Συνεχίζεται ο υψηλός βαθμός συγκέντρωσης των εταιρικών κερδών στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, καθώς το 95% των συνολικών κερδών προήλθε από τις εταιρείες της αγοράς μεγάλης κεφαλαιοποίησης, οι οποίες εμφάνισαν αύξηση καθαρών μετά τους τόκους κερδών της τάξεως του 39,3%, φθάνοντας στα 5,85 δισ. ευρώ – σε σχέση με την αύξηση της τάξεως του 30%, φθάνοντας στα 6,2 δισ. ευρώ, στο σύνολο της αγοράς. Την ίδια στιγμή, τα 20 blue chips πέτυχαν το 75% των συνολικών κερδών (4,65 δισ. ευρώ), ενώ από τις τράπεζες προήλθαν τα μισά κέρδη των εισηγμένων (3,1 δισ. ευρώ).


Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με την επεξεργασία των ισολογισμών από τη Eurobank Χρηματιστηριακή, το καθαρό περιθώριο κέρδους των εισηγμένων βελτιώθηκε από 11,6% σε 14,3%, ενώ αν εξαιρεθούν οι τράπεζες το καθαρό περιθώριο υποχωρεί σε 8,6% από 7,4%. Συνολικά το 77% των εισηγμένων ήταν κερδοφόρες, από τις οποίες το 50% σημείωσε αύξηση κερδοφορίας, ενώ το 10% σημείωσε αναστροφή ζημιών. Σε επίπεδο προ φόρων κερδών οι εταιρείες της αγοράς μεγάλης κεφαλαιοποίησης σημείωσαν αύξηση 15,7%, ενώ ο αντίστοιχος ρυθμός αύξησης για τα 20 blue chips ήταν 17% και για τις 40 εταιρείες της μεσαίας κεφαλαιοποίησης 12,7%. Μπορεί π.χ. ο ρυθμός αύξησης των καθαρών κερδών των εταιρειών της αγοράς μεγάλης κεφαλαιοποίησης να έφθασε το 39,3%, ο ρυθμός ανόδου στα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων όμως περιορίστηκε μόλις στο 6,6% (6,9% στο σύνολο της αγοράς), ενώ στη μεσαία κεφαλαιοποίηση βρέθηκε στο -5% (-0,1% τα καθαρά έπειτα από τους φόρους κέρδη).


Τα έκτακτα κέρδη όμως στα τελευταία τρίμηνα έχουν μεταβάλει μερικώς την ποιότητα των ισολογισμών, τη στιγμή μάλιστα που η τρέχουσα χρήση είναι και η τελευταία κατά την οποία οι εισηγμένες θα έχουν φορολογικό πλεονέκτημα από τη μείωση του φορολογικού συντελεστή κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες. Οι έντονες διακυμάνσεις και οι μεγάλες ανομοιομορφίες που παρουσιάζονται σε αρκετούς κλάδους, λόγω της εμφάνισης μη επαναλαμβανόμενων αποτελεσμάτων, καθιστούν πιο ευάλωτη την κερδοφορία των εισηγμένων σε αστάθμητους παράγοντες στο μέλλον.


Σύμφωνα με την αναλύτρια του τραπεζικού κλάδου της EFG Χρηματιστηριακής κυρία Ελένη Χέρρα, το πρώτο εξάμηνο του 2007 οι μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες επιβεβαίωσαν ή ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις της αγοράς, ενώ τα αποτελέσματα αντανακλούν τη δυναμική επέκταση των εργασιών τους στη ΝΑ Ευρώπη και την ενίσχυση της θέσης τους στην εγχώρια πιστωτική αγορά. Εξαιρουμένης της Εμπορικής, οι λοιπές μεγάλες τράπεζες εμφάνισαν στα ενοποιημένα καθαρά κέρδη μετά φόρων και δικαιωμάτων μειοψηφίας αύξηση 49%, ενώ τα οργανικά κέρδη προ φόρων (μη συμπεριλαμβανομένων χρηματοοικονομικών κερδών) αυξήθηκαν κατά 35%. Παράλληλα, οι προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις σημείωσαν μονοψήφια άνοδο 8%, ενώ ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων επί του συνόλου χορηγήσεων κυμάνθηκε μεταξύ 2,11% και 3,70%, σημειώνοντας κατά μέσο όρο βελτίωση 72 μονάδων βάσης. Η ΝΑ Ευρώπη, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος του συνολικού αριθμού καταστημάτων της βρίσκεται ακόμη σε πρώιμα στάδια λειτουργίας, ενώ παράλληλα ολοκληρώνονται οι διαδικασίες συγχώνευσης των βαλκανικών θυγατρικών, αναμένεται σταδιακά να αυξήσει τη συνεισφορά της στην ενοποιημένη κερδοφορία. Παράλληλα, όπως εκτιμά η κυρία Χέρρα, οι τρέχουσες αυξήσεις κεφαλαίων θα οδηγήσουν σε ανοδική αναθεώρηση εκτιμήσεων από πλευράς των διοικήσεων των τραπεζών, καθώς σημαντικό ποσοστό της ρευστότητας θα διοχετευθεί προς εξαγορές σε χώρες με υποσχόμενες προοπτικές. Για το σύνολο του έτους αναμένει αύξηση 29% των καθαρών κερδών ανά μετοχή, ενώ σε ορίζοντα τριετίας προβλέπει η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών να διατηρείται άνω του 23%.


Σύμφωνα με τον αναλυτή του κλάδου των τηλεπικοινωνιών κ. Κ. Καραγεώργο, της ίδιας χρηματιστηριακής, οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών παρουσίασαν βελτίωση των μεγεθών, με κύριο μοχλό ανάπτυξης την κινητή τηλεφωνία. Ο ΟΤΕ εμφάνισε αύξηση εσόδων κατά 8,6%, ωστόσο αν εξαιρέσουμε τα μεγέθη της πρόσφατα εξαγορασθείσας Γερμανός και της πωληθείσας Armentel, η αύξηση διαμορφώνεται περίπου στο 3%. Η σταθερή τηλεφωνία στο εσωτερικό παρουσίασε μείωση εσόδων κατά 4,3% λόγω της απόσχισης της ΟΤΕ Globe και του αυξανόμενου ανταγωνισμού. Η Cosmote εμφάνισε αύξηση εσόδων κατά 37% (14% χωρίς τη Γερμανός), παρουσιάζοντας ισχυρή ανάπτυξη στο εσωτερικό (δεδομένων των συνθηκών ωριμότητας της αγοράς), καθώς και στο εξωτερικό, το οποίο προσφέρει πλέον το 31% των πωλήσεων. Γενικότερα, ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών συνεχίζει να βρίσκεται σε φάση αναδιάρθρωσης μετά τις συγχωνεύσεις και εξαγορές του τελευταίου έτους, ενώ ο ανταγωνισμός εντείνεται ιδιαίτερα στις ευρυζωνικές συνδέσεις (ADSL) και στην αδεσμοποίηση του τοπικού βρόχου.