Εκπτωση ως και 50% στο επιτόκιο δανεισμού προσφέρουν τα καταναλωτικά δάνεια με προσημείωση ακινήτου, ωστόσο η επιλογή τους δεν πρέπει να αποτελεί μονόδρομο. Τα home equity loans, όπως είναι γνωστά στις διεθνείς αγορές, έκαναν την εμφάνισή τους στην ελληνική αγορά μετά την τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου που αφορά τη δανειοδότηση των ιδιωτών και αντικατέστησαν τα «εικονικά» επισκευαστικά δάνεια. Σήμερα χορηγούνται με επιτόκια επιπέδου στεγαστικών δανείων, τα οποία ξεκινούν ακόμη και από το 5%, με την προϋπόθεση ότι ο δανειοδοτούμενος θα παράσχει ως εγγύηση το ακίνητό του. Πόσο όμως συμφέρει η λήψη ενός τέτοιου δανείου; Σύμφωνα με τραπεζικούς που ειδικεύονται στην καταναλωτική πίστη, η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη και ο υποψήφιος δανειολήπτης πρέπει να εξετάσει, πρώτον, τους παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος δανεισμού και, δεύτερον, τον κίνδυνο που αναλαμβάνει.


* Συγκριτικό παράδειγμα


Στον παρατιθέμενο πίνακα παρουσιάζεται ένα συγκριτικό παράδειγμα μεταξύ ενός δανείου με προσημείωση ακινήτου και ενός συμβατικού καταναλωτικού δανείου που δεν απαιτεί τη χορήγηση εμπράγματων εξασφαλίσεων. Στην προκειμένη περίπτωση ο πελάτης θέλει να δανειστεί το ποσό των 30.000 ευρώ και να το αποπληρώσει σε πέντε έτη. Αν λάβει το δάνειο με την προσημείωση, το επιτόκιο διαμορφώνεται στο 5%, ενώ αν λάβει το παραδοσιακό καταναλωτικό, το ύψος του επιτοκίου είναι σημαντικά υψηλότερο και φτάνει στο 9,5%. Εκτός όμως από το επιτόκιο, το ύψος της μηνιαίας δόσης επηρεάζεται και από τα έξοδα που πρέπει να καταβληθούν στην τράπεζα. Συγκεκριμένα, πρέπει να πληρώσει εκτός από τα έξοδα φακέλου, έξοδα νομικού και τεχνικού ελέγχου του ακινήτου, τα οποία ανέρχονται με συντηρητικούς υπολογισμούς σε 400 ευρώ, και έξοδα προσημείωσης (συνήθως 1% επί του ποσού του δανείου), τα οποία στο συγκεκριμένο παράδειγμα φτάνουν τα 300 ευρώ.


Στην περίπτωση της προσημείωσης λοιπόν το δάνειο που θα κληθεί ο δανειολήπτης να αποπληρώσει ανέρχεται, λόγω της επιβάρυνσης των εξόδων, σε 30.700 ευρώ και η μηνιαία δόση σε 580 ευρώ. Από την άλλη, αν επιλέξει το καταναλωτικό δάνειο χωρίς προσημείωση, ο δανειολήπτης θα κληθεί να πληρώσει έξοδα φακέλου ύψους 100 ευρώ. Ετσι το τελικό ποσό που δανείζεται φτάνει στις 30.100 ευρώ και η μηνιαία δόση σε 632 ευρώ – 52 ευρώ ακριβότερα σε σχέση με το πρώτο δάνειο.


Ενώ το επιτόκιο του καταναλωτικού δανείου με προσημείωση είναι σχεδόν το μισό, η αντίστοιχη μείωση στο ύψος της μηνιαίας δόσης φτάνει στο 8% περίπου. Δεν παύει βέβαια ο δανειολήπτης που προσημείωσε το ακίνητό του να έχει κέρδος το οποίο στο συγκεκριμένο παράδειγμα ανέρχεται σε ετήσια βάση σε 624 ευρώ και σε 3.120 ευρώ στην πενταετία αποπληρωμής.


* Μεγάλη δέσμευση


Ετσι, το ερώτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει ο υποψήφιος λήπτης του δανείου προτού επιλέξει το πρόγραμμα που του ταιριάζει είναι το εξής: «Αξίζει να δεσμεύσω το σπίτι μου για πέντε χρόνια ώστε να πληρώσω 3.120 ευρώ λιγότερα; Υπάρχει περίπτωση να τύχει μια έκτακτη οικονομική δυσκολία και να κινδυνεύσω να χάσω το σπίτι μου». Η απάντηση στο παραπάνω δίλημμα είναι υποκειμενική και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αλλά και την ιδιοσυγκρασία κάθε πελάτη.


Με την ίδια λογική λειτουργούν και τα προγράμματα καταναλωτικής πίστης που χορηγούνται με πολύ χαμηλά επιτόκια, αν ο πελάτης διατηρεί χρηματικά διαθέσιμα σε καταθετικά ή επενδυτικά προϊόντα της τράπεζας. Δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση η εγγύηση για την τράπεζα είναι οι επενδύσεις του πελάτη. Με τον τρόπο αυτόν τα πιστωτικά ιδρύματα εξασφαλίζουν από τη μία ρευστότητα με τις καταθέσεις του δανειολήπτη και από την άλλη τις χρησιμοποιούν ως εγγύηση για το δάνειο που του χορηγούν, γεγονός που τους επιτρέπει να προσφέρουν πολύ χαμηλά επιτόκια. Με τα δάνεια αυτά δίνεται η δυνατότητα σε κάθε πελάτη με καταθέσεις ή επενδυτικό προϊόν να λάβει άμεση ρευστότητα για την κάλυψη καταναλωτικών ή επενδυτικών αναγκών, χωρίς να χρειαστεί να ρευστοποιήσει το αρχικό του προϊόν. Επιπλέον, δεν επιβαρύνεται με δαπάνες εξέτασης αιτήματος, ενώ δίνεται δυνατότητα αποπληρωμής οποτεδήποτε και χωρίς καμία επιβάρυνση.