• Αναζήτηση
  • «Η καρδερίνα» της Ντόνα Ταρτ

    Θρυλείται ότι η νηπιαγωγός καλωσόρισε τη μικρή και την προέτρεψε να συστηθεί στα άλλα παιδάκια. «Το όνομά μου είναι Ντόνα Ταρτ και όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω αρχαιολόγος» είπε εκείνη αποφασιστικά.

    Donna Tartt
    Η καρδερίνα
    Μετάφραση Χρ. Ελ. Σακελλαροπούλου.
    Εκδόσεις Λιβάνη, 2014,
    σελ. 992, τιμή 20 ευρώ

    Θρυλείται ότι η νηπιαγωγός καλωσόρισε τη μικρή και την προέτρεψε να συστηθεί στα άλλα παιδάκια. «Το όνομά μου είναι Ντόνα Ταρτ και όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω αρχαιολόγος» είπε εκείνη αποφασιστικά. Φανταζόμαστε, βέβαια, τα παιδάκια να στραβώνουν τα στόματά τους, να κοιτάνε απορημένα το ένα το άλλο. Τα βιβλία όμως την περικύκλωναν από την πρώιμη παιδική της ηλικία. Λέγεται μάλιστα ότι η μητέρα της διάβαζε μυθιστορήματα ακόμη και την ώρα που οδηγούσε! Το σπίτι της γενικώς παραήταν παράξενο για τα άκαμπτα ήθη και τις τραχιές συμβάσεις του αμερικανικού Νότου. «Ημασταν οι εκκεντρικοί, η οικογένεια που μιλούσε στις γάτες της» όπως έχει πει η ίδια η συγγραφέας.

    Από τη στιγμή που άρχισε την ανάγνωση αγάπησε τα παραμύθια, τις περιπέτειες και τις ιστορίες φαντασμάτων. Ωσπου μοιραία ήλθε κάποια στιγμή και η ώρα του Κάρολου Ντίκενς. «Είχα εκστασιαστεί με τον «Ολιβερ Τουίστ». Ηταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα ποτέ με αληθινό αίμα και θάνατο. Ολη μέρα στο σχολείο ανησυχούσα για την τύχη του» ανέφερε σε πρόσφατη συνέντευξή της η 50χρονη σήμερα Ντόνα Ταρτ.
    Μικροσκοπική η ίδια, ντυμένη πάντοτε εκκεντρικά, με ένα ατάραχο αλλά κοφτερό βλέμμα, δεν είναι ούτε ιδιοτύπως αγοραφοβική ούτε ακριβώς αυτό που θα λέγαμε λογοτεχνική ερημίτισσα – με τον τρόπο που ήταν παλαιότερα ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ ή ο Τόμας Πίντσον στις ημέρες μας. Απλούστατα εμφανίζεται, μιλάει και απασχολεί εν γένει τη δημοσιότητα κάθε φορά που εκδίδει ένα βιβλίο, δηλαδή κάθε δέκα χρόνια. Παρά το γεγονός ότι εκδίδει ελάχιστα – με τα σημερινά μέτρα και σταθμά ένας λογοτέχνης που δεν έχει καινούργιο βιβλίο στα ράφια των βιβλιοπωλείων κάθε τρία χρόνια (τουλάχιστον) μπαίνει σε έναν «υπό εξαφάνιση» προθάλαμο -, η ίδια θεωρεί ότι οι ενδιάμεσες επαγγελματικές απαιτήσεις της εκδοτικής βιομηχανίας – συνεχείς περιοδείες, ομιλίες, δημόσιες αναγνώσεις – είναι αρκετά «αντιπαραγωγικές» όταν ξεπερνούν το μέτρο.
    Η ολιγογράφος Ντόνα Ταρτ πάντως είναι μια γυναίκα που δεν βιάζεται, αντιθέτως επωφελείται από τη βραδυπορία της γραφής της. Το πιο πρόσφατο και τρίτο κατά σειρά μυθιστόρημά της υπό τον τίτλο «Η καρδερίνα» («The Goldfinch», 2013), ένα βιβλίο που της πήρε περίπου 11 χρόνια για να το ολοκληρώσει και το οποίο συζητήθηκε πάρα πολύ κυρίως με την καλή αλλά και με την κακή έννοια, απέσπασε τελικώς τον περασμένο Απρίλιο το Βραβείο Πούλιτζερ Μυθοπλασίας 2014 στις ΗΠΑ.

    Η ίδια, γεννημένη στο Γκρίνγουντ του Μισισιπή, με λογοτεχνικούς μέντορες τον Γουίλι Μόρις του «Harper’s Magazine» αλλά και τον πληθωρικό Μπάρι Χάνα – όσοι έχουν έλθει σε επαφή με την ψυχεδελική λογοτεχνία του τελευταίου ευκόλως αντιλαμβάνονται την καίρια επίδραση που άσκησε επάνω στην Ντόνα Ταρτ -, με συμφοιτητές ύστερα στο Κολέγιο του Μπένιγκτον τον Μπρετ Ιστον Ελις αλλά και τον Τζόναθαν Λέθεμ, προκάλεσε αίσθηση στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με το λογοτεχνικό της ντεμπούτο.
    «Η μυστική ιστορία» («The Secret History», 1992) είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ περισσότερο που διαδραματίζεται σε μια πανεπιστημιούπολη της Νέας Αγγλίας με πρωταγωνιστές έξι φοιτητές της Κλασικής Φιλολογίας, μια κλειστή, αδίστακτη νεανική ομάδα, η οποία, υπό την επίβλεψη ενός χαρισματικού καθηγητή, αποφασίζει να ζήσει ασυμβίβαστα με στόχο την «αναζήτηση της αλήθειας και της ομορφιάς». Ο απροκάλυπτος διονυσιασμός όμως στον οποίο ποικιλοτρόπως επιδίδονται τους οδηγεί σε μια δολοφονία και αυτή με τη σειρά της, δίπλα σε μια τρομακτική έπαρση και έναν εντεινόμενο αμοραλισμό, και σε άλλα εγκλήματα. Μία δεκαετία ακριβώς αργότερα η Ντόνα Ταρτ εξέδωσε το δεύτερο μυθιστόρημά της υπό τον τίτλο «Ο μικρός φίλος» («The Little Friend», 2002), που εκτυλίσσεται σε γνώριμα χώματα αυτή τη φορά, σε μια γκρίζα, ετοιμόρροπη πόλη του αμερικανικού Νότου ονόματι Αλεξάνδρεια.
    Η πλοκή αναπτύσσεται γύρω από τον ανεξιχνίαστο απαγχονισμό του μικρού Ρόμπιν Κλιβ – τον βλέπουμε κρεμασμένο σε ένα δέντρο της αυλής του σπιτιού του από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου – και την προσπάθεια της αδελφής του Χάριετ, δώδεκα χρόνια μετά το τραγικό συμβάν, να λύσει το μυστήριο και να πάρει την εκδίκησή της. Είναι το μόνο μέλος της οικογένειας που δεν αποτρελάθηκε και υποψιάζεται ότι επρόκειτο για φόνο με θύτη έναν συμμαθητή του αδελφού της.
    Σε αυτό το μυθιστόρημα – με μπόλικο ρατσιστικό και ταξικό μίσος, με απίστευτους Μορμόνους, με αδέσποτες συμμορίες, με ναρκωτικά, ακόμη και φιδογητευτές – η συγγραφέας, θαυμάστρια η ίδια του ντικενσιανού ρεαλισμού κατά τα λοιπά αλλά και των μεγάλων ψυχογράφων, των μεγάλων ρώσων κλασικών του 19ου αιώνα δηλαδή, επισκέπτεται ευκρινέστερα, στο επίπεδο της ατμόσφαιρας περισσότερο και όχι τόσο της δραματουργίας, τη μεγάλη λογοτεχνική παράδοση του southern gothic. Εν προκειμένω, «Η καρδερίνα», η οποία ξεπερνά τις 700 σελίδες στο πρωτότυπο, ένα περιπετειώδες bildungsroman (μυθιστορήματα ενηλικίωσης) με πλοκή ξεπατικωμένη εμφανώς από τις «Μεγάλες προσδοκίες», οργανώνεται γύρω από το ομότιτλο έργο του ολλανδού ζωγράφου Κάρελ Φαμπρίτσιους (1622-1654).
    Μάθημα ιστορίας της τέχνης

    «Ηταν μικρός (ο πίνακας), ο πιο μικρός στην έκθεση, και ίσως ο πιο απλός: ένα κίτρινο πουλάκι σε ένα γυμνό, άχρωμο φόντο, με μια αλυσίδα να το κρατάει δεμένο στην κούρνια του από το σαν κλαράκι αδύνατο ποδαράκι» παρατηρεί ο 13χρονος Θίο Ντέκερ, ο κεντρικός ήρωας αυτής της ογκωδέστατης αφήγησης, καθώς περιηγείται με την αγαπημένη του μητέρα στις αίθουσες του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης. «Ξεκίνησα λατρεύοντας την καρδερίνα, με τον ίδιο τρόπο που λατρεύεις ένα οικόσιτο ζωάκι ή κάτι τέτοιο, και κατέληξα να λατρεύω τον τρόπο που ήταν ζωγραφισμένη» του λέει εκείνη παραδίδοντάς του ταυτοχρόνως ένα κανονικό μάθημα ιστορίας της τέχνης σε μια ημέρα που επρόκειτο να ασχοληθούν σοβαρά με την αποβολή του από το σχολείο.
    Ηταν μαθητής του Ρέμπραντ και δάσκαλος του Βερμέερ, συνέχισε εκείνη, αναφερόμενη στον Φαμπρίτσιους. Στα μέσα του δεκάτου εβδόμου αιώνα, συνέχισε την εξιστόρησή της, είχε σημειωθεί μια έκρηξη σε ένα εργοστάσιο πυρίτιδας στο Ντελφτ, ακριβώς εκεί ο Φαμπρίτσιους «έχασε τη ζωή του και το ατελιέ του καταστράφηκε, μαζί με όλα σχεδόν τα έργα του, εκτός από αυτό εδώ». Η καρδερίνα, ο μικροσκοπικός πίνακας τον οποίο λάτρευε η μητέρα του και που γίνεται εν συνεχεία ένα βαρυσήμαντο φυλαχτό για τον Θίο, είχε φιλοτεχνηθεί από τον Φαμπρίτσιους τη χρονιά του άδοξου θανάτου του. Τι όμως συμβαίνει, τη στιγμή που έχουν χωριστεί οι δυο τους, λίγα λεπτά προτού εγκαταλείψουν το κτίριο; «Την επόμενη στιγμή μια τρομερή, εκκωφαντική έκρηξη τράνταξε την αίθουσα», αυτό συνέβη. Ο Θίο θα τη σκαπουλάρει με ένα χτύπημα στο κεφάλι.
    «Ο θάνατός της διχοτόμησε τη ζωή μου: Πριν και Μετά» διαπιστώνει 14 χρόνια αργότερα, έγκλειστος και μόνος σε ένα ξενοδοχείο του Αμστερνταμ, φλερτάροντας μακάβρια με την αυτοκτονία, γεμάτος ενοχές, ένα σωματικό και ψυχικό ράκος, μπλεγμένος πλέον στις σκοτεινές ατραπούς του λαθρεμπορίου της τέχνης και των ναρκωτικών, καθώς «είδα στον ύπνο μου τη μητέρα μου για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια». Ετσι αρχίζει και το μυθιστόρημα.

    «Ολιβερ Τουίστ του εικοστού πρώτου αιώνα»
    Την ημέρα του τρομοκρατικού χτυπήματος, ανάμεσα σε συντρίμμια και κομμένα ανθρώπινα μέλη, όταν πλέον ο Θίο έχει σχετικώς ανανήψει, έρχεται σε επαφή με τον ετοιμοθάνατο έμπορο τέχνης και αντικέρ Γουέλτι Μπλάκγουελ που έτυχε να επισκεφθεί την ίδια ημέρα την έκθεση συνοδευόμενος από την ομορφούλα και κοκκινομάλλα Πίππα, τον ανεκπλήρωτο, όπως αποδεικνύεται έπειτα, έρωτα του πρωταγωνιστή αυτής της ιστορίας.
    Ο αιματοβαμμένος γέρος, διχοτομημένος στην κυριολεξία, του δίνει ένα δαχτυλίδι και τον ξορκίζει να πάει να βρει τον συνέταιρό του, τον Χόμπι, στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, όπου έχουν το μαγαζί τους. Κάπως έτσι εισέρχεται σε έναν τελείως διαφορετικό κόσμο, αυτόν που θα τον οδηγήσει προοδευτικά σε πρωτόφαντους μπελάδες – στην παραχάραξη, λ.χ., ή σε ανθρωποκυνηγητά και πιστολίδια -, με τον οποίο όμως θα επανασυνδεθεί αφού μείνει για λίγο ως ορφανό στο αρχοντικό της οικογένειας Μπάρμπορ στη Λεωφόρο Παρκ, στο σπίτι του συμμαθητή του Αντι δηλαδή, και αφού περάσει, χωρίς να το πολυθέλει, κάμποσο διάστημα στο Λας Βέγκας, όπου καταλήγει όταν επανεμφανίζεται ο φευγάτος πατέρας του Λάρι, αλκοολικός και παθολογικός τζογαδόρος, με το κορίτσι του, τη Ζάντρα, που χαπακώνεται και σνιφάρει κοκαΐνη.
    Στο Λας Βέγκας, όμως, ο Θίο θα γνωρίσει τον Μπόρις – ένα μαυρομάλλικο και σαγηνευτικό αγόρι με καταγωγή από την πρώην Ανατολική Ευρώπη που παίζει καταλυτικό ρόλο στην τροπή των γεγονότων -, με τον οποίο θα αναπτύξουν μια παράξενη σχέση συνενοχής και δέσμευσης, κάτι παραπάνω από φιλία. Γράφτηκαν πολλά για το μυθιστόρημα της Ντόνα Ταρτ, διθυραμβικές κριτικές επί παραδείγματι από την αυστηρή κριτικό των «New York Times» Μιτσίκο Κακουτάνι και τον συγγραφέα Στίβεν Κινγκ, ο οποίος, αναφερόμενος στον Θίο, έκανε λόγο για έναν «Ολιβερ Τουίστ του εικοστού πρώτου αιώνα». Ο Τζέιμς Γουντ, πάντως, ο κριτικός του αμερικανικού περιοδικού «The New Yorker», το κατέταξε ευθαρσώς στη «λογοτεχνία για παιδιά». Ε, οι δυο πρώτοι ήταν κάπως υπερβολικοί και ο δεύτερος κάπως κακός μαζί της.

    * Ολα τα βιβλία της Ντόνα Ταρτ κυκλοφορούν στην ελληνική γλώσσα από τις εκδόσεις Λιβάνη. Το βιβλίο «Η καρδερίνα» κυκλοφορεί στις 12 Ιουνίου.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Μαχητικά και ιστιοφόρα Τα τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη περνούσαν συνέχεια πάνω από την Ικαρία. Μια μαυροντυμένη γυναίκα με ροζιασμένο πρόσωπο και τα κατάλευκα... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk