Αποκλειστική υπόθεση των δύο μεγάλων κομμάτων είναι οι βουλευτικές έδρες στις μισές εκλογικές περιφέρειες της ελληνικής επικρατείας εν όψει της αναμέτρησης της 9ης Απριλίου. Οπως προκύπτει από τη συγκριτική ανάλυση των επιδόσεων που είχαν τα μικρότερα κόμματα στις βουλευτικές εκλογές του 1996 και στις ευρωεκλογές του 1999, σε συνδυασμό με τις προβλέψεις του εκλογικού νόμου, το ΚΚΕ, ο Συνασπισμός και το ΔΗΚΚΙ μπορούν να προσδοκούν την εκλογή υποψηφίων τους στις 23 από τις συνολικά 56 εκλογικές περιφέρειες της χώρας.



Το πού θα εκλέξει βουλευτές κάθε κόμμα όμως είναι μια πολύπλοκη συνάρτηση που εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ο σημαντικότερος εξ αυτών είναι η σειρά κατάταξης των μικρότερων κομμάτων στο σύνολο της χώρας, ενώ μικρότερη σημασία έχει το ποιο κόμμα διατηρεί προβάδισμα στην περιφέρεια που θα λάβει βουλευτική έδρα.


Για να γίνει κατανοητό το πώς λειτουργεί το «ντόμινο των εδρών» παραθέτουμε στη συνέχεια πέντε διαφορετικά πιθανά σενάρια για τις επιπτώσεις που έχει στην κατανομή των εδρών η σειρά κατάταξης των κομμάτων. Η εξέτασή τους δίνει ανάγλυφα το πού μπορεί να ελπίζει καθένα από τα μικρά κόμματα την εκλογή βουλευτή.


Σενάριο πρώτο: Επαναλαμβάνεται το αποτέλεσμα των εκλογών του 1996 κατά τις οποίες το ΚΚΕ ήταν τρίτο, ο Συνασπισμός ήταν τέταρτος και το ΔΗΚΚΙ πέμπτο. Σε αυτή την περίπτωση τα μικρά κόμματα θα εκλέξουν βουλευτές περίπου στις ίδιες περιφέρειες και οι διαφοροποιήσεις που θα παρατηρηθούν θα είναι οριακές.





*
Το ΔΗΚΚΙ, το 1996, που ήταν πέμπτο κόμμα, είχε εκλέξει βουλευτές από την πρώτη κατανομή μόνο στη Β’ Αθηνών, ενώ από την «εξομάλυνση» κατά σειρά πήρε έδρες στις ακόλουθες επτά περιφέρειες: Α’ Θεσσαλονίκης (με 18.193 ψήφους), Α’ Αθηνών (18.051), Αττικής (12.979), Β’ Πειραιώς (11.475), Αχαΐας (9.178), Β’ Θεσσαλονίκης (9.277) και Αιτωλοακαρνανίας (9.001). Η σειρά αυτή παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτη και στις ευρωεκλογές, με εξαίρεση την άνοδο στην Εύβοια, την οποία μπορεί να πάρει από τον Συνασπισμό, χάνοντας ενδεχομένως την Αιτωλοακαρνανία.


* Ο Συνασπισμός, ως τέταρτο κόμμα στην προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση, εκτός από τις έδρες της πρώτης και της δεύτερης κατανομής που έλαβε στην Α’ και στη Β’ Αθηνών, στη φάση της «εξομάλυνσης» αποκλείστηκε από τις περιφέρειες όπου είχε λάβει έδρες το ΔΗΚΚΙ και υποχρεώθηκε να αναζητήσει έδρες σε άλλες κατά κανόνα μικρότερες περιφέρειες. Ετσι εξέλεξε βουλευτές στις περιφέρειες Α’ Πειραιώς (με 10.556 ψήφους), Ροδόπης (8.823), Ηρακλείου (7.411), Λάρισας (6.983) και Εύβοιας (6.580). Στις περυσινές ευρωεκλογές, όπως φαίνεται και στον πίνακα, σημειώθηκαν αρκετές ανακατατάξεις στη σειρά των καλύτερων για τον ΣΥΝ περιφερειών, καθώς π.χ. η Ροδόπη βρέθηκε πολύ χαμηλά, ενώ πλασαρίστηκε σε καλύτερη θέση η Ηλεία.


* Το ΚΚΕ, ως το μεγαλύτερο από τα μικρά κόμματα, το 1996 δεν πήρε καμία έδρα «εξομάλυνσης» σε μεγάλη περιφέρεια. Ετσι, με εξαίρεση τις περιφέρειες Α’ και Β’ Αθηνών, στις οποίες κάλυψε το μέτρο της πρώτης κατανομής, οι άλλοι επτά βουλευτές του εξελέγησαν κατά σειρά στους νομούς: Λέσβου (με 11.603 ψήφους), Τρικάλων (9.081), Μαγνησίας (8.996), Καρδίτσας (8.206), Σερρών (6.980), Ιωαννίνων (6.863) και Ημαθίας (5.870). Σε περίπτωση που παραμείνει, όπως φάνηκε και στις ευρωεκλογές, στην ίδια σειρά, θα βγάλει περίπου τους ίδιους βουλευτές, καθώς, αν έχει αύξηση του συνολικού ποσοστού του, η διαφορά θα καλυφθεί με τις περισσότερες έδρες που θα λάβει στις μεγάλες περιφέρειες της Αττικής και στην Α’ Θεσσαλονίκης.


Σενάριο δεύτερο: Επαναλαμβάνεται η σειρά κατάταξης των περυσινών ευρωεκλογών, στις οποίες το ΚΚΕ παρέμεινε τρίτο, το ΔΗΚΚΙ κατέλαβε την τέταρτη θέση, αφήνοντας τον Συνασπισμό στην πέμπτη. Με βάση τη σειρά αυτή θα υπάρξουν αλυσιδωτές μετακινήσεις που θα επηρεάσουν σημαντικά τις έδρες των μικρότερων κομμάτων:


* Ο Συνασπισμός θα εκλέξει βουλευτές μόνο στις μεγάλες περιφέρειες της Αττικής και της Θεσσαλονίκης και θα χάσει σχεδόν όλες τις έδρες που έχει τώρα στην επαρχία (Ροδόπη, Ηράκλειο, Λάρισα και Εύβοια).


* Το ΔΗΚΚΙ, αντιθέτως, θα υποχρεωθεί να αφήσει έδρες που κατέχει στο Λεκανοπέδιο (Β’ Πειραιώς και Αττικής) και θα επεκταθεί προς την επαρχία εκλέγοντας βουλευτές σε περιοχές όπου εκλέγουν τώρα βουλευτές ο Συνασπισμός και το ΚΚΕ, όπως η Εύβοια, το Ηράκλειο, οι Σέρρες και ενδεχομένως η Ημαθία.


* Το ΚΚΕ και σε αυτή την περίπτωση θα είχε ορισμένες οριακές διαφοροποιήσεις στις έδρες που θα ελάμβανε.


Σενάριο τρίτο: Μειώνεται ο αριθμός των κομμάτων που εισέρχονται στη Βουλή και μένει εκτός το ΔΗΚΚΙ.





*
Ο Συνασπισμός, όπως και στο προηγούμενο σενάριο, θα έπαιρνε σχεδόν το σύνολο των εδρών του στην Αττική και στη Θεσσαλονίκη.


* Το ΚΚΕ, αντιθέτως, θα είχε σημαντικές αλλαγές στη στελέχωση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του, αφού θα εξέλεγε βουλευτές σε περιοχές που έχει μεγάλη δύναμη, όπως η Αχαΐα και η Αιτωλοακαρνανία, και για τις οποίες το 1996 έμειναν εκτός Βουλής γνωστά στελέχη του που εκλέγονταν κατά το παρελθόν επειδή στις περιοχές αυτές έπρεπε να πάρουν πρώτα έδρες το ΔΗΚΚΙ και ο Συνασπισμός.


Σενάριο τέταρτο: Μειώνεται ο αριθμός των κομμάτων που εισέρχονται στη Βουλή και μένει εκτός ο Συνασπισμός.


* Το ΔΗΚΚΙ θα ελάμβανε, με μικρές διαφοροποιήσεις, τις ίδιες έδρες που έχει και τώρα.


* Το ΚΚΕ, όπως και στο προηγούμενο σενάριο, θα είχε σημαντικές διαφοροποιήσεις στη σύνθεση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του.


Σενάριο πέμπτο: Μένουν εκτός Βουλής και το ΔΗΚΚΙ και ο Συνασπισμός και εισέρχεται μόνο το ΚΚΕ. Σε αυτή την περίπτωση το σκηνικό θα άλλαζε άρδην καθώς οι έδρες της «εξομάλυνσης» θα περιορίζονταν σημαντικά, αφού βουλευτές σε αυτή τη φάση θα εξέλεγε μόνο ένα κόμμα και άρα οι απώλειες του δευτέρου σε δύναμη από τα δύο μεγαλύτερα κόμματα θα μειώνονταν.


Να επισημάνουμε, τέλος, ότι:


* Το 1993 που εισήλθαν τέσσερα κόμματα στη Βουλή τα δύο μικρότερα πήραν συνολικά 19 έδρες (10 η Πολιτική Ανοιξη με 4,87% και 9 το ΚΚΕ με 4,53%) και αφαιρέθηκαν από το δεύτερο σε δύναμη κόμμα, τη Νέα Δημοκρατία, 12 έδρες.


* Το 1996, που τα κόμματα στη Βουλή ήταν πέντε, και οι τρεις «μικροί» εξέλεξαν 30 βουλευτές (11 το ΚΚΕ με 5,61%, 10 ο Συνασπισμός με 5,12% και 9 το ΔΗΚΚΙ με 4,43%) αποσπώντας και πάλι από τη ΝΔ 19 έδρες.


* Με το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών τα τρία μικρότερα κόμματα θα εξέλεγαν, αν είχαν ίδιες επιδόσεις σε εθνικές εκλογές, 42 βουλευτές (18 το ΚΚΕ με 8,67%, 14 το ΔΗΚΚΙ με 6,85% και 10 ο Συνασπισμός με 5,16%) και από την «εξομάλυνση» το δεύτερο πανελλαδικά κόμμα θα «αποδεκατιζόταν» χάνοντας περί τις 30 έδρες.


Το ντόμινο των εδρών



Με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο που ψηφίστηκε το 1990 από την κυβέρνηση του κ. Κ. Μητσοτάκη και εφαρμόστηκε στις βουλευτικές εκλογές του 1993 και του 1996 καθιερώθηκε για πρώτη φορά ειδική ρύθμιση για τον τρόπο διανομής εδρών στα μικρότερα σε δύναμη κόμματα, εφόσον βεβαίως ξεπεράσουν πανελλαδικά το όριο του 3%.


Εισήχθη, δηλαδή, η περίφημη φάση της «εξομάλυνσης», σύμφωνα με την οποία κάθε κόμμα λαμβάνει το 70% των εδρών που θα έπαιρνε αν ίσχυε η απλή αναλογική. Για να συμπληρωθεί ο αριθμός των βουλευτών που δικαιούνται να εκλέξουν τα μικρότερα κόμματα γίνεται αφαίρεση εδρών μόνο από το δεύτερο σε δύναμη κόμμα.


Η ρύθμιση αυτή ενίσχυσε μεν την κοινοβουλευτική παρουσία των μικρότερων κομμάτων, τουλάχιστον σε σχέση με παλαιότερες περιόδους όπου εφαρμόζονταν άλλα συστήματα ενισχυμένης αναλογικής, πλην όμως με τον τρόπο που εφαρμόζεται προκαλεί πολλά προβλήματα, ορισμένα από τα οποία παραδέχθηκε πρόσφατα και ο κ. Μητσοτάκης, ζητώντας μάλιστα από τον πρωθυπουργό κ. Κ. Σημίτη να τα διορθώσει.


Ενα από τα προβλήματα που επεσήμανε ο επίτιμος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας είναι η αφαίρεση από το δεύτερο κόμμα ακόμη και εδρών τις οποίες δικαιούται από την πρώτη κατανομή. Ιδιαίτερα προβληματικός ωστόσο καθίσταται και ο σχεδιασμός των μικρότερων κομμάτων για το ποιες έδρες μπορούν να «χτυπήσουν» και ποιες όχι. Και αυτό διότι η περίφημη «εξομάλυνση» λειτουργεί ως εξής:


* Οι έδρες που λείπουν από τα μικρότερα κόμματα δίνονται αρχής γενομένης από το μικρότερο, ενώ στην ίδια περιφέρεια δεν μπορεί εν συνεχεία να πάρει έδρα άλλο κόμμα, ακόμη και αν έχει πολλαπλώς μεγαλύτερη δύναμη.


* Κάθε κόμμα παίρνει έδρες εκεί όπου παρουσιάζει τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων.


Αυτά στην πράξη σημαίνουν ότι το μικρότερο σε δύναμη κόμμα που παίρνει πρώτο έδρες εκλέγει ­ κατά κανόνα ­ βουλευτές στις μεγαλύτερες περιφέρειες της χώρας, από τις οποίες αποκλείονται τα άλλα κόμματα. Και έτσι εφόσον, επί παραδείγματι, εισέλθουν στη Βουλή πέντε κόμματα, όπως συνέβη το 1996, τότε το πέμπτο κόμμα «σπρώχνει» το τέταρτο και το τρίτο σε μικρότερες περιφέρειες.