nbak@dolnet.gr
Κρατώ στα χέρια μου δύο ποιητικά βιβλία που υπογράφονται από τον Γιώργο Βέλτσο: Ησυχία και Από Βηθανίας, και τα δύο στις εκδόσεις Ινδικτος. Δεν με ενδιαφέρει ποιος είναι ο Γιώργος Βέλτσος. Μπορεί να είναι ένα φάσμα, ένα spectre. Ετσι κι αλλιώς είναι πολύ εύκολο να μιλήσεις γι’ αυτόν κάνοντας χρήση της βιογραφίας του. Οπως ταυτόχρονα είναι και πολύ δύσκολο να αγνοήσεις τη βιογραφία, ιδιαίτερα για έναν άνθρωπο που κινείται ανάμεσά μας. Αλλά όπως λέει ο Μαρωνίτης, σε άλλη σελίδα αυτού του ενθέτου, η ποίηση δεν είναι υπόθεση των ποιητών, δεν είναι καν υπόθεση των ποιημάτων. Είναι γενικότερα υπόθεση μιας διάχυσης. Οταν ο Βέλτσος έλεγε ότι «άλλαξε φύλο», μιλώντας πρόσφατα στη Μικέλα Χαρτουλάρη στα «Νέα», εννοούσε προφανώς αυτό, το άδειασμα από τα βιωματικά, τα βιογραφικά στοιχεία, το γύρισμα του κοντέρ σ’ ένα μηδενικό σημείο απ’ όπου ξεκινάει το παν.
«Αποθεραπευμένος, αλλά δεν ανέρρωσα. Φιλανθής και φιλάσθενος». Στο κομψό τομίδιο Ησυχία, τίτλος που παραπέμπει στην οικεία φωτεινή ένδειξη «ησυχία» έξω από τα νοσοκομεία, μεταγράφεται υπό μορφή αφορισμών η μνήμη μιας περιπέτειας στο νοσοκομείο. Είναι η μνήμη μιας προσωπικής περιπέτειας του ποιητή; Είναι η μνήμη κάποιων άλλων; Τι σημασία έχει; Ετσι κι αλλιώς οι αφορισμοί (του Βέλτσου) βρίσκονται σε συνεχή διάλογο με τους αφορισμούς άλλων… ομοιοπαθών. Η εμπειρία χάνεται, διαχέεται και γίνεται ποιητικό γεγονός. Αλλωστε, «αν κάνουμε θόρυβο, ο χρόνος θα ξαναρχίσει», δηλαδή η βιογραφία θα βγει πάλι στην επιφάνεια, όπως λέει ένας αφορισμός του Κλοντέλ, ενσωματωμένος στο βιβλίο, αφορισμός που απαντάει στο αίτημα της «ησυχίας». Κλοντέλ, Κάφκα, Χέμινγουεϊ, Μπέκετ, Ρενέ Σαρ, Μορίς Μπλανσό, Φρόιντ, Ντεριντά υπάρχουν μέσα σ’ αυτό το βιβλίο, για να επιβεβαιώσουν το παιχνίδι της λογοτεχνικής επινόησης, που δεν είναι θεία φώτιση, αλλά ανταλλαγή, διάχυση. Χαρακτηριστικό της ποίησης του Βέλτσου είναι ότι πίσω της υπάρχει μια βιβλιοθήκη, ορατή ή αόρατη, δηλωμένη ή αδήλωτη.
Στη συλλογή Από Βηθανίας υπάρχει ένα είδος θρησκευτικότητας, μιας θρησκευτικότητας όμως κοσμικού χαρακτήρα, που χάνεται μέσα στις αλέες ενός αστικού νεκροταφείου. Είναι το πρώτο που αμέσως εντοπίζω, ως αναγνώστης και μόνο, σ’ αυτή τη σπαρακτική συλλογή. «Ρωτάς/ γιατί έρχομαι συνεχώς εδώ/ δέσμιος μιας πολεοδομίας αναγκαστικής/ κι ανταποκρίνομαι, ο χρονοπαθής/ στον γονιδιακό προσανατολισμό/ προς τη γενέτειρα: /τον χάρτινο Κεραμεικό» γράφει στο ποίημα «Ενοποίηση Αρχαιολογικών Χώρων». Δεν ψάχνω όταν διαβάζω τα υπαρξιακά, τα συμβολιστικά και τα τοιαύτα, όλα αυτά που βοηθούν στις κατατάξεις. Το άλλο που με συγκινεί σ’ αυτή τη συλλογή είναι η εικονοποιητική της δύναμη, «κι έγινες φιγούρα πόνου, Βασίλισσα/ Μαντόνα του Τζιοβάνι Μπελλίνι όλη η λυπημένη ζωγραφική». Δεν υπάρχει στόρι στην ποίηση αυτή, δεν υπάρχει σενάριο. Είναι περισσότερο ένα θέατρο της γλώσσας.
Ο Γ. Βέλτσος διεκδικεί με πάθος την ποιητική ιδιότητα. Ξέρω ότι οι ομότεχνοί του τον έχουν αποδεχθεί. Το πιο σημαντικό είναι όμως ότι η ποίηση του Βέλτσου δεν είναι ένα καπρίτσιο. Γι’ αυτή τη στάση ή γι’ αυτή την κατάσταση ο Βέλτσος προετοιμαζόταν από χρόνια. Παραπέμπω μόνο στο κείμενό του «14 προτάσεις για τη λογοτεχνία», που είχε δημοσιευθεί, πριν από σχεδόν τριάντα χρόνια, στο περιοδικό Φωνήεν (Μάρτιος – Νοέμβριος 1980). Η αναγγελία ενός προγράμματος που τώρα υλοποιείται με συνέπεια.



