«Απεχθάνομαι τις γυναίκες που ξυρίζονται και τους ενοχλητικούς ανθρώπους. Απεχθάνομαι τα ρολόγια, τις αλυσίδες, τα δαχτυλίδια –ό,τι μπορεί να ενοχλήσει τον λαιμό μου, τους καρπούς των χεριών μου και τους αστραγάλους μου. Απεχθάνομαι ό,τι μπορεί να βάλει κανείς στις τσέπες του –τα σημειωματάρια, τα κλειδιά, τα πορτοφόλια, τα χαρτιά…».
Στη δεκαετία του 1960 ο Πίτερ Ο’ Τουλ, που σε ηλικία 81 ετών πέθανε την περασμένη Κυριακή στο Λονδίνο, θεωρούνταν ο πλέον αυθάδης ηθοποιός του αγγλοσαξονικού κινηματογράφου. Από τα παραπάνω λεγόμενά του αντιλαμβάνεται κανείς πόσο ανεξάρτητος ήταν. Ηταν επίσης πότης (στα όρια του αλκοολισμού) και εξαιρετικά αθυρόστομος. Σε μια προσωπογραφία του δημοσιευμένη το 1965 στο γαλλικό περιοδικό «Paris Match» ο συντάκτης αναφέρει ότι οι βλαστήμιες του Πίτερ Ο’ Τουλ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ήταν τόσο πολλές και τόσο «βαριές» που «δεν μπορούν να δημοσιευθούν». Στο ίδιο άρθρο ο συντάκτης αναφέρει ότι η «αγάπη του Πίτερ Ο’ Τουλ για τη ζωή αγγίζει ορισμένες φορές τα όρια του παραλογισμού».
Για μια μεγάλη περίοδο ο Ο’ Τουλ ήταν ο φόβος και ο τρόμος των λονδρέζικων παμπ, όπου είτε μόνος είτε με παρέα προκαλούσε ατελείωτους καβγάδες έχοντας καταναλώσει τεράστιες ποσότητες αλκοόλ. Πολλές φορές, μαζί με τους φίλους του, τον (συμμαθητή του στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών) Ρίτσαρντ Χάρις και τον Ολιβερ Ριντ. Και φυσικά ο Πίτερ Ο’ Τουλ έλεγε πάντοτε τα πράγματα ακριβώς όπως τα ένιωθε.
Για τον Πίτερ Ο’ Τουλ η Ιρλανδία, στην οποία γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου 1932 (Κονεμάρα Κάουντι Γκάλεϊ) αλλά από την οποία έφυγε σύντομα με τους γονείς του για το Γιόρκσιρ της Αγγλίας, ήταν «ένας παράξενος τόπος που ξυπνά τη φαντασία σου και μετά σε συνθλίβει». Του άρεσε να λέει ότι η Ιρλανδία έχει φέρει στον κόσμο τους μεγαλύτερους ποιητές, τους μεγαλύτερους δραματουργούς, όπως ο Οσκαρ Γουάιλντ, ο Ρίτσαρντ Σέρινταν, ο Ολιβερ Γκόλντσμιθ, ο Σάμουελ Μπέκετ, ο Τζορτζ Μπέρναντ Σο, ο Σον Ο’ Κέσεϊ, ο Μπρένταν Μπίαν, ο Τζέιμς Τζόις. «Ολοι τους εγκατέλειψαν αυτό το νησί και τα έργα τους τα έγραψαν στο εξωτερικό. Η Ιρλανδία έχει μόνο μία εξαγωγή: άνδρες».
Στην ιδιωτική ζωή του ο Ο’ Τουλ δεν έκανε και τόσο πολλή παρέα με ηθοποιούς ή άλλους καλλιτέχνες. Παρέες του ήταν πυγμάχοι, πρωταθλητές του ράγκμπι, μουσικοί της τζαζ και έμποροι αλόγων.
Η λαϊκή καταγωγή του δεν τον εγκατέλειψε ποτέ ακόμη και όταν στα 30 του, το 1962, έγινε διεθνής αστέρας του κινηματογράφου, αμέσως μετά την εμφάνιση στις αίθουσες της ταινίας «Ο Λόρενς της Αραβίας». Πρωτοπήγε στις κούρσες αλόγων όταν ήταν μόλις τεσσάρων ετών, παρέα με τον μπουκμέικερ πατέρα του, και άρχισε να εργάζεται ως «ντόκερ» στις όχθες του Τάμεση όταν ήταν μόλις δεκατριών. Ηταν ασθενικό παιδί και η υγεία του ταλαιπωρήθηκε από περιτονίτιδα, φυματίωση και διάφορες οφθαλμολογικές παθήσεις. Επίσης ήταν ψευδός και τραυλός. Χρειάστηκε να κάνει τη θητεία του στο Πολεμικό Ναυτικό, να συμπλακεί με έναν σουηδό αστυνομικό στη Στοκχόλμη και να του… κοπεί η γλώσσα, την οποία του έραψαν στο νοσοκομείο, για να απαλλαγεί ξαφνικά από το τραύλισμα και το ψεύδισμα που τον βασάνιζαν.
Αργότερα δεν σταμάτησε τον ιππόδρομο, αν και πλέον ήταν ο ίδιος παίκτης και μάλιστα φανατικός εχθρός των «αμοιβαίων στοιχημάτων». «Είναι πιο ανθρώπινο να παίζεις μόνο με μπουκμέικερς» έλεγε. Ο ιππόδρομος του άνοιξε την πόρτα στη δημοσιογραφία και στα 14 του τον προσέλαβαν για βοηθό ιπποδρομιακού συντάκτη σε λονδρέζικη εφημερίδα. Και τότε τον τσίμπησε η μύγα του θεάτρου. «Κάθε Δευτέρα συνόδευα τον θεατρικό κριτικό της εφημερίδας στο θέατρο» ομολόγησε ο ίδιος αργότερα. «Τότε άρχισα να κυριεύομαι από το πάθος του θεάτρου».
Τα μεταγενέστερα χρόνια, παρ’ ότι εκπρόσωπος μιας παλαιότερης γενιάς ηθοποιών, ο Ο’ Τουλ δεν ανήκε στους «κλασικούς» νοσταλγούς της «παλιάς, καλής εποχής», όπως συνηθίζουν οι περισσότεροι να αποκαλούν τα χρόνια της επαγγελματικής νιότης τους. Ηταν της γνώμης ότι η σωστή χρήση της τεχνολογίας βοηθά τους καλλιτέχνες να κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους. Μία από τις ιστορίες που χρησιμοποίησε για να τεκμηριώσει αυτή την άποψη αφορούσε τα γυρίσματα του «Λόρενς της Αραβίας» και την απελπιστική μεταφορά ενός τρένου από την Ευρώπη στην Αφρική: «Για να μεταφέρουμε αυτό το τεράστιο “τσαφ-τσουφ” ερείπιο από τη Γερμανία στην Αφρική, έπρεπε να διασχίσουμε όλη την Ευρώπη, να φθάσουμε στα νότια της Ιβηρικής χερσονήσου, να καταστρέψουμε κάθε χωριό, κάθε δρόμο και κάθε σιδηροδρομικό σταθμό στο διάβα μας, να βάλουμε με τα χίλια ζόρια το τρένο στο πλοίο στην Αλμερία, να ταξιδέψουμε κάτω από απαίσιες καιρικές συνθήκες στο Μαρόκο και να το… ανατινάξουμε! Ξέρετε πώς νιώθαμε τότε; Βαρεμάρα, βαρεμάρα και πάλι βαρεμάρα! Σήμερα είναι ευτύχημα που όλος αυτός ο κόπος και όλη αυτή η ανία μπορούν να αποφευχθούν με τη βοήθεια του υπολογιστή. Το ζήτημα είναι αν ο καλλιτέχνης έχει την ικανότητα να εκμεταλλευθεί και να αξιοποιήσει αυτή την τεχνολογία, η οποία άλλωστε στις μεγάλες στιγμές μιας ταινίας δεν είναι καν απαραίτητη».

Ο Ολίβιε και τα Οσκαρ
Στη μοναδική φορά που για λογαριασμό του «Βήματος» είχα την τύχη να συναντήσω από απόσταση αναπνοής τον Πίτερ Ο’ Τουλ, τον Μάιο του 2004, στο ξενοδοχείο «Essex» της Νέας Υόρκης, τεράστια εντύπωση μου είχε κάνει η άρνηση που είχε πλέον για το θέατρο. Το είχε διαγράψει πλήρως από το σύστημά του. «Δεν πηγαίνω πια στο θέατρο γιατί πολύ απλά βαριέμαι θανάσιμα» είχε πει. «Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι συμβαίνει στη θεατρική σκηνή της Νέας Υόρκης, αλλά το θέατρο στο Λονδίνο είναι σκέτο νεκροταφείο. Εγώ είμαι μοντέρνος άνθρωπος. Από το να πηγαίνω σε κηδείες προτιμώ να σπαταλώ ατελείωτες ώρες σπίτι μου παίζοντας με το remote control του βίντεο».
Λόγια ενός ηθοποιού που επάνω στη σκηνή του θεάτρου έβγαζε μια εικόνα έτη φωτός διαφορετική από εκείνη της ιδιωτικής ζωής του. Στη δεκαετία του 1960 ο Ο’ Τουλ είχε κερδίσει τον τίτλο του διαδόχου του σερ Λόρενς Ολίβιε σε σαιξπηρικούς ρόλους αλλά ήταν εξίσου εξαιρετικός σε ρόλους γάλλων δραματουργών όπως του Μολιέρου και του Ανούιγ. Ο Ολίβιε, άλλωστε, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου του Ο’ Τουλ, τον είχε μάθει ποιο είναι ακριβώς το επάγγελμα του ηθοποιού: «Να χωρέσεις τις λέξεις στη σάρκα σου ή μάλλον να φτιάξεις με λέξεις σάρκα και αίμα. Μου έμαθε ακόμη να ξέρω τον εαυτό μου. Το μεγάλο εμπόδιο στη δουλειά του ηθοποιού είναι ο ναρκισσισμός. Ο Λάρι μου έμαθε το πιο σκληρό κόλπο που υπάρχει στον κόσμο: να κοιτάζομαι κάθε πρωί επί μία ώρα σε έναν καθρέφτη που να φωτίζεται από ισχυρότατους προβολείς. Το έντονο φως στο πρόσωπό σου σού δίνει μια ακριβέστατη εικόνα του εαυτού σου. Καμία αυταπάτη, καμία υπεκφυγή. Κάθε προσποίηση είναι μάταιη».
Ο «Λόρενς της Αραβίας» χάρισε στον Πίτερ Ο’ Τουλ την πρώτη από τις οκτώ υποψηφιότητές του για Οσκαρ, ένα βραβείο που δεν κέρδισε ποτέ. Σε ό,τι αφορά αυτό το βραβείο, η αντίδρασή του προς την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου όταν τον επέλεξε για μια βράβευση με ειδικό τιμητικό Οσκαρ 2003 υπήρξε μάλλον ειρωνική, παρ’ ότι αργότερα τα «μπάλωσε»: «Εφόσον παραμένω στο “παιχνίδι” της σοουμπίζ και εφόσον υπάρχει πιθανότητα να τον κερδίσω κάποια στιγμή τον μπαγάσα τον Οσκαρ, μήπως η Ακαδημία θα μπορούσε να περιμένει ως τα 80 μου;» είχε πει τότε στη σκηνή της τελετής. Οι υπόλοιπες υποψηφιότητες ήταν για τις ταινίες «Μπέκετ» (1964), «Το λιοντάρι του χειμώνα» (1968), «Αντίο, κύριε Τσιπς» (1969), «Η άρχουσα τάξη» (1972), «Στάντμαν: Ενας ριψοκίνδυνος δραπέτης» (1980), «Η αγαπημένη μου χρονιά» (1982) και «Venus» (2006).

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ