Και ενώ όλοι έπαιζαν τη μαργαρίτα με τον (τους) κομιστή (-ές) του DVD, τον (τους) μοντέρ του DVD, τουλάχιστον ως την κλήτευση του κ. Ανδριανού από τον ανακριτή, η κυβέρνηση, ή καλύτερα κύκλοι της κυβέρνησης, κατήγγειλε τα μέσα ενημέρωσης για υπερβολή, κιτρινισμό και ύποπτη «αφοσίωση» σε μια υπόθεση, επειδή πουλάει. Δεν αντιλέγω. Η υπερβολή, ακόμη και ο κιτρινισμός, που μπορεί να φτάσει στα όρια του πορνό, είναι συμπτώματα της παθολογίας του Τύπου, και στη μεταπολιτευτική περίοδο της δημοσιογραφίας είχαμε τέτοια παθολογικά φαινόμενα. Μάλιστα τα συμπτώματα αυτά ενδέχεται να προκαλέσουν σοβαρές επιπλοκές, ιδιαίτερα αν το υλικό είναι τόσο πρωτότυπο, τόσο παραφορτωμένο με ινδικό κάρι, επομένως υλικό, εκ των συστατικών του κρινόμενο, κίτρινο, όπως συμβαίνει στην υπόθεση Ζαχόπουλου. Η κυβέρνηση ξέρει βέβαια πολύ καλά ότι άλλη είναι η δική της ατζέντα και άλλη είναι η ατζέντα των μέσων ενημέρωσης και των δημοσιογράφων. Ρίχνει όμως άδεια, μήπως και πιάσει γεμάτα, αν και γνωρίζει ότι εδώ που έχει φτάσει η υπόθεση μια τέτοια προοπτική είναι αδύνατη. Δεν είναι τυχαίο ότι στην υπόθεση αυτή είναι δύσκολο να διακρίνουμε ποιος είναι ο «διάβολος»- υπάρχει τέτοια σύγχυση ρόλων. Ακόμη και ο κ. Ανδριανός έφτασε να επικαλεστεί το δημοσιογραφικό απόρρητο, ενώ γνώριζε πολύ καλά ότι η εργασία του ως κυβερνητικού μετακλητού υπαλλήλου παύει να καλύπτεται από μια τέτοια «αρχή», που έχει πάντοτε σχέση με αποκάλυψηκαι όχι συγκάλυψη- και οπωσδήποτε σε συνδυασμό με την εργασία ενός δημοσιογράφου σε κάποιο Μέσο. Ολοι ψάχνουμε λοιπόν τον «διάβολο», για να παραπέμψουμε στην υπουργό Εξωτερικών κυρία Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία, προφανώς ως παλαιά μαθήτρια της Γερμανικής Σχολής, εισήγαγε και τον Γκαίτε στο ζαχοπουλικό κλίμα των ημερών.
Πάντως η κυβέρνηση δεν πρέπει να ψάχνει αλλού για να βρει τον διάβολό της. Ο διάβολος είναι μέσα της, για να παραπέμψουμε με τη σειρά μας σε άλλη λογοτεχνική σφαίρα, παραφράζοντας βεβαίως το Le diable au corps του Ρεϊμόν Ραντιγκέ. Και ο διάβολος είναι μέσα της από τη στιγμή που η ίδια, δηλαδή αξιωματούχοι της με τις πράξεις τους, έκανε την κυβέρνηση και το πρωθυπουργικό γραφείο- και ίσως αυτό είναι το μείζον- μέρος της υπόθεσης Ζαχόπουλου. Ισως δεν έχει σημασία που δεν ξέρουμε ακόμη το όνομα του κομιστή του DVD (όταν κυκλοφορεί η εφημερίδα μπορεί το όνομά του να έχει γίνει γνωστό). Αλλά ακόμη κι αν το μάθουμε- και όλοι περιμένουμε να το μάθουμε-, το γεγονός δεν θα ελαφρύνει καθόλου τη θέση της κυβέρνησης, δηλαδή την επιλογή της (από επικοινωνιακή ευήθεια; από λάθος στρατηγική;) να γίνει κομμάτι της υπόθεσης Ζαχόπουλου. Οχι πως η κυβέρνηση θα έβγαινε αλώβητη από μια τέτοια υπόθεση, στην οποία πρωταγωνίστησε ένα ισχυρό στέλεχος που δρούσε με την πλήρη κάλυψη του Πρωθυπουργού. Από τη στιγμή όμως που αξιωματούχος του πρωθυπουργικού γραφείου δέχτηκε να παραλάβει το επίμαχο DVD, μονταρισμένο ή αμοντάριστο, δεν έχει σημασία, να συναλλαγεί με τον κομιστή- γιατί θα είμαστε αφελείς να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει συναλλαγή-, να ακολουθήσει «έκθεση» σκηνών του DVD στη δημόσια θέα πρωτοσέλιδων, η κυβέρνηση μετέχει με τη σειρά της σ΄ αυτή την πρωτοφανή ιστορία απόκρυψης και παραποίησης εγκληματικών στοιχείων.



