– Εχετε ταλέντο στην επιλογή τίτλων. «Χαίρομαι που το λέτε, ξεπηδάνε μόνοι τους από την ιστορία ή από τον τόνο του βιβλίου».

– Αυτή τη φορά ο τόνος σας είναι περιπαικτικός.

«Ο τόνος είναι πικρός ευτράπελος. Το «Ξιφίρ Φαλέρ» είναι τίτλος επιθεώρησης που δεν περιγράφεται καθόλου στο βιβλίο. Ο όρος αυτός κατέληξε να σημαίνει δύο αντιφατικά πράγματα και επειδή και η ιστορία είναι δύο διαφορετικά πράγματα, νομίζω ότι ταίριαξε καλά. Το ένα ήταν άρατα μάρατα, κουλουβάχατα, ασυναρτησίες, και το άλλο ήταν σπουδαία πράγματα. Επειδή όλη αυτή η κατάσταση που περιγράφω είναι από τη μια μεριά ένα απίστευτο ανακάτεμα, που εμφανίζεται αστεία, από την άλλη μεριά όμως δεν ήταν καθόλου αστεία πράγματα γιατί τα πληρώσαμε πολύ σκληρά. Ο τίτλος έχει ακριβώς αυτή τη διπρόσωπη διάσταση».

-Διακωμωδείτε τους διπλωματικούς χειρισμούς της χώρας και γελοιοποιείτε εντελώς τον ρόλο των ξένων κατασκόπων στον ΑΔΠαγκόσμιο Πόλεμο.

«Οχι τελείως, γιατί τα δεδομένα αλλάζουν στο τέλος. Ενα πράγμα που ήθελα να πω είναι πως είναι λάθος να τα παίρνουμε στα ελαφρά αλλά τελικά ο ισχυρός σού δίνει μια και σε πετάει. Αυτό το πράγμα ο καθένας μας το ξέρει. Ηθελα να ξαναθυμίσω πράγματα που είχαμε ξεχάσει ή δεν τα μάθαμε ποτέ, ότι εκείνη την περίοδο, στον ΑΔΠαγκόσμιο, που ήταν ένας πολύ αρπακτικός πόλεμος, πουλιούνταν και αγοράζονταν κομμάτια της πατρίδας μας και παραπέμπουν σε ανησυχίες που έχουμε και σήμερα».

– Η ιστορία και η σύγχρονη πολιτική έχουν πολλές αναλογίες…

«…που είναι τρομακτικές. Ηθελα αυτά τα πράγματα να τα ξαναφέρουμε στον νου μας για να θυμόμαστε ότι ο ξένος είναι χειρότερος εχθρός απ΄ ό,τι μπορεί να είναι ο ντόπιος αντίπαλός σου, με τον οποίο κάποια στιγμή μπορεί να συνεννοηθείς. Ο ξένος όμως δεν αστειεύεται. Επειτα τα πράγματα είναι ρευστά, όταν ξαναδιαβάζεις αυτές τις ιστορίες, σε πιάνει μια ανάγκη να πεις “μην ξενοιάζετε, δεν μπορείτε να ξενοιάζετε”. Ισως στην περιοχή μας δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί πράγματα τα οποία σε όλη τη Δυτική Ευρώπη ελπίζουμε ότι έχουν αποκρυσταλλωθεί, όπως συμβαίνει στις σχέσεις Αγγλίας- Γαλλίας τα τελευταία 50 χρόνια. Αρα είναι επίκαιρο».

– Πώς προχωράτε στην ανασύσταση της εποχής;

«Με μια μέθοδο που έχω σιγά σιγά δημιουργήσει. Δεν διαβάζω κριτικές εκ των υστέρων, δεν διαβάζω Ιστορία γιατί αυτό είναι πώς βλέπουμε με την οπτική γωνία του 2000 ή του 1980. Διαβάζω εφημερίδες της εποχής, ευτυχώς τώρα πολλές από αυτές είναι προσιτές και πράγματα που γράφτηκαν περίπου εκείνη την εποχή. Δηλαδή αυτά τα απομνημονεύματα των κατασκόπων είναι από τη μια μεριά πολύ διασκεδαστικά, είναι όμως και πολύ εκνευριστικά. Ερχονται και κάνουν οι ξένοι κουμάντο στον τόπο σου και υπερηφανεύονται κιόλας. Προσπαθώ να καταλάβω τον οπτικό ορίζοντα που είχαν οι άνθρωποι της εποχής εκείνης».

– Πέρα από τα ιστορικά και πραγματολογικά δεδομένα,θεωρείτε ότι οι χαρακτήρες που σκιαγραφείτε στέκουν στην εποχή τους; Μια γυναίκα σαν την Κάτε, τόσο ελεύθερη, θα μπορούσε να κυκλοφορήσει στην Αθήνα τότε;

«Ξέρετε, έχουμε μια στραβή ιδέα για το πόσο ανελεύθεροι ήταν οι άνθρωποι. Και αταξίες έκαναν- δηλαδή οι κυρίες είχαν φίλους, έχουμε και διάσημα παραδείγματα πολιτικών που είχαν φιλενάδες- και χώριζαν και διαζύγια έπαιρναν και δραστήριες ήταν. Αν ρίξει μια ματιά κανείς στο τι έχει κάνει το Λύκειο των Ελληνίδων, είχαν μπει στον χώρο της δουλειάς σε υψηλές θέσεις. Ηταν μεν λίγες αλλά δεν είναι μια κατάσταση απολύτου απουσίας γυναίκας και επομένως μπορώ πολύ καλά να φανταστώ μια γυναίκα σαν την Κάτε που φλερτάρει με τους πάντες, που οδηγεί αυτοκίνητο. Υπήρχαν. Η Κάτε εμφανίζεται λίγο και στο προηγούμενο βιβλίο μου, τη “Θέκλη”, εμφανίζεται στην αρχή και στο τέλος. Το διασκέδαζα πάντως, να φτιάχνω ένα πρόσωπο που φλερτάρει διαρκώς, γι΄ αυτό και αφήνω διφορούμενη την επιλογή της στο τέλος, δεν ξέρουμε αν θα παντρευτεί το έναν ή θα αρχίσει να φλερτάρει με το άλλον. Πάντως κάποιοι χαρακτήρες είναι σχεδιασμένοι πάνω σε πρόσωπα της εποχής».

– Για κάθε χαρακτήρα σας διατηρείτε έναν προσωπικό τρόπο έκφρασης. «Οταν έχεις διαβάσει το μεγάλο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα βλέπεις σε πόσο πολύ μεγαλύτερο βαθμό το μπορούσαν, αλλιώς μιλάει ο άνθρωπος της πόλεως, αλλιώς της εξοχής. Είναι μια αχνή προσπάθεια, ανάλογα με τα μέτρα των δυνάμεών μου να μιμηθώ αυτά τα πρότυπα, με τις απαιτήσεις και τα καθήκοντα που διαγράφηκαν τότε».

– Δεν σας ενδιαφέρει καθόλου η μετάβαση σε ένα άλλο αφηγηματικό είδος;

«Δεν νομίζω ότι θα το μπορώ κιόλας. Δεν έχω τόσο πολύ χρόνο μπροστά μου ώστε να κάνω πειραματισμούς και υπάρχουν τόσο πολλές στιγμές ιστορικές που θα ήθελα να τις αναδείξω και να τις χαρούν οι άλλοι όπως εγώ τις χαίρομαι. Αυτή τη στιγμή διαβάζω ένα βιβλίο για τον Βασιλικό Κήπο και λέω, κοίταξε πόσα θαυμάσια πράγματα μας έχουν συμβεί και δεν τα χαιρόμαστε. Φαντάσου ο Οθων να μην είχε παντρευτεί την Αμαλία και να είχε παντρευτεί τη Σίση, που ήταν θεόζουρλη η κακομοίρα. Αντ΄ αυτού είχαμε ένα κοριτσάκι που προερχόταν από μια οικογένεια που της άρεσαν οι κήποι και έφτιαξε έναν υπέροχο κήπο. Αυτή δεν είναι μια πολύ ωραία στιγμή να τη βγάλεις και να την αναπαραστήσεις; Τα άλλα, την αυτόματη γραφή και αυτά, δεν τα έχω απολαύσει ποτέ. Ομολογώ τη μεγάλη αδυναμία μου να προσεγγίσω την ποίηση τη μοντέρνα. Είναι αδυναμία, δεν το καμαρώνω. Κυρίως όμως αισθάνομαι ότι δεν έχω καιρό».

– Δεν σταματάτε όμως το ψάξιμο, ήδη αναζητείτε άλλο θέμα βιβλίου. «Βγαίνουν από μόνα τους. Πολλές φορές ξεπετάγεται κάτι, ξεκινάς την έρευνα και λες “δεν μπορώ”. Παλιότερα είχα σκεφτεί ότι πρέπει να γράψω για τον Καποδίστρια. Με πλήγωνε αυτή η ιστορία τόσο πολύ και με θύμωνε. Για να γράψεις για τον Καποδίστρια πρέπει να γράψεις κυρίως γιατί πήγαν και τον σκότωσαν, ότι πήγαμε και βγάλαμε τα μάτια μας».

– Πάντα πίσω από το βιβλίο σας υπάρχει μια πολιτική ανησυχία.Πάνω στο πολιτικό οικοδόμημα τοποθετείτε τους ήρωες.

«Αυτό γίνεται αυτομάτως κάπως. Ισως, τώρα που το λέτε, δεν με απασχολεί η ψυχολογία των ανθρώπων, είναι οι ιστορικές στιγμές. Μεγάλα ζητήματα τα οποία αισθάνομαι ότι τα έχουμε στραβοκαταλάβει ή όταν τα πλησιάζω εγώ λέω “κοίταξε, από μέσα που το έχω ψάξει είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από όσο φαίνεται απ΄ έξω». – Θεωρείτε ότι τα βιβλία σας διαβάζονται πολύ επειδή ο αναγνώστης μαθαίνει την Ιστορία όπως δεν την είχε μάθει στο σχολείο;

«Εχω μια θεωρία επ΄ αυτού. Το παράπονό μας για όσα δεν μαθαίνουμε στο σχολείο είναι φρούδο. Εχουμε μια ιστορία που το μήκος της δεν το έχει καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα, αρχίζοντας από τους Μυκηναίους. Πώς να μάθεις 4.000 χρόνια με τις λεπτομέρειες; Μέσα σε αυτά τα 4.000 χρόνια η νεωτέρα Ιστορία έχει κάπως παραμεριστεί γιατί δεν ήταν τόσο λαμπρή. Ακόμη όμως και μέσα στην Ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους υπάρχουν πάρα πολλές πτυχές. Εχουμε ανάγκη να βοηθιόμαστε από κάπου και αν το ιστορικό μυθιστόρημα γράφεται σύμφωνα με τις αρχές που γράφω εγώ (που είχε και ο Αγγελος Βλάχος και ο Διονύσιος Ρώμας), που δεν φαντάζομαι αλλά αναβιώνω, είναι ένα σημαντικό βοήθημα».