Οι Αγγλοσάξονες το λένε «hype», και ο όρος συντομογραφεί τη μιντιακή πρακτική που διογκώνει τη σημασία ή την αξία ενός προϊόντος, ενός θέματος ή και ενός προσώπου. Η εντυπωσιοθηρική πλειοδοσία είναι πολύ αρχαιότερη από την καταστατική πράξη της δημοσιογραφίας, αλλά το «hype» προϋποθέτει ειδικά την πλουραλιστική έκρηξη και συγχορδία των Μέσων, όπως την ξέρουμε εδώ και μερικά χρόνια. Αν ο MacLuhan ήταν ακόμη μαζί μας δεν θα ταύτιζε το μήνυμα με το μέσον – το μήνυμα είναι τώρα ο σωρείτης του θορύβου που παράγουν τα Μέσα· και η αξία του μηνύματος μετριέται σε δημοσιογραφικά «ντεσιμπέλ». Οι πηχυαίοι της πρώτης σελίδας και η πλήθουσα τηλεοπτική αγορά με τα κοινόχρηστα παραθύρια της μεριμνούν καλά για αυτό.
Μπορείς, ασφαλώς, να κάνεις θόρυβο με την αποκάλυψη, και τη νηφάλια ανατομία, των γεγονότων, αλλά δεν μπορείς να συντηρήσεις ανταγωνιστικά τον θόρυβο χωρίς την εμπορική δραματοποίησή τους. Δεν πρόκειται για το παλαιό πρόβλημα της χαλκευμένης είδησης, που έχει τόσο κοντά ποδάρια όσο και το κοινό ψέμα· πρόκειται για το πρόβλημα της μυθοπλαστικά δομημένης είδησης που εμφανίζεται ως πλοκή με ανοιχτή δυναμική, αδόκητες τροπές και δυσδιάγνωστη έκβαση, τόσο που δεν είσαι βέβαιος αν ψηλαφείς το οικείο δημοσιογραφικό χαρτί ή το «paperback» ευπώλητου θρίλερ, αν παρακολουθείς ειδησεογραφική εικόνα ή «ντεκουπάζ» κινηματογραφικού σεναρίου, με ορεκτικές δόσεις «σάουντρακ» – εμπρός για Νομπέλ και Οσκαρ δημοσιογραφίας…
Η κουλτούρα του θορύβου προξενεύει την «ποιητική άδεια» στη δημοσιογραφική πραγματολογία, και τα ακροβολισμένα πρόσωπα της χαοτικής επικαιρότητας γίνονται συντεταγμένο «καστ» χαρακτήρων. Είμαστε έτοιμοι, όσο ποτέ άλλοτε, για τις «Ειδήσεις ως μυθιστόρημα» – τίτλος βιβλίου από τον Gordon Burn, που αναμένεται μέσα στο τρέχον έτος και που, σύμφωνα με το προεξαγγελτικό του εκδότη, μεταβολίζει τίτλους και θεματική της ειδησεογραφικής επικαιρότητας σε ατόφια λογοτεχνία. Κάτι ψυχανεμίζονται από τούτη την ιστορία όσοι παράγουν και καταναλώνουν το «πρώτο θέμα» των ημερών.
Αλλά, σοβαρά ή αστεία, η «Ζαχοπουλιάδα» είναι η καλύτερη ευκαιρία που είχαμε μέχρι σήμερα να κατανοήσουμε την «υπερπραγματικότητα» του Jean Baudrillard, του Umberto Eco και των υπολοίπων της μεταμοντέρνας παρέας: σε έναν υπερτεχνολογημένο κόσμο, όπου τα γεγονότα περνούν ακαριαία από την αλήθεια τους στη μιντιακή υψικάμινο, δεν υπάρχει πραγματικό και φανταστικό παρά μόνο η υπέρβασή τους, το υπερ-πραγματικό, το «αυθεντικά κίβδηλο». Πώς να πεις «η αλήθεια θα λάμψει στο τέλος», αν δεν είσαι αναγκεμένος πολιτικός, ζορισμένος κατηγορούμενος ή απλώς αφελής; Μάλλον θόρυβος και λάμψη θα μείνουν στο τέλος. Το είδαμε και θα το ξαναδούμε.
Το να μιλάμε, λοιπόν, για παρακμή της δημοσιογραφίας επειδή παραγνωριστήκαμε με κάποια «ατίθασα παλιόπαιδα» της αθηναϊκής πιάτσας είναι και εύκολο και εύλογο, αλλά είναι και το έλασσον. Το μείζον είναι ότι ο μιντιακός κλοιός και η νέα φιλοσοφία του, εδώ και αλλού, αναδιατάσσουν το γνωστικό και αξιολογικό μας σύστημα και κατ’ επέκταση, όπως παρατήρησε ο MacLuhan, τους τρόπους της κοινωνικής μας οργάνωσης. Αυτό είναι το πρώτο θέμα και, σε αντίθεση με το άλλο, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά και μόνο ως παρακμιακό σύμπτωμα.
Στο μεταξύ, ως πρακτική λύση για τον θόρυβο, θα μπορούσαμε πού και πού να ακολουθήσουμε την έμμεση προτροπή του Jeremy Paxman, αστέρα του τηλεοπτικού BBC, που νιώθει συχνά τον πειρασμό να προλογίσει την τακτική εκπομπή του με το «τίποτε εξαιρετικό δεν συνέβη σήμερα· αν ήμουνα στη θέση σας θα πήγαινα για ύπνο».
Ο κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.



