ΑΡΧΙΣΕ χθες στην Ατλάντα η λαμπρότερη Ολυμπιάδα όλων των εποχών. Για την Αμερική ­ και ιδιαίτερα την πρωτεύουσα της Coca Cola και του CNN ­ η λαμπρότητα δεν ήταν και ο δυσκολότερος στόχος, αν λάβουμε υπόψη τα μεγέθη αυτή της διοργάνωσης.


Ο ΠΙΟ δύσκολος στόχος θα είναι αυτή η λαμπρότητα να μην εξαλείψει και τα ελάχιστα ίχνη Αγώνων που έχουν μείνει στο σημαντικότερο εμπορικό γεγονός του πλανήτη μας με αθλητική μορφή.


ΒΕΒΑΙΑ, η εμπορευματοποίηση αυτών των Αγώνων και η πολιτικοποίηση που ενθάρρυνε η τρομακτική δημοσιότητά τους δεν αποτελούν παρά μια αντανάκλαση της σημερινής παγκόσμιας κοινωνίας: διακρατικές παρασκηνιακές διαβουλεύσεις, ίντριγκες, υποκρισία, πάθος για δύναμη και χρήμα και μια αδέξια προσπάθεια συνύπαρξης δύο ασύμβατων κόσμων.


ΘΑ ΔΟΥΜΕ μέσα στη λαμπρότητα των Αγώνων εκπροσώπους καλοζωισμένους να ανταγωνίζονται αθλητές από χώρες που κυριολεκτικά λιμοκτονούν. Αθλητές που έχουν όλα τα μέσα στη διάθεσή τους να ανταγωνίζονται άλλους που η συμμετοχή τους ήταν καθαρά συμβολική, γιατί η χώρα τους δεν είχε τρόπο να προετοιμάσει αξιόμαχη εκπροσώπηση.


ΑΠΟ ΑΥΤΗ την άποψη οι Ολυμπιακοί Αγώνες ίσως να επιτελούν και ένα έργο που δεν έχει συνειδητοποιηθεί: έστω κάθε τέσσερα χρόνια, έστω, με ωραία σερβιρισμένο τρόπο, να μας δίνουν να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε και ποιο τεράστιο χάος υπάρχει ανάμεσα στους λαούς. Ενα χάος ακόμη πιο αντιληπτό μέσα στη συναδέλφωση των δεκαπέντε ημερών ­ εκεί όπου λευκοί δίπλα σε μαύρους και σε κίτρινους, πλούσιοι δίπλα σε φτωχούς και ευτυχισμένοι δίπλα σε πεινασμένους θα αγωνίζονται όχι πάντα για το ίδιο πράγμα. Για να λήξει κάποια στιγμή η τελετή και να ξαναφύγουν όλοι όπως ήρθαν.


ΟΣΟ για την ελληνική συμμετοχή ­ και αυτή προμηνύεται λαμπρότερη από ποτέ. Με εκπροσώπηση από ξεχασμένα αδέρφια ή χορτασμένα και κακομαθημένα, δίπλα σε αθλητές που τιμούν το όνομά τους και την πατρίδα τους. Ενα μωσαϊκό, πιστό αντίγραφο της σημερινής Ελλάδας. Με το μεγαλείο ενός Πύρρου, με τις αταξίες ενός Χριστοδούλου, με τις αντιδικίες δύο ιστιοπλόων, με τις αμφισβητήσεις σχεδόν όλων προς όλους ­ όπου τους παίρνει.


ΤΟ ΜΟΝΟ βέβαιο είναι ότι, για δεκαπέντε μέρες, δισεκατομμύρια άνθρωποι, καρφωμένοι μπροστά στις τηλεοράσεις τους, θα παρακολουθούν την εξέλιξη αυτού του υπερθεάματος. Ακόμη και αυτοί που δεν έχουν να φάνε ψωμί, τουλάχιστον θα χορτάσουν θέαμα.


ΤΟ ΙΔΙΟ και εμείς εδώ στην Ελλάδα, μέσα από τις 300 τόσες ώρες τηλεοπτικού ολυμπιακού προγράμματος της ΕΡΤ, θα ζήσουμε στιγμές έντασης, χαράς και απογοήτευσης. Ας ελπίσουμε όλα να πάνε καλά ­ ό,τι και αν σημαίνει αυτό για την ελληνική ολυμπιακή συμμετοχή.