλημα. Η αστυνομική πλοκή, κοντολογίς, λειτουργεί περισσότερο ως πρόφαση, ως όχημα γι’ αυτούς τους συγγραφείς, και για τον Αντρέα Καμιλέρι προφανώς, να θίξουν τα κακώς κείμενα της εποχής τους.

Το 2014 είναι μια ξεχωριστή επέτειος, συμπληρώνονται εφέτος είκοσι χρόνια από τη δημιουργία του Σάλβο Μονταλμπάνο, γεγονός που εορτάζεται με ποικίλους τρόπους τόσο στην Ιταλία όσο και στην ιδιαίτερη πατρίδα του Αντρέα Καμιλέρι, το χωριό Πόρτο Εμπέντοκλε, το επίνειο του Αγκριτζέντο με την αρχαιοελληνική ονομασία. Μια φορά, το 1990, γλίτωσε εκεί ο συγγραφέας από ένα άγριο πιστολίδι, βρέθηκε στη μέση ενός ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, οι σφαίρες περνούσαν ξυστά πάνω από το κεφάλι του.
Εδώ και μερικά χρόνια δίπλα στο όνομα της γενέτειράς του στη Νότια Σικελία υπάρχει το όνομα της Βιγκάτα, της φανταστικής πόλης που ο συγγραφέας επινόησε, εμπνευσμένος από τον πραγματικό του τόπο και τοποθετεί έκτοτε τις υποθέσεις του ήρωά του. Ο Αντρέα Καμιλέρι πίστεψε, μετά την κυκλοφορία και του δεύτερου βιβλίου «Σκύλος από τερακότα» (1996), ότι είχε ξεμπερδέψει με τον επιθεωρητή. Ο εκδότης όμως είχε διαφορετική άποψη. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία, μια ιστορία επιτυχίας.
Ο Σάλβο Μονταλμπάνο, τον οποίο ενσάρκωσε επιτυχημένα στην ομώνυμη σειρά της ιταλικής τηλεόρασης ο ηθοποιός Λούκα Τζινγκαρέτι, είναι ένας αντιήρωας που κινείται στον αντίποδα των κλασικών επιτυχιών του ρεπερτορίου του, τόσο του αγγλικού «επιστημονισμού» όσο και του αμερικανικού εντυπωσιασμού, είναι ένα ηθικό στοιχείο που κινείται μέσα σε έναν ανήθικο κόσμο, με μαφιόζους, κλέφτες, λαθρεμπόρους και πόρνες, προσπαθώντας να προασπίσει ορισμένες ανθρώπινες αξίες και κάποιες ταπεινές ψυχές από το διογκούμενο ρημαδιό. Είναι λίγο μελαγχολικός και κάτι τέτοιες στιγμές θυμάται στίχους του Μοντάλε ή του Ουνγκαρέτι. Εχει πάντως το χιούμορ και, όποτε χρειαστεί, την ειρωνεία του Αντρέα Καμιλέρι απέναντι στην ανοησία του εγκλήματος. Εχει και μια μακροχρόνια σχέση, τη Λίβια, που δεν λέει να την αποκαταστήσει, η Ιταλία πέρασε από τη λιρέτα στο ευρώ, σαρώθηκε από τόσα χρόνια μαφίας και μπερλουσκονισμού – τον σιχαίνεται τον «Καβαλιέρε» ο Σάλβο Μονταλμπάνο – κι εκείνος ακόμη να αποφασίσει τι θα κάνει με τη ζωή του. Κάνει, βέβαια, τη δουλειά του όσο πιο καλά μπορεί. Δεν τον ενδιαφέρουν τα λεφτά, δεν τον ενδιαφέρουν τα παράσημα, τον ενδιαφέρει μόνο να μην πνίγεται το δίκιο όταν μπορεί να αναπνεύσει.
Ο Αντρέα Καμιλέρι δεν επινοεί και πολλά πράγματα, απλώς αποδελτιώνει τις αστυνομικές ειδήσεις και όταν του έρχεται μια πρωτότυπη ιδέα τροποποιεί αναλόγως τα γεγονότα και κάθεται να γράψει, πάντοτε ξυρισμένος και ντυμένος στην τρίχα, πάντοτε με ένα τσιγάρο στα χείλη. Εχει, ωστόσο, επινοήσει το βασικό εργαλείο με το οποίο γράφει τα βιβλία του, ένα μείγμα της σικελικής διαλέκτου με την ιταλική γλώσσα, ένα κράμα που περιέχει την «οικειότητα» της πρώτης και την «επισημότητα» της δεύτερης – έχουν κυκλοφορήσει μάλιστα και λεξικά για τους φανατικούς αναγνώστες του! Κατά τα λοιπά, ο Σάλβο Μονταλμπάνο έχει μεγάλη αδυναμία στο καλό φαγητό, είναι καλοφαγάς ο επιθεωρητής, γεγονός φαινομενικά ακίνδυνο. Κι όμως! Προσφάτως, το 2012, μια θαυμάστρια του Αντρέα Καμιλέρι, η επίτροπος Θαλασσίων Υποθέσεων και Αλιείας της Ευρωπαϊκής Ενωσης Μαρία Δαμανάκη, απέστειλε επιστολή στον ιταλό συγγραφέα ζητώντας του να σταματήσει να βάζει στο στόμα του Σάλβο Μονταλμπάνο γόνους καλαμαριών επειδή το απαγορεύει η σχετική κοινοτική νομοθεσία και επειδή «είναι ανήθικο»!
Ο συγγραφέας – τι να έκανε; – αντιμετώπισε το περιστατικό με τη δέουσα ελαφρότητα υπογραμμίζοντας ότι στον ήρωά του αρέσουν και τα μπαρμπούνια που δεν απαγορεύονται ενώ τρώει πού και πού και καμιά αθερίνα… Το περιστατικό, ωστόσο, είναι απολύτως ενδεικτικό της μεγάλης απήχησης του ίδιου και της αναγνωρισιμότητάς του πλέον σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο Αντρέα Καμιλέρι, αταλάντευτο και ενεργό ακόμη μέλος της ιταλικής Αριστεράς, έχει λάβει παλαιότερα και άλλου είδους γράμματα από τους αναγνώστες του. Μερικοί τον προέτρεψαν, μάλλον ευγενικά, να μην αποδίδει τις πολιτικές του απόψεις στον ήρωα «επειδή ο Μονταλμπάνο ανήκει σε όλους» ενώ άλλοι τον κατηγόρησαν ευθέως (τον Μονταλμπάνο) ότι είναι «κομμουνιστής».
Ο Αντρέα Καμιλέρι πιστεύει ότι ο ήρωάς του ξεχωρίζει για την ποιότητα του χαρακτήρα του, ότι είναι απλώς έντιμος και δίκαιος. Ο Αντρέα Καμιλέρι είναι ιδιαιτέρως αγαπητός στην Ελλάδα και ειδικά τα καλοκαίρια διαβάζεται πάρα πολύ. Αυτό είναι κάτι που τον χαροποιεί, ο συγγραφέας έχει πει πολλές φορές και σε διάφορους τόνους ότι η λογοτεχνία πρέπει να ψυχαγωγεί τον αναγνώστη. Εχει παρομοιάσει μάλιστα τον εαυτό του με τους «τροβαδούρους» που αλώνιζαν μια φορά κι έναν καιρό την Ιταλία. Στα καθ’ ημάς συνέβη ό,τι και στις περισσότερες χώρες που μεταφράζεται το έργο του. Η σειρά με τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο, την οποία ανέκαθεν έγραφε εναλλάξ με τα ιστορικά του μυθιστορήματα, είχε ως αποτέλεσμα οι πλέον πιστοί αναγνώστες του να τον ακολουθήσουν μοιραία και στα νοσταλγικά ταξίδια που κάνει στην Ιστορία και τον αρχαίο πολιτισμό της Σικελίας.
Από τις εκδόσεις Πατάκη επανακυκλοφόρησαν πρόσφατα σε έναν χορταστικό τόμο, ακριβώς με αφορμή τα «γενέθλια» του Μονταλμπάνο, τρεις συναρπαστικές υποθέσεις του, «Η φωνή του βιολιού», που περιστρέφεται μεταξύ άλλων γύρω από τη δολοφονία μιας νεαρής γυναίκας και ενός ερημίτη μουσικού, «Το άρωμα της νύχτας», όπου ο Μονταλμπάνο αντιμετωπίζει προσωπικά προβλήματα και εξαφανίσεις ανθρώπων και χρημάτων, και το «Χάρτινο φεγγάρι», όπου εξιχνιάζει ο ίδιος το μυστήριο ενός «πεθαμένου» σπιτιού. Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφόρησε «Το νόμισμα του Ακράγαντα», μια ιστορία παρμένη από ένα οικογενειακό χρονικό που μοιάζει με θρύλο και χάνεται στα βάθη του χρόνου. Ο Αντρέα Καμιλέρι έχει γράψει ήδη το τέλος του Μονταλμπάνο, το έγραψε το 2005 φοβούμενος ότι μπορεί και να πεθάνει χωρίς να έχει αυτός τον τελευταίο λόγο για την τύχη του. Δεν πεθαίνει ακριβώς ο επιθεωρητής, τον εξαφανίζει με έναν παράξενο τρόπο ο συγγραφέας. Το χειρόγραφο βρίσκεται σε ένα συρτάρι του εκδοτικού οίκου Sellerio…

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk