Η «No man’s land» των μεταναστών

Ο Φατίχ προχωρεί μπροστά. Τον ακολουθώ λίγα βήματα πιο πίσω. Στην τσέπη μου το iPod και στα αφτιά μου τα ακουστικά. Μια φωνή, όχι η δική του, αφηγείται την ιστορία του, ή μια από τις πολλές πιθανές ιστορίες του.

Ο Φατίχ προχωρεί μπροστά. Τον ακολουθώ λίγα βήματα πιο πίσω. Στην τσέπη μου το iPod και στα αφτιά μου τα ακουστικά. Μια φωνή, όχι η δική του, αφηγείται την ιστορία του, ή μια από τις πολλές πιθανές ιστορίες του. Από την ώρα που αφήσαμε τον κεντρικό σταθμό του μετρό της Ουτρέχτης δεν επιτρέπεται να του μιλήσω ή να τον αγγίξω. Δεν ξέρω από πού είναι, αν είναι οικονομικός μετανάστης ή πολιτικός πρόσφυγας. Δεν ξέρω αν είναι εκείνος που είδε τους στρατιώτες να βιάζουν την αδελφή του ή ο δραπέτης που σκότωσε τη γυναίκα του. Κάποιες στιγμές στέκεται, γυρνά και με αντικρίζει. «Είμαστε κι οι δυο άνθρωποι φτιαγμένοι από τα ίδια υλικά, με δυο μάτια, δυο χέρια, δυο πόδια, με κοινές επιθυμίες και ανάγκες» λέει η φωνή στα αφτιά μου. Με τον άνθρωπο απέναντι επικοινωνούμε βουβά, με τα μάτια, με νεύματα. Με ξεναγεί στα λημέρια του στην πόλη, στο περιβάλλον που κυλάει η ζωή του.
Η φωνή μού αφηγείται επεισόδια από την καθημερινότητά του, μου τραγουδά τραγούδια της πατρίδας του. Εκείνος χορεύει, χαμογελά, μου προσφέρει ένα πορτοκάλι. Ημασταν είκοσι ζευγάρια εκείνο το βράδυ στους άγνωστους δρόμους της Ουτρέχτης, ένας θεατής-ακόλουθος και ένας ηθοποιός-οδηγός, όχι επαγγελματίας αλλά ένας αυθεντικός μετανάστης που ζει στην πόλη. Μέτοχοι όλοι στη συγκλονιστική θεατρική παράσταση «No man’s land» του ολλανδού σκηνοθέτη Ντρις Φερχούφεν, μια παράσταση δρόμου πολιτική στη σύλληψη, πρωτοποριακή στην τεχνική εκτέλεση, ποιητική στον χαρακτήρα. Αρχισε με τον θρήνο της Διδούς από την όπερα «Διδώ και Αινείας» του Χένρι Πέρσελ στον σταθμό του τρένου και κατέληξε, μια ώρα αργότερα, σε ένα έρημο εργοτάξιο από όπου αποχωρήσαμε με μάτια βουρκωμένα και κόμπο στον λαιμό.

«Το «Νο man’s land» όπως το εννοώ είναι μια κατάσταση του νου κατά την οποία δεν βρίσκεσαι διανοητικά και ψυχικά στον τόπο στον οποίο ζεις – την έχουμε βιώσει όλοι»
μας εξήγησε ο Ντρις Φερχούφεν μετά την παράσταση. «Είναι μια κατάσταση με αρνητικές συνέπειες γιατί, όταν δεν συνδέεσαι με τον τόπο και τους ανθρώπους ανάμεσα στους οποίους ζεις, τότε δεν αναλαμβάνεις και ευθύνη γι’ αυτούς. Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης σήμερα ζουν άνθρωποι ξένοι προς τη ζωή της τοπικής κοινωνίας είτε επειδή διστάζουν να πάρουν μέρος σ’ αυτήν είτε επειδή κανείς δεν τους προσκάλεσε». Ο Φερχούφεν συνέλαβε την ιδέα της παράστασης πριν από έξι χρόνια, όταν το Μεταναστευτικό αποτελούσε καυτό θέμα συζήτησης στα ολλανδικά μέσα. «Τη συζήτηση είχε πρωτανοίξει ο ακροδεξιός Πιμ Φόρτουιν, ο οποίος είχε πολύ ακραίες θέσεις ενάντια στους μετανάστες, ειδικά τους μουσουλμάνους. Μετά τη δολοφονία του το 2002 δημιουργήθηκε πόλωση στην ολλανδική κοινωνία και το Μεταναστευτικό αποτελούσε κοινωνικό θέμα για το οποίο οφείλαμε όλοι να έχουμε άποψη. Ενα βράδυ, συζητώντας με φίλους, συνειδητοποίησα ότι ήταν αλαζονικό να εκφέρω άποψη για ανθρώπους τους οποίους δεν γνώριζα. Φερόμουν με τρόπο φιλικό, ίσως ελαφρώς υποτιμητικά φιλικό, στον μαροκινό μανάβη και στην τουρκάλα γειτόνισσά μου αλλά δεν ήμουν φίλος τους. Αρχισα λοιπόν να παρακολουθώ μετανάστες στον δρόμο, λίγο σαν κατάσκοπος, για να μάθω πώς κυλάει η μέρα τους και ανακάλυψα ότι ζούσαν σαν φαντάσματα, ειδικά οι γυναίκες. Εβγαιναν από το σπίτι, έκαναν τις δουλειές τους και επέστρεφαν χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα, χωρίς να συνδεθούν με κανέναν».
Αυτή τη δική του εμπειρία επιχειρεί να αναδημιουργήσει για τους θεατές-συμμετέχοντες στην παράστασή του, η οποία, μετά την Ολλανδία, τη Γερμανία και την Ισπανία, φιλοξενείται στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας. Πρωταγωνιστές-οδηγοί είναι μετανάστες που ζουν στην πόλη και επιλέχθηκαν κατόπιν συνεντεύξεων σε συνεργασία με τη μη κυβερνητική οργάνωση ASANTE.

«Είναι μια παράσταση με τη συμμετοχή της πόλης, όχι για την πόλη»
λέει ο Φερχούφεν και ενδιαφέρει πολύ και τον ίδιο η εξέλιξή της στην Ελλάδα, «την πύλη από την οποία εισέρχονται οι μετανάστες στην Ευρώπη». Η ιστορία που ακούει ο θεατής είναι μια συλλογική αφήγηση που συντίθεται από υλικά των προσωπικών ιστοριών που αφηγήθηκαν οι μετανάστες της Αθήνας στον ολλανδό σκηνοθέτη. «Δεν ήθελα η παράσταση να καταλήξει αναζήτηση μιας προσωπικής ιστορίας, ένα πολιτισμικό σαφάρι, αλλά να δοκιμάσει την προδιάθεση του θεατή απέναντι σε διαφορετικές εκδοχές του μετανάστη: σε εκείνον που είναι οικονομικός μετανάστης και στον άλλον που απέδρασε από μια φυλακή της Δαμασκού, σε εκείνον που διώκεται για τις πολιτικές πεποιθήσεις του και στον άλλον που μπορεί να έχει λόγω θρησκείας ή κουλτούρας προκαταλήψεις ενάντια στους ομοφυλόφιλους». Τι προβάλλει ο κάθε θεατής στο πρόσωπο του μετανάστη; Προβάλλει επάνω του τα στερεότυπα ή μήπως αντιθέτως κλείνει προγραμματικά τα μάτια σε κάθε στερεοτυπικό στοιχείο; Πώς χειρίζεται τη διαφορετικότητα του μετανάστη που δεν είναι μονοσήμαντη;

«Οι Ολλανδοί εξαιτίας του αποικιοκρατικού παρελθόντος μας έχουμε έρθει σε επαφή με πολλές κουλτούρες και είμαστε διάσημοι για την ανεκτικότητά μας απέναντι στους ομοφυλόφιλους, στις πόρνες, στους διακινητές μαλακών ναρκωτικών. Είμαστε όμως και έμποροι, διάσημοι για τη σχέση μας με το χρήμα και όταν μπαίνει το χρήμα στη μέση η ανεκτικότητα εξαφανίζεται, όπως έγινε με την εμφάνιση της κρίσης»
εξηγεί ο Φερχούφεν. Με την παράστασή του επιχειρεί να διερευνήσει τις μετακινήσεις των ορίων της ανεκτικότητας στις λεγόμενες διαπολιτισμικές σύγχρονες κοινωνίες και να αναδείξει τις αντιφάσεις της εποχής μας, το πώς «παρότι είμαστε συνδεδεμένοι με όλον τον κόσμο με το Διαδίκτυο και τα κινητά μας και φορούμε τα ίδια ρούχα, στην πραγματικότητα είμαστε εσωστρεφείς, κλεισμένοι στην οικογένεια, στην κοινότητα, στη γλώσσα μας. Είναι μια στάση παλιομοδίτικη και μη ρεαλιστική στην εποχή μας».

HeliosPlus

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk