Την άνοιξή του ο ελληνικός στίβος τη ζει εδώ και δέκα χρόνια, από τις 6 Αυγούστου 1992, όταν η Βούλα Πατουλίδου κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στην κούρσα των 100 μ. με εμπόδια, στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης. Από τότε δεν περνάει απαρατήρητος από τις μεγάλες διοργανώσεις και δεν στηρίζει τα πάντα σε ένα-δυο ταλέντα που πάντα υπήρχαν αλλά δεν μπορούσαν να αλλάξουν το πεπρωμένο. Αυτή τη μεγάλη ανατροπή τη σηματοδότησε λοιπόν μια γυναίκα που είχε πει τότε αμέσως μετά τον τερματισμό το περίφημο «για την Ελλάδα, ρε γαμώτο». Το μετάλλιο στην Καταλωνία ήταν ένα, αλλά ακολούθησαν πολλά. Και φθάσαμε να χειροκροτούμε αυτή την εβδομάδα στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του Μονάχου τη μία μετά την άλλη τις ελληνικές επιτυχίες, που στην πλειονότητά τους σημείωσαν γυναίκες. Ποιος μπορούσε να φανταστεί κάτι τέτοιο πριν από τρεις ή τέσσερις δεκαετίες όταν οι ήρωες του στίβου μας ήταν μόνο άνδρες. Οι κυρίες αποτελούσαν την τιμητική εξαίρεση.
Στην εποχή του Μεσοπολέμου που δημιούργησαν ο Γεωργακόπουλος, ο Φραγκούδης, ο Ραγάζος, ο Σύλλας, ο Μάντικας, ο Παλαμιώτης – ζει ακόμη – και τόσοι άλλοι, είχε ξεχωρίσει μόνο η Δομνίτσα Λανίτου-Καβουνίδου, γιατί ήταν η πρώτη Ελληνίδα που συμμετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1936 στο Βερολίνο.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο Παναθηναϊκό Στάδιο χιλιάδες φίλαθλοι αποθέωναν τους πρωταγωνιστές της εποχής των «πέτρινων χρόνων» Ρουμπάνη, Παπαβασιλείου, Δεπάστα, Κωνσταντινίδη, Σίλλη, Κουνάδη, Τσακανίκα, Γεωργόπουλο, Μαρσέλλο, Ρεγκούκο, Πιερράκο, Μαγκλάρα κ.ά., ανάμεσα στους οποίους οι γυναίκες ήταν ελάχιστες και οπωσδήποτε όχι διεθνούς επιπέδου. Η Φανή Αργυρίου, που ακόμη και σήμερα βοηθάει ως κριτής, ήταν η πρώτη που συμμετείχε – συμβολικά και αυτή – τη δεκαετία του 1950 στο πένταθλο του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος.
Ακολούθησε η φουρνιά της εποχής του σταδίου «Γ. Καραϊσκάκης», με επικεφαλής τους Παπανικολάου, Παπαγεωργόπουλο, Παπαδημητρίου, Τζιωρτζή, Μπαμπανιώτη (πέθανε εφέτος), Ζαχαρόπουλο, Κοντοσώρο. Από την πλευρά των γυναικών ξεχώριζαν η πολυσύνθετη Χαρούλα Σασαγιάννη (δεκαετία 1960) και αργότερα η δισκοβόλος Δέσποινα Καφενίδου και η κύπρια πρωταθλήτρια του μήκους Μαρούλα Λάμπρου.
Την επανάσταση για τον ελληνικό στίβο έκαναν λίγα χρόνια αργότερα οι «χρυσές ακοντίστριες» Αννα Βερούλη και Σοφία Σακοράφα, που ξέφυγαν από τον ελληνικό χώρο.
* Μετάλλια και παγκόσμιο ρεκόρ
Το 1982 στο νεότευκτο Ολυμπιακό Στάδιο η Αννα πήρε το χρυσό και η Σοφία το χάλκινο μετάλλιο του ακοντισμού στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, δημιουργώντας απέραντο ενθουσιασμό στη χώρα.
Ηταν το πρώτο ελληνικό χρυσό και το τέταρτο και πέμπτο μετάλλιο στα 48 χρόνια των αγώνων. Η Σακοράφα, που σήμερα είναι πολιτικός, δημιούργησε την ίδια χρονιά παγκόσμιο ρεκόρ, ενώ το 1983 στο Ελσίνκι η Βερούλη, που ασχολείται με την τοπική αυτοδιοίκηση στο Ηράκλειο Αττικής, κέρδισε το πρώτο ελληνικό (χάλκινο) μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα.
Και πέρασαν από τότε εννέα χρόνια για να φθάσουμε στον άθλο της Πατουλίδου, η οποία άλλαξε τα πάντα. Γιατί δεν συμβαίνει καθημερινά να πηγαίνει ένας αθλητής στους Ολυμπιακούς Αγώνες με την 55η επίδοση και να αναδεικνύεται ολυμπιονίκης. Το παράδειγμά της ακολούθησαν πολλές κοπέλες. Το 1996 στην Ατλάντα είδαμε να μιλάει η ψυχή της Νίκης Μπακογιάννη, που έκανε τρεις φορές πανελλήνιο ρεκόρ για να πάρει το ασημένιο μετάλλιο του ύψους.
Το 1997 ήταν η ώρα να ανεβεί στο βάθρο του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος της Αθήνας η Νίκη Ξάνθου, η άτυχη της Ατλάντα (4η). Και το 1998 στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Βουδαπέστης μια αθλήτρια έπαιρνε το δεύτερο ελληνικό χρυσό στην ιστορία. Το όνομά της, Ολγα Βασδέκη, και αγώνισμά της το τριπλούν, στο οποίο είχε καταταγεί 5η στους Ολυμπιακούς και 4η στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του ’97. Στην ουγγρική πρωτεύουσα ανέβηκε στα μετάλλια και η πιο διάσημη πλέον Κατερίνα του ελληνικού αθλητισμού, η Θάνου, η οποία ήταν τρίτη στα 100 μ. Εκεί στη Βουδαπέστη έσκασε μύτη και η Κατερίνα Βόγγολη, μπαίνοντας στην εξάδα της δισκοβολίας.
Στο παγκόσμιο του 1999, στη Σεβίλλη, είχαμε δύο τριπλουνίστριες στο βάθρο. Το χρυσό το είχε κατακτήσει πολύ εύκολα η Βούλα Τσιαμήτα ενώ το χάλκινο η Βασδέκη. Στην ίδια διοργάνωση πρώτη ήταν και η ακοντίστρια Μιρέλα Μανιάνι, σύζυγος τότε του αρσιβαρίστα Γιώργου Τζελίλη, η οποία από το 1997 λόγω του γάμου της είχε πάρει την ελληνική υπηκοότητα. Η ελληνική αποστολή είχε επιστρέψει με έξι μετάλλια από τα οποία το ένα (ασημένιο) είχε κατακτήσει ο Κώστας Γκατσιούδης και τα άλλα πέντε γυναίκες [εκτός των Τσιαμήτα, Βασδέκη και Μανιάνι, μετάλλιο πήραν και οι Κελεσίδου (ασημένιο), Θάνου (χάλκινο)]. Αυτή η υπεροχή είχε σχολιαστεί ευρέως όχι μόνο από τον ελληνικό αλλά και από τον ξένο Τύπο.
Παρόμοια εικόνα και στο Σίδνεϊ, όπου τα ολυμπιακά μετάλλια ήταν τέσσερα, με ένα ανδρών (Κεντέρης) και τρία γυναικών (Θάνου, Κελεσίδου, Τζελίλη), ενώ από τις οκτώ θέσεις στην οκτάδα μόνο δύο είχαν κατακτήσει οι άνδρες. Ιδια ήταν και η κατάσταση πέρυσι στο Παγκόσμιο του Εντμοντον, όπου τα πλασαρίσματα στην κορυφή ήταν πάλι έξι (γυναίκες) – δύο (άνδρες). Και φθάσαμε στο Μόναχο, όπου οι ελληνίδες αθλήτριες σάρωσαν και πάλι. Χρυσό η Θάνου, χρυσό η Βόγγολη, χρυσό η Μανιάνι, χάλκινο η Κελεσίδου, στην εξάδα η Τσιολακούδη και η Αμπατζή.
* Κοινωνική αποδοχή και κίνητρα
Πού οφείλεται όμως αυτή η υπεροχή των αθλητριών. Η Βούλα Πατουλίδου, μαζί με τα συγχαρητήρια σε όλες τις αθλήτριες που διακρίθηκαν, έδωσε στο «Βήμα της Κυριακής» και μια εξήγηση του φαινομένου: «Εχει αλλάξει η ελληνική κοινωνία. Παλαιότερα οι οικογένειες δεν επέτρεπαν στις κόρες να πάνε στα γυμναστήρια. Να ξέρατε τι έλεγαν οι απέξω στους γονείς μου όταν με έβλεπαν να κάνω προπόνηση… Επίσης παλαιότερα οι κοπέλες που έκαναν αθλητισμό μετά το σχολείο ή τη Γυμναστική Ακαδημία τα παρατούσαν λόγω γάμου, λόγω παιδιών, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Σήμερα έχουν αλλάξει τα πράγματα. Τα εμπόδια ξεπερνιούνται ακόμη και με τη βοήθεια των συζύγων που στέκονται στο πλάι ή και πίσω από τις αθλήτριες. Ετσι η διάρκεια της αθλητικής καριέρας γίνεται μεγαλύτερη. Και αν κοντά σε όλα αυτά προσθέσουμε τα κίνητρα της πολιτείας, την επιθυμία της γυναίκας για διάκριση και την τεράστια υπομονή που διαθέτει, τότε ίσως δίνουμε μια εξήγηση» κατέληξε η Βούλα, η οποία επιμένει να προετοιμάζεται για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Εστω και αν τότε θα έχει κλείσει τα 38 της.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΘΑΝΟΥ “Κυνηγούσα χρόνια ένα χρυσό μετάλλιο”
Η Κατερίνα Θάνου δεν πίστευε ποτέ ότι το πρώτο της χρυσό μετάλλιο σε μεγάλους αγώνες ανοικτού στίβου (στον κλειστό έχει δύο ευρωπαϊκά και ένα παγκόσμιο) θα ήταν τόσο εύκολο. Οταν μάλιστα θυμάται ότι στο προηγούμενο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, το 1998, έσπασε τα χρονόμετρα (10.87) για να πάρει το χάλκινο μετάλλιο, χαμογελάει με νόημα.
Ουσιαστικά στο Μόναχο έτρεχε με αντίπαλο τη βροχή. Σε αυτό τη διευκόλυνε και η διένεξη της ουκρανής παγκόσμιας πρωταθλήτριας Ζάνα Πιντούσεβιτς με την ομοσπονδία της. Από την πρώτη προκριματική κούρσα είχε φανεί η υπεροχή της έναντι των αντιπάλων της. «Αν δεν καθυστερούσε για μία ώρα η κούρσα, λόγω της ελληνικής ένστασης για την άκυρη εκκίνηση του ημιτελικού, τα πράγματα θα ήταν πιο εύκολα και η επίδοση πολύ καλύτερη. Είμαι ικανοποιημένη που σε αυτή τη δύσκολη, λόγω τραυματισμών, χρονιά πήρα το χρυσό που επιζητούσα πολλά χρόνια. Τώρα ξεκούραση και δουλειά για τα επόμενα δύο χρόνια. Εχουμε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στο Παρίσι το 2003 και τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004».
Ο προπονητής της Κατερίνας, ο κ. Χρήστος Τζέκος, για κάθε ενδεχόμενο είχε ετοιμάσει την αθλήτρια για χρόνους κάτω και από τα 11 δευτερόλεπτα. «Μπορούσε να τρέξει και σε 10.95» τόνισε ο έλληνας τεχνικός.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΟΓΓΟΛΗ “Εχω αποκτήσει ψυχολογία νικήτριας”
Με την 5η καλύτερη επίδοση στην Ευρώπη και την 8η στον κόσμο πήγε στο Μόναχο η Κατερίνα Βόγγολη. Πίστευε μέσα της ότι ένα μετάλλιο μπορούσε να το πάρει, αλλά δεν τολμούσε να σκεφτεί το χρυσό. Το μεγάλο της πρόβλημα ήταν πάντοτε ότι δεν έβγαζε στον αγώνα τις βολές της προπόνησης. Και στον τομέα αυτόν, της ψυχολογικής στήριξης, έπαιξε σημαντικό ρόλο ο νέος προπονητής της, ο κ. Μιχάλης Ζησόπουλος. Η 32χρονη δισκοβόλος, που εδώ και έξι χρόνια ήταν στη σκιά της Τασούλας Κελεσίδου, είχε ξεκινήσει σαν μεγάλο αστέρι του αγωνίσματος. Στα 15 της ήταν πανελληνιονίκης κορασίδων και στα 16 της νεανίδων. Την πενταετία 1989-1994 ήταν κυρίαρχος της βαλβίδας. Από το 1998, όταν μπήκε στην εξάδα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος (ήταν 5η), άρχισε να ξαναβρίσκει τον εαυτό της, αφού και στο Παγκόσμιο της Σεβίλλης (1999) και στους Ολυμπιακούς του Σίδνεϊ (2000) πέρασε στον τελικό. «Παραδέχομαι ότι είχα άγχος, αλλά ήξερα αυτή τη φορά πώς θα αγωνιστώ. Και να με περνούσαν ένοιωθα έτοιμη να απαντήσω. Σε μένα το παν ήταν η ψυχολογία μου». Το ατομικό της ρεκόρ είναι 64,94 μ., από τον Μάιο στην Εδεσσα, αλλά στις προπονήσεις έχει ρίξει και πέρα από τα 70 μέτρα. Αρα μπορεί να πρωταγωνιστήσει και το 2004.
ΜΙΡΕΛΑ ΜΑΝΙΑΝΙ “Μόνοι αντίπαλοί μου το κρύο και η βροχή”
Συλλογή μεταλλίων κάνει η Μιρέλα Μανιάνι, η οποία το 1998 στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Βουδαπέστης ήταν μόλις 9η. Τον επόμενο χρόνο στη Σεβίλλη όμως αναδείχθηκε παγκόσμια πρωταθλήτρια. Το 2000 στο Σίδνεϊ πήρε το ασημένιο, όπως και πέρυσι στο Παγκόσμιο του Εντμοντον. Η νίκη στο Μόναχο ήταν εύκολη υπόθεση, έστω και αν εφέτος η Μιρέλα είχε ελάχιστους αγώνες. «Εμείς ετοιμαζόμαστε για τους αγώνες που μας θέλει η χώρα μας. Τα μίτινγκ δεν μας ενδιαφέρουν. Εξάλλου η Μιρέλα είναι ντελικάτο κορίτσι και πρέπει να την προστατεύω από τραυματισμούς» τόνισε ο προπονητής της κ. Βασίλης Κοκόλης, ο «δάσκαλος» του αγωνίσματος, αφού από τα χέρια του πέρασαν και η Βερούλη και η Σακοράφα. Η Μανιάνι, που χώρισε πέρυσι με τον αρσιβαρίστα Γιώργο Τζελίλη, με τον οποίο είχαν γνωριστεί το 1996, όταν αγωνίζονταν με την ομάδα της Αλβανίας στην Ατλάντα, και είχαν παντρευτεί τον επόμενο χρόνο, κέρδισε το χρυσό με την καλύτερη επίδοση εφέτος στον κόσμο (67,47 μ.). Πριν από τους αγώνες είχε ρίξει 63,04 μ. και ήταν 10η στον παγκόσμιο πίνακα. «Αν χρειαζόταν θα έριχνα και παραπάνω. Το ήθελα πολύ αυτό το χρυσό. Ημουν σε καλή κατάσταση όταν έφθασα στο Μόναχο, αλλά φοβήθηκα λίγο τον καιρό γιατί με τη βροχή και το κρύο του προκριματικού κρύωσα. Ευτυχώς όμως που όλα πήγαν καλά» δήλωσε από τη βαυαρική πρωτεύουσα.



