Μέσα στο παιχνίδι εξουσίας οι κύριοι Τσοχατζόπουλος και Λαλιώτης, διακριτικά


στο περιθώριο ο κ. Αρσένης


Οι τρεις διαδοχικές επιτυχίες του κ. Κώστα Σημίτη μέσα σε διάστημα εννέα μηνών δημιούργησαν ένα δυσβάστακτο φορτίο εξουσιών που εκ των πραγμάτων δεν είχε την πολιτική αλλά κυρίως τη χρονική άνεση να διαχειρισθεί μόνος του, ενώ δεν διαμόρφωσε την ηγετική ομάδα που θα λειτουργούσε συμβουλευτικά και υποστηρικτικά στο συγκεκριμένο έργο.


Ετσι έχει διαμορφωθεί ένα πλέγμα κομματικών και κυβερνητικών εξουσιών που έχει μεν στη διάθεσή του ο κ. Σημίτης, αλλά είναι πέραν των άλλων και ανθρωπίνως αδύνατο να διαχειρισθεί μόνος του. Διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει μια ευέλικτη ηγετική ομάδα στελεχών σε κυβερνητικό και κομματικό επίπεδο, πέρα από τα συντεταγμένα όργανα, η οποία θα λειτουργεί υποστηρικτικά στον Πρωθυπουργό, με ενωτικό χαρακτήρα τόσο στο κόμμα όσο και στην κυβέρνηση.


Ασφαλώς ο Πρωθυπουργός με αφορμή την οικονομία έχει δημιουργήσει έναν στενό κύκλο κυβερνητικών και κομματικών στελεχών με τα οποία συζητά ατύπως μεν αλλά ουσιαστικώς για τις μεγάλες επιλογές τουΩ διαπίστωσε όμως ότι αυτό δεν είναι αρκετό.


Σε αυτόν τον στενό κύκλο συνεργατών ανήκουν στελέχη όπως ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Ι. Παπαντωνίου, ο υπουργός Δημόσιας Διοίκησης κ. Α. Παπαδόπουλος, η υπουργός Ανάπτυξης κυρία Βάσω Παπανδρέου, ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ κ. Κώστας Λαλιώτης και ο γραμματέας του ΠαΣοΚ κ. Κ. Σκανδαλίδης. Ωστόσο ο ίδιος ο Πρωθυπουργός θεωρεί ότι δεν επαρκεί αυτός ο πυρήνας στελεχών για να έχει μια ευρύτερη εικόνα των θέσεων και των προτάσεων που διατυπώνονται στο κόμμα και στην κυβέρνηση. Για παράδειγμα, ο κ. Σημίτης εκτιμά ότι δεν μπορεί να απουσιάζουν στελέχη όπως ο υπουργός Αμυνας κ. Ακης Τσοχατζόπουλος από αυτόν τον κύκλο των στελεχών με τους οποίους συζητά όλα τα θέματα. Βεβαίως ο κ. Σημίτης δεν δείχνει την ίδια αγωνία για τον υπουργό Παιδείας κ. Γ. Αρσένη, μετά και τη στάση του στην πρόσφατη Κεντρική Επιτροπή όπου υπήρξε μια διακριτική αλλά σαφής διαφοροποίησή του από τις καθοριστικές επιλογές της κυβέρνησης.


Στη νέα αυτή υπό διαμόρφωση «ηγετική ομάδα», που θα έχει ρόλο τόσο στην κυβέρνηση όσο και στο κόμμα, ο κ. Σημίτης επιθυμεί επίσης να μετάσχουν στελέχη όπως ο πρόεδρος της Βουλής κ. Απ. Κακλαμάνης, με τον οποίο ο Πρωθυπουργός διατηρεί άριστες σχέσεις παρά τις περί του αντιθέτου φημολογίες.


Ο κ. Κακλαμάνης αποτελεί, κατά τον Πρωθυπουργό, τον σταθεροποιητικό παράγοντα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠαΣοΚ πέραν του θεσμικού του ρόλου ως Προέδρου του Κοινοβουλίου.


Στην ίδια ομάδα στελεχών ο Πρωθυπουργός επιθυμεί να εντάξει στελέχη όπως ο υπουργός Γεωργίας κ. Στ. Τζουμάκας, ο οποίος θα κληθεί να διαχειρισθεί τη διαφαινόμενη κρίση και τις ρήξεις με τον αγροτικό κόσμο λόγω των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που θα προκαλέσουν αντιδράσεις.


Ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ. Μιλτιάδης Παπαϊωάννου είναι εξάλλου ένα από τα πρόσωπα στα οποία ήδη απευθύνθηκε ο Πρωθυπουργός για να «ενταχθεί» σε αυτόν τον κύκλο συνεργατών με τους οποίους επιθυμεί να συζητά πριν από τη λήψη πολιτικών αποφάσεων τόσο στην κυβέρνηση όσο και στο κόμμα.


Στη συνάντηση που είχε ο Πρωθυπουργός με τον κ. Παπαϊωάννου, την περασμένη εβδομάδα, του κατέστησε σαφές ότι πρέπει να συστηματοποιηθούν οι συζητήσεις για όλα τα ψέματα. Στο ίδιο πλαίσιο άλλωστε ο Πρωθυπουργός κάλεσε να δραστηριοποιηθεί και τον υφυπουργό Εργασίας κ. Χρ. Πρωτόπαπα, από τον οποίο απαιτεί πέραν του ρόλου του και των ευθυνών του στην κυβέρνηση και την ενασχόλησή του με το κόμμα. Ειδικώς για το ΠαΣοΚ ο κ. Σημίτης θεωρεί ότι δεν μπορεί να φορτωθεί όλη τη δουλειά του κόμματος ο κ. Θ. Τσουκάτος και ο γραμματέας του κόμματος κ. Κ. Σκανδαλίδης, αλλά έχει ζητήσει να ενεργοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση και άλλα στελέχη, όπως ο κ. Στ. Μανίκας.


Ειδικώς για τον κ. Τσουκάτο ο κ. Σημίτης ατύπως επιφυλάσσει έναν ρόλο συνδέσμου μεταξύ κόμματος και κυβέρνησης.


Τον αντίστοιχο ρόλο συνδέσμου κυβέρνησης – Κοινοβουλευτικής Ομάδας έχει επιφορτισθεί ως εκ της θέσεώς του ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ κ. Γ. Πασχαλίδης, ενώ στον στενό πυρήνα των συνεργατών του κ. Σημίτη παραμένουν ασχέτως θέσεων ο υφυπουργός Δημόσιας Διοίκησης κ. Τ. Μαντέλης και ο κ. Ν. Θέμελης.


Στην «ηγετική ομάδα» αλλά με πιο χαλαρούς ίσως δεσμούς ο Πρωθυπουργός φαίνεται να εντάσσει και στελέχη όπως ο υπουργός Πολιτισμού κ. Ευ. Βενιζέλος, ενώ επιθυμεί στενή συνεργασία με τον υπουργό Υγείας κ. Κ. Γείτονα. Ελλειψη σχεδιασμού


Ενα μήνα και κάτι μετά τις εκλογές η κυβέρνηση αναζητεί τον βηματισμό της σε κρίσιμες πολιτικές και οικονομικές επιλογές που θα σηματοδοτήσουν συνολικά την προοπτική της στη νέα τετραετία. Η απαίτηση των πάντων από τους πάντες χωρίς περίοδο χάριτος δημιούργησε πρόσθετο άγχος στα κυβερνητικά κλιμάκια, ενώ διαπιστώθηκε έλλειψη κεντρικής πολιτικής γραμμής και επιτελικού σχεδιασμού.


Οι συζητήσεις γύρω από την οικονομική και κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης εν όψει του προϋπολογισμού και οι αναζητήσεις λύσεων σε κρίσιμα προβλήματα γίνονται μάλλον αποσπασματικά και απουσιάζει μια κεντρική πολιτική κατεύθυνση, προϊόν μιας εσωτερικής συζήτησης στα υψηλά κομματικά και κυβερνητικά κλιμάκια. Ο Πρωθυπουργός επιχείρησε να καλύψει το πολιτικό κενό που δημιουργήθηκε από τις ραγδαίες ανακατατάξεις συγκαλώντας σε άτυπες συζητήσεις μια ομάδα κυβερνητικών και κομματικών στελεχών. Ωστόσο ο κ. Κ. Σημίτης δεν έχει μείνει ευχαριστημένος καθώς διαπιστώθηκε από τη μια έλλειψη συνολικής προσέγγισης του οικονομικού προβλήματος της χώρας και από την άλλη διαρροή επιμέρους θέσεων που δεν βοηθούν στη διαμόρφωση κλίματος αποδοχής των όποιων κυβερνητικών επιλογών από την κοινωνία.


Αναφορικά με το θέμα των οικονομικών μέτρων, για παράδειγμα, ο Πρωθυπουργός ενοχλήθηκε όταν είδε στον Τύπο ορισμένες από τις θέσεις και τις προτάσεις που είχε συζητήσει με συνεργάτες του, χωρίς όμως να λάβει συγκεκριμένες αποφάσεις. «Δεν είναι σωστό και μας εκθέτει στην κοινή γνώμη», είπε ο κ. Σημίτης σε συνεργάτες του, «η αποσπασματική κυκλοφορία σεναρίων για την οικονομική μας πολιτική. Πρέπει να ολοκληρώσουμε τις συζητήσεις και να δώσουμε μια συνολική εικόνα των προβλημάτων, των στόχων και των μέτρων που θα λάβουμε για να επιτύχουμε. Η πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία δεν εξασφαλίζεται με επιμέρους πολιτικές αλλά με εμφάνιση ολοκληρωμένου πειστικού και ρεαλιστικού σχεδίου για το μέλλον της χώρας».


Ο κ. Σημίτης σχεδιάζει ένα σύστημα επικοινωνίας και επαφών με τους συνεργάτες του ώστε να έχει σε κάθε στιγμή ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης και να αποφασίζει εκείνος πώς, πότε και τι πρέπει να προωθεί ως κυβερνητική προτεραιότητα. Ταυτόχρονα επιμένει στη συλλογικότητα στον προβληματισμό και στη λήψη των αποφάσεων και γι’ αυτό θα προωθήσει τη συγκρότηση μιας άτυπης αλλά με ουσιαστικό ρόλο «ηγετικής ομάδας», όσο και αν τον ενοχλεί η τελευταία λέξη.