• Αναζήτηση
  • ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

    ΛΕΝΑ ΜΑΝΤΑ Δεν με νοιάζει να με λένε Αρλεκιν

    Γεννήθηκε στην Πόλη το 1964. Ηρθε με τους γονείς της στην Αθήνα πέντε χρόνια αργότερα. Πολύ σύντομα χώρισαν και η Λένα έζησε μόνη στους Αμπελοκήπους με τη μητέρα της, η οποία έκανε χίλιες δουλειές για να τη μεγαλώσει, από μοδίστρα ως εργοδηγός. Η πραγματικότητα δεν την κάλυπτε και τις ώρες που έμενε μόνη της ταξίδευε με τη φαντασία της και έγραφε ιστορίες. Ενα παραμύθι στα εννιά της, μικρά διηγήματα αργότερα, αισθηματικές νουβέλες στην εφηβεία. Στα δεκαεννιά της γνώρισε τον Γιώργο Μαντά, επιχειρηματία που εκδίδει περιοδικά για οικοδομές, ο οποίος δύο χρόνια αργότερα έγινε σύζυγός της και τον ακολούθησε στο Καπανδρίτι.

    Γεννήθηκε στην Πόλη το 1964. Ηρθε με τους γονείς της στην Αθήνα πέντε χρόνια αργότερα. Πολύ σύντομα χώρισαν και η Λένα έζησε μόνη στους Αμπελοκήπους με τη μητέρα της, η οποία έκανε χίλιες δουλειές για να τη μεγαλώσει, από μοδίστρα ως εργοδηγός. Η πραγματικότητα δεν την κάλυπτε και τις ώρες που έμενε μόνη της ταξίδευε με τη φαντασία της και έγραφε ιστορίες. Ενα παραμύθι στα εννιά της, μικρά διηγήματα αργότερα, αισθηματικές νουβέλες στην εφηβεία. Στα δεκαεννιά της γνώρισε τον Γιώργο Μαντά, επιχειρηματία που εκδίδει περιοδικά για οικοδομές, ο οποίος δύο χρόνια αργότερα έγινε σύζυγός της και τον ακολούθησε στο Καπανδρίτι. Μητέρα δύο παιδιών, ενός γιου 24 ετών και μιας κόρης 19 ετών σήμερα, όταν τα πράγματα σκούραιναν στην καθημερινότητά της, κατέφευγε στο γράψιμο. Και αν τότε ήταν διέξοδος, σήμερα είναι αγαπημένη συνήθεια. Δεν είναι ο πρόλογος από κάποιο μυθιστόρημα, είναι η ζωή της Λένας Μαντά σε περίληψη. Ανατολίτισσα πληθωρική, είναι μια σύγχρονη εκδοχή της Λωξάντρας, που θα φροντίσει το σπιτικό του άντρα της, θα μαγειρέψει στα παιδιά της, θα παρηγορήσει τις φίλες της και στο τέλος θα αφηγηθεί στις χιλιάδες Ελληνίδες που τη διαβάζουν μια χορταστική ιστορία με αισιόδοξο τέλος, γιατί η σύγχρονη γυναίκα είναι κουρασμένη πολύ και έχει ανάγκη από μια γλυκιά κουβέντα.

    «Μιλάω πολύ, γελάω πολύ, κλαίω πολύ, τρώω πολύ, γράφω πολύ, όλα στη ζωή μου είναι πολύ» εξομολογείται γελώντας. Και πουλάει πολύ, θα συμπληρώσουμε, όπως δείχνουν οι αριθμοί. Εκδίδει ένα βιβλίο κάθε χρόνο, το οποίο μπαίνει αμέσως στις λίστες των μπεστ σέλερ με δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα. Σε μια χώρα και σε μια εποχή όπου όλοι μιλούν για κρίση του βιβλίου η επιτυχία της Λένας Μαντά είναι φαινόμενο. Τη συναντήσαμε, μαζί με την κόρη της, ένα απόγευμα στο Τhe Μall και μιλήσαμε μαζί της για τη ζωή και τα βιβλία της λίγο προτού ξεκινήσουν τα καλοκαιρινά ψώνια τους.

    – Πώς ξεκινήσατε να γράφετε; «Ηταν μια εποχή γύρω στο 1994-1996- πρέπει να έπεσα σε κακή εκδοτική συγκυρία, δεν εξηγείται αλλιώς- που ό,τι διάβαζα δεν μου άρεσε. Αποφάσισα λοιπόν να γράψω κάτι που να μου αρέσει να διαβάσω. Ετσι γράφτηκε το πρώτο βιβλίο, για δική μου ψυχαγωγία. Δεν είχα σκοπό να το πάω σε εκδότη. Ο άντρας μου ήταν εκείνος που πήρε την πρωτοβουλία γιατί σκέφτηκε ότι ήταν πολύ καλό για να μείνει σε ένα συρτάρι».

    – Ο σύζυγός σας είναι ο πρώτος σας αναγνώστης;

    «Ο πρώτος αναγνώστης και ο πρώτος επιμελητής. Διαβάζει ό,τι γράφω κάθε μέρα το βράδυ που γυρίζει στο σπίτι και, αφού τελειώσω το βιβλίο, το ξαναδιαβάζει άλλη μία φορά. Μετά σειρά έχουν όλοι οι υπόλοιποι, ο γιος μου και απαραιτήτως η μαμά μου, η οποία μου σημειώνει και αναλυτικές παρατηρήσεις σε αυτοκόλλητα χαρτάκια».

    – Εκδίδετε ένα βιβλίο κάθε Μάιο.Γράφετε βιβλία για το καλοκαίρι;

    «Μάιο βγήκε το “Βαλς με δώδεκα θεούς” που είχε επιτυχία και θεώρησα τον μήνα γούρι που δεν υπάρχει λόγος να αλλάξω. Είναι αλήθεια βέβαια ότι ο κόσμος διαβάζει περισσότερο το καλοκαίρι γιατί έχει χρόνο και είναι πιο χαλαρός. Τα βιβλία μου έχουν ποικίλη θεματολογία βγαλμένη από τη ζωή, μου αρέσουν οι διάλογοι, οι γρήγορες εναλλαγές, αποφεύγω τις μακροσκελείς αναλύσεις και τις περιγραφές, δεν μου αρέσουν οι μπερδεμένες καταστάσεις, θέλω ένα τέλος ελπιδοφόρο που να αφήνει μια ωραία γεύση. Ολα αυτά καθιστούν τα βιβλία μου πιο ευανάγνωστα, αλλά δεν αναιρούν τα μηνύματα που περνούν στον αναγνώστη. Ο ανάλαφρος τρόπος γραφής δεν κάνει ένα βιβλίο καλοκαιρινό». – To κοινό σας ποιο είναι; Είναι αποκλειστικά γυναικείο,όπως λέγεται; «Το μεγαλύτερο μέρος αποτελείται όντως από γυναίκες, αυτό δεν αναιρείται. Αλλά από τα μέιλ και τις επιστολές που λαμβάνω βλέπω ότι έχω και πολλούς άντρες αναγνώστες, ειδικά όταν ο πρωταγωνιστής ενός βιβλίου είναι άντρας, όπως στην “Αλλη πλευρά του νομίσματος” και στο “Τελευταίο τσιγάρο”». – Εχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά ηλικιακά,μορφωτικά και οικονομικά όλοι αυτοί;

    «Δεν έχω καταλάβει κάτι τέτοιο. Από όσους μου γράφουν οι περισσότεροι σημειώνουν και ηλικία και επάγγελμα. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, έχω αναγνώστες από 13 ετών, πολλά παιδιά στην εφηβεία, ως 78 ετών. Μπορώ όμως να πω ότι έχω πολλή πέραση στον ιατρικό κλάδο».

    – Τι λένε ότι τους ελκύει στα βιβλία σας: οι ιστορίες,οι χαρακτήρες; Ταυτίζονται μαζί τους ή δραπετεύουν βιώνοντας καταστάσεις που η ζωή δεν τους προσέφερε;

    «Νομίζω ότι είναι όλα μαζί. Μου λένε ότι οι ήρωες είναι οικείοι, αναγνωρίσιμοι και ότι κάνουν σκέψεις που κάποτε πέρασαν και από το δικό τους το μυαλό. Κάποιοι ταυτίζονται μαζί τους. Αλλοι βρίσκουν στις ιστορίες μου απαντήσεις σε κάτι δικό τους. Αλλοι ξεφεύγουν έτσι από τα προβλήματά τους και τα κοιτούν από απόσταση καθαρότερα. Το ταξίδι ψυχής αποζητούν όλοι, όπως καταλαβαίνω. Παραμύθια δεν χρειάζονται μόνο τα παιδιά, και η δική μας η ψυχή, των ενηλίκων, έχει ανάγκη μια καραμέλα για να γλυκάνει όταν στην καθημερινότητα δεν παίρνουμε ανάσα».

    – Δεδομένου ότι έχετε ένα μεγάλο φανατικό κοινό που απαρτίζεται κυρίως από γυναίκες,όπως είπατε και η ίδια,το συμπέρασμα είναι ότι γνωρίζετε καλά τη σύγχρονη Ελληνίδα.Ποια είναι;

    «Είναι ένας δρομέας με χιλιάδες ιδιότητες που έκοψε το νήμα αλλά συνεχίζει να τρέχει. Εχει κουραστεί πολύ, έχει δώσει πολύ από τον εαυτό της και της τελειώνουν τα αποθέματα και εκεί είναι το επικίνδυνο. Γι΄ αυτό έχουν δυσκολέψει οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα. Οι σύγχρονες Ελληνίδες τα προλαβαίνουν όλα αλλά νιώθουν και πολλή μοναξιά. Και αναρωτιέμαι πού είναι οι σύντροφοί τους. Χαμένοι στην καθημερινότητα κι αυτοί…».

    – Τι έχει ανάγκη η γυναίκα αυτή; «Εχει ανάγκη από αγάπη και κατανόηση, να την ακουμπήσουν στον ώμο και να της πουν: “Εκτιμώ όσα κάνεις”. Δεν υπάρχει χειρότερο από την αχαριστία ή από το να σε παίρνουν ως δεδομένο. Εκεί είναι που οι γυναίκες βγαίνουν εκτός εαυτού».

    – Είστε στις λίστες των μπεστ σέλερ αλλά δεν συχνάζετε στις διπλανές στήλες των βιβλιοκριτικών.Σας πειράζει αυτό; «Καθόλου, το καταλαβαίνω. Ενας βιβλιοκριτικός οφείλει να ασχολείται με όλα τα βιβλία που κυκλοφορούν, ειδικά σήμερα που το βιβλίο έχει ανάγκη από σοβαρή υποστήριξη. Δεν υπάρχει λόγος λοιπόν να ασχοληθεί με τα ευπώλητα, που ούτως ή άλλως πουλάνε, αλλά με βιβλία που είναι καλά και χρειάζεται να τα γνωρίσει ο κόσμος».

    – Πώς πουλάνε αυτά τα ευπώλητα αν δεν προβάλλονται από τα μέσα;

    «Διαφημίζονται από στόμα σε στόμα. Δεν υπάρχει καλύτερη διαφήμιση από την κουβέντα του ευχαριστημένου αναγνώστη».

    – Η δική σας μεγάλη επιτυχία πότε ξεκίνησε;

    «Η μεγάλη άνοδος άρχισε μετά το “Σπίτι δίπλα στο ποτάμι”. Εκεί με ανακάλυψαν όλοι και άρχισε ένα τρελό κυνήγι, με συνεντεύξεις κτλ., γιατί ο κόσμος ήθελε να γνωρίσει ποια τέλος πάντων είναι αυτή η Μαντά. Με ανακάλυψαν τότε ως και οι βιβλιοκριτικοί, που μακάρι να μη με είχαν ανακαλύψει, γιατί άρχισαν και τα χτυπήματα κάτω από τη ζώνη».

    – Ανήκετε στη ρομαντική λογοτεχνία; «Τα βιβλία μου δεν είναι μόνο ρομαντικά. Στο “Τελευταίο τσιγάρο” μιλάω για οικονομικές καταστροφές, νευρική ανορεξία, σχέσεις γονιών- παιδιών, σχέσεις συζύγων, πού ακριβώς είναι το ρομαντικό; Αυτά δεν είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στη ζωή οι ίδιοι, οι συγγενείς μας, οι φίλοι μας; Σε κάθε βιβλίο βλέπει ο καθένας ό,τι θέλει να δει. Αν είναι προκατειλημμένος, θα δει το βιβλίο κάτω από αυτό το ρομαντικό πρίσμα, αλλιώς θα βρει μέσα του πολύ περισσότερα. Είμαι οπαδός της άποψης “τα μυαλά και τα αλεξίπτωτα δουλεύουν καλύτερα όταν είναι ανοιχτά”».

    – Τι απαντάτε σε όσους σας κατατάσσουν στη λεγόμενη ροζ λογοτεχνία ή στην παραλογοτεχνία;

    «Κάνω έντιμα τη δουλειά μου, αυτό απαντώ. Θαυμάζω όσους γράφουν άλλα πράγματα, αλλά εγώ αυτό αγαπώ να διαβάζω και να γράφω και αυτό κάνω δίνοντας ό,τι καλύτερο έχω μέσα μου. Μου γράφουν πολλοί και μου λένε: “Δεν έπιανα βιβλίο στα χέρια μου, με κάνατε και μπήκα στο βιβλιοπωλείο”. Αν είμαι το σκαλοπάτι για να αγαπήσει κανείς την εσωτερική διεργασία της ανάγνωσης, ας λένε ό,τι θέλουν. Γιατί μετά τη Μαντά θα ζητήσει και κάτι ακόμη, και κάτι ακόμη. Και θα γίνει αναγνώστης. Ας με κατατάξουν όπου θέλουν. Αλλωστε ο χρόνος θα δείξει πού ανήκει ο καθένας μας».

    «ΜΕ ΑΓΓΙΖΟΥΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ»

    – Υπάρχουν αναφορές στον Τύπο που σας ενόχλησαν;

    «Δεν θίγομαι με όσα γράφονται για τα βιβλία μου. Δεν μπορεί να αρέσει κανείς σε όλους. Με έκανε έξαλλη όμως κείμενο κριτικού που υποτίμησε το αναγνωστικό κοινό μου με εκφράσεις που δεν θα χρησιμοποιούσε ένας κύριος για μια γυναίκα. Δεν με νοιάζει αν λένε ότι η Μαντά γράφει παιδαριώδη ή γράφει Αρλεκιν, τόσα έχω ακούσει, εκείνο όμως ήταν ένα κείμενο που θεωρώ ότι δεν το άξιζα».

    – Αρλεκιν,που αναφέρατε, ή ρομαντική λογοτεχνία της Βρετανίδας Μπάρμπαρα Κάρτλαντ ή της Αμερικα νίδας Νόρα Ρόμπερτς διαβάζετε;

    «Διάβαζα πολλά στην εφηβεία μου.Η Κάρτλαντ στα 14 και στα 15 ήταν θεσμός».

    – Τι διαβάζετε σήμερα; «Δεν διαβάζω ξένη λογοτεχνία.Τ ο λέω αστειευόμενηαλ λά ουσιαστικά το πιστεύω -,τους ξένους να τους διαβάσουν οι ξένοι.Με αγγίζ ουν περισσότερο οι έλληνε ς συγγραφείς, τα θέματά τους,ο τρόπος που τα πραγμα τεύονται. Αγάπησα πάρα πολύ την Ευγενία Φακίνου, λάτρεψα τα αστυνομικά του Δημήτρη Μαμαλούκα που τα γνώρισα μέσω της μπλογκ όσφαιρας.Ετσι γνωρίστηκ α και με τα βιβλία του Νίκ ου Διακογιάννη. Αγαπώ πολ ύ την Πασχαλία Τραυλού, τον Γιώργο Πολυράκη,την Ελένη Τσαμαδού,είναι συγγ ραφείς που διαβάζω καθετί που γράφουν,επίσης την Κύπρια Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπ ούλου,την Πένυ Παπαδάκη, είναι πολλοί ακόμ η…».

    Βιβλία