Με την «πρώτη σταγόνα της βροχής» δεν «σκοτώνεται το καλοκαίρι», όπως γνωρίζουν οι αναγνώστες του Ελύτη. Σκοτώνονται άνθρωποι από τις συνέπειες που προκαλούν οι κακοτεχνίες στο οδικό δίκτυο και στο αποχετευτικό σύστημα, δηλαδή στα ίδια τα έργα που υποτίθεται ότι κατασκευάστηκαν για να μας προστατεύουν. Οσο παράδοξο και αν ακούγεται, στην Ελλάδα οι θεομηνίες κοστίζουν ακόμη και ανθρώπινες ζωές όχι μόνο γιατί δεν έγιναν κάποια έργα, αλλά και όταν ή επειδή έχουν γίνει! Το σύνθημα «μάθε τι σημαίνει μάθε τι συμβαίνει» που χρησιμοποιείται για να διαφημιστεί από τηλεοράσεως το Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης από το οποίο χρηματοδοτούνται τα δημόσια έργα είναι απλώς ένα σύνθημα. Ποτέ δεν μαθαίνουμε.
Στη λεωφόρο Βουλιαγμένης αρκεί ένα ψιλοβρόχι για να πλημμυρίσει αυτό που κατασκευάστηκε ως «δρόμος» και μετατρέπεται εύκολα σε «κανάλι» στο οποίο ακινητοποιούνται χιλιάδες αυτοκίνητα. Αν το ψιλοβρόχι δυναμώσει, τα νερά που κατεβαίνουν από τον Υμηττό παρασύρουν τα αυτοκίνητα και οι άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους. Αυτό γίνεται εδώ και πολλά χρόνια χωρίς κανείς να αναζητήσει την υπηρεσία που μελέτησε αυτό το «έργο», τον εργολάβο που το κατασκεύασε και τον «μανδαρίνο» που το παρέλαβε. Εν τω μεταξύ τα νερά εξακολουθούν να μη βρίσκουν διέξοδο προς τη θάλασσα και το φαινόμενο, με τους κινδύνους του, επαναλαμβάνεται μονότονα και δραματικά.
Πριν από τρία χρόνια η «ολοκαίνουργη» Εθνική οδός Αθηνών-Λαμίας άρχισε να… «μετακινείται» στο ύψος της Μαλακάσας λόγω κατολισθήσεων. Επενέβησαν εισαγγελείς, έγιναν έρευνες, αλλ’ ουδείς έμαθε ποτέ αν τιμωρήθηκε κανένας ως υπεύθυνος για την κατάρρευση ενός έργου που μόλις είχε κατασκευασθεί. Ο δρόμος πάντως στο σημείο εκείνο παραμένει έκτοτε «ελαττωματικός» και επικίνδυνος για το ρεύμα προς Θεσσαλονίκη.
Στις πλημμύρες που έπληξαν την Αττική το 1997, η μία από τις δύο εξόδους της πόλης έκλεισε λίγο πριν από το Δαφνί λόγω του ότι μια από τις ανισόπεδες διαβάσεις πλημμύρισε επειδή ο εργολάβος δεν είχε προβλέψει παροχέτευση των υδάτων. Η κυβέρνηση διέταξε έρευνα, το αποτέλεσμά της δεν ανακοινώθηκε ποτέ, στο σημείο εκείνο δεν έγινε καμία παρέμβαση και φυσικά θα πλημμυρίσει εκ νέου.
Αυτές οι τρεις περιπτώσεις θα μπορούσαν να έχουν ελάχιστο ενδιαφέρον αν αποτελούσαν εξαίρεση στον κανόνα που επιβάλλει ότι σε μια χώρα όπου η κατασκευή των δρόμων υπερβαίνει το 1 δισ. δρχ. ανά χιλιόμετρο αυτοί οι δρόμοι πρέπει τουλάχιστον να είναι ασφαλείς. Δυστυχώς είναι ο κανόνας: πανάκριβα δημόσια έργα «καταρρέουν» με την παραμικρή επιδείνωση των φυσικών φαινομένων. Και όχι μόνο δεν αναζητούνται ή δεν τιμωρούνται οι υπεύθυνοι, αλλ’ αντιθέτως τους ανατίθενται και άλλα έργα, ενώ οι κακοτεχνίες των προηγουμένων παρ’ ότι ανακαλύπτονται δεν επιδιορθώνονται. Για να έλθει η νέα θεομηνία και να έχουμε τα ίδια αποτελέσματα.
Το 1996 το αρμόδιο υπουργείο εντόπισε αμέτρητες κακοτεχνίες στις δύο εθνικές οδούς και ζήτησε από τους 11 αναδόχους εργολάβους να τις αποκαταστήσουν. Αδιαφόρησαν και χρειάστηκε να τους «τρίξουν τα δόντια» τον περασμένο Νοέμβριο για να αποφασίσουν ότι θα διαθέσουν περίπου 2 δισ. δρχ. για να επανορθώσουν τις κακοτεχνίες
δρχ. ο καθένας. Ενας Θεός ξέρει πότε θα το κάνουν και πώς θα το κάνουν αλλ’ εν τω μεταξύ συνεχίζουν να εισπράττουν κονδύλια πολλών δισεκατομμυρίων για τις εργασίες που εκτελούν σε άλλα σημεία των ίδιων δρόμων. Τις εκτελούν δε τόσο «καλά» ώστε τον περασμένο Ιανουάριο ο γενικός γραμματέας Δημοσίων Εργων κ. Ι. Χρυσικόπουλος διαπίστωσε αυτοπροσώπως ότι ο δρόμος Αθηνών-Θεσσαλονίκης κρύβει «παγίδες θανάτου» σε 71 σημεία.
Τον περασμένο Δεκέμβριο ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κ. Στεφανόπουλος δεν δίστασε να αναφερθεί στις ευθύνες των εργολάβων δημοσίων έργων. Σε άλλες περιπτώσεις αυτές τις ευθύνες αναζητεί, υποτίθεται, και η Δικαιοσύνη. Ποτέ όμως δεν φθάνουν οι έρευνες στο τέλος και όταν φθάνουν είναι για να διαπιστώσουν ότι «δεν απεδείχθησαν οι καταγγελίες για ευθύνες». Τα στόματα μένουν ερμητικά κλειστά, οι υπεύθυνοι στο απυρόβλητο και το «μεγάλο φαγοπότι» συνεχίζεται.
Εν τω μεταξύ εξακολουθούμε να είμαστε η μόνη χώρα της Ευρώπης στην οποία εδώ και μερικά χρόνια το κράτος αρνείται να παραλάβει ολόκληρους δρόμους καταλογίζοντας στους κατασκευαστές τους κακοτεχνίες και άλλες παραλείψεις. Θα μπορούσε να επαινέσει κανείς αυτή τη συμπεριφορά αν εν τω μεταξύ αυτοί οι κατασκευαστές δεν είχαν εισπράξει και με το παραπάνω τα λεφτά τους, αν αυτοί οι δρόμοι δεν είχαν παραδοθεί… «κανονικά» στην κυκλοφορία και αν στο οδόστρωμά τους δεν είχε χυθεί ήδη το αίμα εκείνων που δεν φαντάζονται ότι ένας νέος δρόμος μπορεί να έχει «σαμαράκια», «λακκούβες» και άλλες παγίδες.
Εν τω μεταξύ ουδείς μπορεί να ισχυρισθεί ότι εκπλήσσεται. Ολοι γνωρίζουν, π.χ., ότι ένα συγκεκριμένο σημείο της Εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας (στο 118ο χιλιόμετρο) είναι «καρμανιόλα» και σκοτώθηκαν 17 άνθρωποι σε τέσσερα χρόνια. Γνωρίζουν ότι το τμήμα μεταξύ 120ού και 124ου χιλιομέτρου της Εθνικής οδού Κορίνθου-Τριπόλεως έχει μετατραπεί σε «θυσιαστήρι» από τις κακοτεχνίες. Γνωρίζουν ότι στην παραλιακή λεωφόρο Αθηνών-Σουνίου σκοτώθηκαν σε ένα χρόνο 13 άνθρωποι από την κακή κλίση του δρόμου στις στροφές. Γνωρίζουν ότι η σηματοδότηση των έργων στις εθνικές οδούς γίνεται αιτία να χάνουν τη ζωή τους ή την αρτιμέλειά τους ανύποπτοι οδηγοί. Γνωρίζουν ότι στην έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου που κατατίθεται κατ’ έτος στη Βουλή των Ελλήνων περιλαμβάνονται εδώ και χρόνια συγκεκριμένες περιπτώσεις έργων που ανατέθηκαν με μεγάλες εκπτώσεις και ολοκληρώθηκαν με μεγάλες υπερβάσεις. Αρα, είτε εκείνοι που συνέταξαν τη μελέτη δεν ήξεραν τι τους γίνεται είτε εκείνοι που ανέλαβαν το έργο τούς εξαπάτησαν.
Τα δύο τελευταία χρόνια ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ κ. Κ. Λαλιώτης επιχειρεί να επιβάλει κανόνες στην κατασκευή των δημοσίων έργων. Τι συμβαίνει όμως με παλαιότερα έργα ή με τις περιπτώσεις εκείνων που βρίσκουν πάλι τον τρόπο να παραδίδουν «χάρτινα» έργα και να μην τους καταλογίζονται ποτέ ευθύνες; Πώς; Το περιέγραφε ευκρινώς πριν από ένα χρόνο «Το Βήμα», αποκαλύπτοντας απόρρητη έκθεση του εισαγγελέως Εφετών στην οποία περιγράφεται «εκτεταμένη διαφθορά στους ελεγκτικούς μηχανισμούς του κράτους». Το καθεστώς αυθαιρεσίας που εξακολουθεί να παρατηρείται στον Κηφισό, οι επιχωματώσεις των ρεμάτων που συνεχίζονται μπροστά στα μάτια των αρχών, η διάχυση αρμοδιοτήτων ανάμεσα στους τοπικούς άρχοντες και στην ΕΥΔΑΠ, η ανύπαρκτη «πολιτική προστασία» και κυρίως η ατιμωρησία εξακολουθούν να αποκαλύπτουν ότι βρισκόμαστε ακόμη «στο κράτος των εργολάβων» είτε πρόκειται για την «αντιπαροχή» της μεταπολεμικής περιόδου είτε πρόκειται για τα «μεγάλα έργα» της τελευταίες δεκαετίας.



