Βιώματα ενός σύγχρονου Κάιν

Οποτε ονειρευόταν την οικογένειά του, «τους έβλεπε πλάτη». Τον αδελφό του μάλιστα τον σκότωσε με τη μασιά.

Τζον Τσίβερ
Φάλκονερ
Μετάφραση Ιλάειρα Διονυσοπούλου.
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014,
σελ. 206, τιμή 12,80 ευρώ

Οποτε ονειρευόταν την οικογένειά του, «τους έβλεπε πλάτη». Τον αδελφό του μάλιστα τον σκότωσε με τη μασιά. Ο Ιεζεκιήλ Φάραγκατ, ένας καθηγητής πανεπιστημίου εθισμένος στις ναρκωτικές ουσίες, παραδέχεται μεν ότι χτύπησε τον Εμπεν, πλην όμως προσθέτει ότι ο τελευταίος «ήταν μεθυσμένος» και ότι «χτύπησε το κεφάλι του στο τζάκι».

Η κακιά στιγμή ενέσκηψε όταν το θύμα, αναφερόμενο στον πατέρα τους, είπε στον θύτη ότι «εμένα μ’ αγαπούσε, αλλά εσένα σε ήθελε νεκρό». Η χήρα του Εμπεν κατέθεσε ότι ο άνδρας της χτυπήθηκε 18-20 φορές, «μα ήταν μια ψεύτρα», όπως ισχυρίζεται ο Φάραγκατ, που πιστεύει ότι «άδικα κλείστηκε στη φυλακή». Ο,τι οι άλλοι χαρακτηρίζουν «φόνο», αυτός ο σύγχρονος Κάιν το χαρακτηρίζει «ατύχημα».
Διαβάζοντας κανείς το καθηλωτικό μυθιστόρημα Φάλκονερ του Τζον Τσίβερ (1912-1982), δεν μπορεί να ανασυνθέσει με βεβαιότητα τη σκηνή του εγκλήματος αλλά αυτό – όσο κυνικό κι αν ακούγεται – δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία για τη μυθοπλασία. Μεγαλύτερη σημασία εν προκειμένω έχει το «μυστήριο του εγκλεισμού», ένα μυστήριο που διακλαδίζεται αριστουργηματικά από τον συγγραφέα σε πολλές υπαρξιακές ατραπούς, σε τούτο το πράγματι ξεχωριστό «prison novel» της αμερικανικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.
Ο 48χρονος πρωταγωνιστής, έχοντας καταδικαστεί για αδελφοκτονία, φθάνει στο σωφρονιστικό ίδρυμα Φάλκονερ – κέντρο αποκατάστασης, κατ’ ευφημισμόν – που μπορεί να κουμαντάρει ως και δύο χιλιάδες κακοποιούς. Οι εκτελέσεις δε πραγματοποιούνται σε ένα γήπεδο σόφτμπολ. Εκεί μέσα φιλοξενούνται άνθρωποι που αν τολμήσεις να γυρίσεις την πλάτη σε μαχαιρώνουν, επικίνδυνοι τύποι που, σύμφωνα με έναν δεσμοφύλακα, «σκοτώνουν, βιάζουν, χώνουν μωρά σε φούρνους· και θα στραγγάλιζαν και την ίδια τους τη μάνα για ένα πακετάκι τσίχλες».
Ο Φάραγκατ λαμβάνει το νούμερο 734-508-32 και αρχίζει να συμβιώνει με την υπόλοιπη έγκλειστη πανίδα – τον Λαγό Νούμερο Δύο, τον Μπάμπο, τον Βράχο, τον Κερατά, τον Ράνσομ, τον Τένις -, «μια βαθύτατα μυστηριώδη παρέα» με λίγα λόγια. Οι βρισιές που αντιλαλούν στους διαδρόμους του θυμίζουν τον πόλεμο, πριν από χρόνια, με τη Γερμανία και την Ιαπωνία – όταν, δηλαδή, άρχισε η μακροχρόνια σχέση του με τα ναρκωτικά, μια εξάρτηση όχι μόνο χημική αλλά και πνευματική, «που για χάρη της θα σκότωνε τον οποιονδήποτε».
Η καθημερινότητα του κελιού είναι δύσκολη και συχνά βίαιη. Οταν, επί παραδείγματι, ένα γατί που φέρει το όνομα Λήσταρχος – οι γάτες είναι περισσότερες από τους κρατουμένους – τόλμησε να κατασπαράξει το γεύμα ενός αρχιδεσμοφύλακα που φέρει το όνομα Τσίρος, ακολούθησε ένας χαμός, γατοψοφίμια παντού. «Αίμα, μυαλά και εντόσθια πιτσίλισαν τα κίτρινα αδιάβροχά τους και το θέαμα του μακελειού τράνταξε τη στοματική κοιλότητα του Φάραγκατ».
Ο ίδιος, όμως, με μια μόνιμη, «βασανιστική αίσθηση αποπροσανατολισμού» να τον ορίζει – ένας άλλος τρόπος να μιλήσει ο Τσίβερ για τον ψυχικό και συναισθηματικό διχασμό του ιδίου -, έχει εντονότερες αγωνίες να τον ταλαιπωρούν, μεγαλύτερα προβλήματα να αντιμετωπίσει. Είχε εγκλειστεί κατά το παρελθόν σε τρεις κλινικές αποτοξίνωσης – στο Κολοράντο διαπιστώθηκε ότι η ηρωίνη τού προκάλεσε μια βλάβη στην καρδιά.
Πλέον, καθώς καταβυθίζεται σε μια «αισχρή και σαθρή ανυπαρξία», του είναι απαραίτητη η μεθαδόνη – επιπλέον δικαιούται ό,τι λειτουργεί γι’ αυτόν ως θεραπευτικό φάρμακο εκ του νόμου. Οταν όμως ο Τσίζομ, υποδιευθυντής των φυλακών, του τη στερεί, ο Φάραγκατ παθαίνει στερητικό σύνδρομο και επιχειρεί να αυτοκτονήσει με τη ζώνη του. Η αναστάτωση που προκαλεί δεν μένει βέβαια χωρίς απάντηση: τρώει μια καρέκλα στο κεφάλι για να ηρεμήσει και όταν πλέον συνέρχεται στο αναρρωτήριο (με κάμποσα ράμματα στο κρανίο) αποφασίζει να γράψει μια κατηγορητήρια αναφορά «στον κυβερνήτη του, στον επίσκοπο και στο κορίτσι του». Αλλη κακοτοπιά αυτή – όπως γράφει ο Τσίβερ, «τίποτα στον κόσμο δεν είναι πιο απάνθρωπο απ’ τον διαλυμένο γάμο».
Η άπονη Μάρσια, η σύζυγος του Φάραγκατ, είναι ένας «θηλυκός Νάρκισσος» – μια μάλλον αποτυχημένη ζωγράφος που τον επισκέπτεται απρόθυμα στη φυλακή ενημερώνοντάς τον για τον μοναχογιό του, τον Πίτερ -, η οποία αποκαλούσε τον άνδρα της «σκύλα». Μια μέρα την είδε στην κουζίνα του σπιτιού τους να φιλιέται με μια συμμαθήτριά της στην τέχνη του κεντήματος. Η εικόνα που συνόψιζε τον κοινό τους βίο, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ήταν «ένα ολόγυμνο αρσενικό και ένα ολόγυμνο θηλυκό που κουβεντιάζουν για τα εντερικά τους» – μα τι ρομαντικό!
Ο Φάραγκατ, προκειμένου να επιβιώσει σε ένα ίδρυμα του οποίου κάποια στιγμή γίνεται ο βασικός δακτυλογράφος, αγκιστρώνεται από τις αναμνήσεις του, πραγματικές ή επινοημένες – όπως λέει ο ίδιος απευθυνόμενος στη μηχανή του γκαζόν (!), «έχω τις αναμνήσεις μου, δεν μπορείς να μου πάρεις τις αναμνήσεις μου».
Η κρυστάλλινη πρόζα του Τσίβερ, παρά το γεγονός ότι αποτυπώνει ένα βίωμα που έχει «τη δομή μιας δίνης», φθάνει σε αυτά τα σημεία του βιβλίου σε ανυπέρβλητα, απολαυστικά ύψη. Ο Φάραγκατ παλεύει με τους δαίμονές του στο Φάλκονερ, όπου «τοίχοι και κάγκελα ενίοτε απειλούσαν να εξαφανιστούν αφήνοντάς τον με ένα τίποτα πολύ χειρότερο». Η μνήμη του ήρωα – που είναι επί της ουσίας το απόλυτο alter ego του Τσίβερ – είναι «εξίσου απείθαρχη με τα γεννητικά του όργανα». Ο Τζόντι καθίσταται ο καλύτερος φίλος του Φάραγκατ πίσω από τα κάγκελα. Είχαν γνωριστεί στα ντους, «όπου πρόσεξε έναν λεπτό νεαρό άνδρα να του χαμογελάει». Κι ενώ ο Τζόντι ζητάει από τον άλλο να τον διαβεβαιώσει ότι δεν είναι ομοφυλόφιλος, σε έναν μήνα έγιναν εραστές. Ο Φάραγκατ «δεν περίμενε να γεννηθεί μέσα του από την τραγελαφική σύσφιξη της σχέσης τους μια τόσο βαθιά αγάπη».

Μαθήματα γραφής στους φυλακισμένους
Τούτο το μυθιστόρημα για το μυστήριο εν τέλει του εγκλωβισμένου πνεύματος και του αχαλίνωτου σώματος τελειώνει με έναν ξεσηκωμό κρατουμένων και κλείνει με την περιπετειώδη απόδραση του Φάραγκατ. Ποια είναι η τελευταία του λέξη; Ευτυχία. Τον Απρίλιο του 1975 ο Τζον Τσίβερ (ο «Οβίδιος του Οσινινγκ», όπως τον χαρακτήρισε το αμερικανικό περιοδικό «Time» όταν τον έκανε εξώφυλλο το 1964, επιτέθηκε μέσω του έργου του στην υποκρισία των προαστίων και ανέδειξε τα σκοτεινά μυστικά των μεσαίων τάξεων του αμερικανικού ονείρου) μπήκε στο κέντρο αποκατάστασης Smithers για να αποτοξινωθεί από το αλκοόλ.
Εναν μήνα αργότερα πήρε εξιτήριο, δεν ξαναήπιε ποτέ και εντός δέκα μηνών έγραψε το «Φάλκονερ», που κυκλοφόρησε εν τέλει το 1977, πιθανώς το κορυφαίο μεταξύ των έργων του.
Ο βιογράφος του Μπλέικ Μπέιλι έχει γράψει ότι ο Τσίβερ άντλησε το υλικό του, όπως μαρτυρούν τα ημερολόγιά του, από τα μαθήματα γραφής που έκανε σε εγκλείστους των φυλακών Σινγκ-Σινγκ. Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα πριν από ακριβώς 30 χρόνια (εκδόσεις Aquarius, 1984). Το «Φάλκονερ» είναι μια αξέχαστη λογοτεχνική εμπειρία!
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk