• Αναζήτηση
  • Το πάθος και η τρέλα της τέχνης

    Ο Ντένκομπ, ένας ευρέως γνωστός συγγραφέας στη δύση του βίου και της σταδιοδρομίας του, μεταβαίνει από το Λονδίνο σ’ ένα «θέρετρο υγείας» στο Μπόρνμουθ, στην (ακόμη πιο) Νότια Αγγλία,

    Henry James
    Η δεύτερη ευκαιρία
    Μετάφραση – επίμετρο Καρολίνα Μέρμηγκα.
    Εκδόσεις Μελάνι, 2014,
    σελ. 96, τιμή 9,80 ευρώ

    Ο Ντένκομπ, ένας ευρέως γνωστός συγγραφέας στη δύση του βίου και της σταδιοδρομίας του, μεταβαίνει από το Λονδίνο σ’ ένα «θέρετρο υγείας» στο Μπόρνμουθ, στην (ακόμη πιο) Νότια Αγγλία, προκειμένου να αναρρώσει δίπλα στην αμμουδιά, στα πεύκα και στην άχρωμη θάλασσα. Είναι καταπονημένος από μια ασθένεια και απογοητευμένος διότι συνειδητοποιεί, με μια μελαγχολική παραίτηση, ότι πλέον «ποτέ πια δεν θα ξεπερνούσε τον εαυτό του, όπως το είχε κάνει σε μια ή δυο σπουδαίες στιγμές στο παρελθόν». Καταλαβαίνει, κοντολογίς, ότι η καριέρα του έχει επί της ουσίας τελειώσει και προσπαθεί να το αποδεχθεί με τις λιγότερες δυνατές ψυχικές απώλειες. Τυλιγμένος μέσα στη φαρδιά του κάπα από τουίντ αφήνει κάθε τόσο το ξενοδοχείο και περπατά αργά προς «ένα βολικό παγκάκι που ήξερε σε μια ασφαλή εσοχή του βράχου», το αυτοσχέδιο ησυχαστήριό του στην πλαγιά ενός βουνού.

    Τους συλλογισμούς του Ντένκομπ διαπερνά «η αίσθηση του χρόνου που αποσύρεται, της ευκαιρίας που στενεύει» – αν, εν προκειμένω, αντικαταστήσετε ό,τι στενεύει με την ίδια τη ζωή, αντιλαμβάνεσθε γρήγορα πού αναφέρεται ο (ελληνικός) τίτλος του εξαιρετικού αυτού διηγήματος που έγραψε ο Χένρι Τζέιμς (1843 – 1916) και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 1893 στο περιοδικό «Scribner’s Magazine» υπό τον τίτλο «Οι Μέσοι Χρόνοι» («The Middle Years»).
    Το πεπρωμένο του ημιτελούς


    Πρόκειται για μια σύντομη αλλά πυκνότατη ιστορία για την ουσία της καλλιτεχνικής δημιουργίας – το πεπρωμένο του ημιτελούς, θα μπορούσαμε να πούμε – στην οποία ταιριάζει λίγο παραπάνω αυτό που είχε πει ο Οσκαρ Γουάιλντ αναφερόμενος εν γένει στον ομότεχνό του, ότι δηλαδή ο Τζέιμς έγραφε μυθοπλασία σαν να επιτελούσε ένα «οδυνηρό καθήκον»! Κάπως έτσι βιώνει την κατάσταση και ο Ντένκομπ πάντως – εδώ η αναγκαστική αλλά επίπονη αποχώρηση του συγγραφέα από τον κόσμο της λογοτεχνίας καταλήγει ένας ευρύτερος, χαμηλόφωνος αποχαιρετισμός στα εγκόσμια -, ο οποίος «είχε κάνει όλα όσα ήταν να κάνει, αλλά δεν είχε κάνει αυτά που ήθελε να κάνει».
    Η αρρώστια και τα γηρατειά, επιπροσθέτως, ορθώνονται πλέον μπροστά του «σαν φαντάσματα με ανάλγητα μάτια», όπως σημειώνει ο συγγραφέας του «Στρίψιμου της βίδας». Ο ήρωάς του πέρασε μεν μιαν ολόκληρη ζωή ασχολούμενος με την τέχνη του λόγου, πλην όμως αυτή δεν κατέστη αρκετή, όπως πιστεύει ο ίδιος, ώστε να έχει αποτυπωθεί εν τέλει ικανοποιητικά ό,τι καλύτερο κατέκτησε μέσα από την εξάσκησή της.
    «Απαιτήθηκε υπερβολικά μεγάλο κομμάτι της ζωής του για να δημιουργήσει υπερβολικά μικρό κομμάτι της τέχνης του», για να χρησιμοποιήσουμε τον υπέροχο, συμπυκνωμένο λόγο του Χένρι Τζέιμς, που καλόπεσε στα (μεταφραστικά) χέρια της Καρολίνας Μέρμηγκα. Τι ήθελε επομένως ο ευαίσθητος – μέχρι λιποθυμίας! – καλλιτέχνης; Μια δεύτερη ευκαιρία ήθελε, μια «παράταση», την οποία θεωρεί στα τελευταία του το «τελικό όριο» της πορείας του – «γι’ αυτή την παράταση αναστέναζε ο καημένος ο Ντένκομπ»!
    Ο φόβος της υστεροφημίας


    Ο μεγαλύτερος φόβος του είναι ότι η υστεροφημία του, την οποία φαντάζεται σαν ένα «οχυρό μέσα στο οποίο θα συγκεντρωνόταν ο αληθινός θησαυρός του», δεν θα στεριώσει στο μέλλον εξαιτίας ακριβώς της καλλιτεχνικής επιπολαιότητας που τον διέκρινε. Ολα αυτά τα εξομολογείται, όταν η πλοκή της ιστορίας έχει επαρκώς προχωρήσει, σε «έναν θαυμαστή πραγματικά ασυνήθιστο», έναν νεαρό γιατρό που συνδυάζει τον «ορθολογισμό της επιστήμης» και την «παλιά ευλάβεια του πιστού» – κάτι που σπρώχνει τον απελπισμένο Ντένκομπ στην αγκαλιά μιας μεταφυσικής χίμαιρας.
    Ο δόκτωρ Χιου δεν αγαπά γενικώς τη λογοτεχνία, λατρεύει ειδικώς τη λογοτεχνία του Ντένκομπ! Το εύκολο εύρημα του Τζέιμς παραπέμπει, βέβαια, στα μελοδράματα της βικτωριανής περιόδου, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία: ο Ντένκομπ έχει πάρει μαζί του ένα από τα πρώτα αντίτυπα του ύστατου έργου του, για το οποίο νιώθει μια «περίεργη αποξένωση». Ο τίτλος του μυθιστορήματος που είναι δεμένο με ένα πορφυρό εξώφυλλο είναι «Οι Μέσοι Χρόνοι» – ταυτίζεται, δηλαδή, με τον πρωτότυπο τίτλο του διηγήματος του Τζέιμς στο οποίο επιχειρείται η πλοήγηση σε αυτό που ο ίδιος κατονομάζει «άβυσσο της ανθρώπινης αυταπάτης».
    Ο δόκτωρ Χιου, λοιπόν, διαβάζει επίσης ένα από τα πρώτα αντίτυπα του βιβλίου του Ντένκομπ και δεν μπορεί να συγκρατήσει τον ανυπόκριτο ενθουσιασμό του. Από τη στιγμή όμως που αποκαλύπτεται η πραγματική ταυτότητα του Ντένκομπ – διότι προφανώς του άρεσε να ακούει τους επαίνους σαν ένας μακρινός γνώριμος του «πραγματικού» συγγραφέα, ταλαντευόμενος μεταξύ εγκράτειας και ματαιοδοξίας – ο θαυμασμός του πολυάσχολου δόκτορος Χιου εξελίσσεται σε ανακλαστική αφοσίωση προς το ίνδαλμά του, γεγονός που εξοργίζει την πληθωρική και κτητική Κόμησσα στην υπηρεσία της οποίας βρίσκεται και αυτός και η δεσποινίς Βέρναμ, η πονηρή ψυχαγωγός της.
    Ο συγγραφέας Τζέιμς προβαίνει εδώ σε μια όμορφη μετατόπιση του «ιδανικού αναγνώστη», τον αποσπά από το καθαρά καλλιτεχνικό πεδίο και τον εγγράφει στο ανθρώπινο, στο διαπροσωπικό. Ο δόκτωρ Χιου λέει στον Ντένκομπ «είναι για τα λάθη σας που σας θαυμάζω» και ο δεύτερος λέει στον πρώτο «το θέμα είναι να έχεις κάποιον να νοιάζεται». Ο ήρωας βέβαια δεν ταυτίζεται απολύτως με τον δημιουργό του.
    Από την άλλη, ωστόσο, δεν υπάρχει ήρωας που να μη φέρει, άλλοτε εξόφθαλμα και άλλοτε κεκαλυμμένα, τα σημάδια του δημιουργού του. Και όταν λέμε σημάδια δεν εννοούμε απαραιτήτως γεγονότα ή πραγματολογικές βεβαιότητες, εννοούμε ακόμη και εκπεφρασμένες αγωνίες, που υπεισέρχονται φυσικά διαθλασμένες στο πεδίο της λογοτεχνίας σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Ακολουθεί, παρ’ όλα αυτά, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πλήρους ευθυγράμμισης ήρωα και δημιουργού.
    «Ο Ντένκομπ ήταν παθιασμένος διορθωτής, ένας μάστορας του ύφους· το τελευταίο πράγμα στο οποίο κατέληγε ποτέ ήταν μια τελική για τον ίδιο φόρμα» γράφει ο μανιώδης αναθεωρητής Χένρι Τζέιμς, που με την εντέχνως ρυθμιζόμενη ειρωνεία του πότε αυξάνει και πότε μειώνει την απόσταση από τον πρωταγωνιστή του. Η προοπτική του θανάτου πυροδοτεί στον καλλιτέχνη της ιστορίας, τον Ντένκομπ, έναν απολογισμό. «Δουλεύουμε στα σκοτεινά – κάνουμε ό,τι μπορούμε, δίνουμε ό,τι έχουμε. Οι αμφιβολίες είναι το πάθος μας και το πάθος μας είναι το έργο μας. Τα υπόλοιπα είναι η τρέλα της τέχνης». Ενας σύντομος μεν αλλά σπαρακτικά αληθινός Χένρι Τζέιμς.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk