Στο σημείωμά μου για τον νέο Αρχιεπίσκοπο («Το Βήμα», 17/5/1998) έντονα διαφωνεί ο κ. Δημήτριος Κράλλης (Στενών Πόρτας 20, Αθήνα). Θεωρώ σωστό να φιλοξενήσω την εντελώς άλλη άποψή του για το θέμα του χωρισμού της Εκκλησίας από το κράτος, χωρίς να τη σχολιάσω, παρά σε ένα μόνο σημείο, που το θεωρώ το ουσιωδέστερο. Δυστυχώς, λόγω της μεγάλης έκτασης της επιστολής, παραθέτω μόνο αποσπάσματα:


«(…) Το αίτημα για κοσμικό κράτος και για αποσύνδεση της Εκκλησίας από αυτό δεν αποτελεί παραλογισμό και αντανακλαστική αντίδραση μιας δογματικής Αριστεράς, εκτός και αν ως Αριστερά βαπτίσουμε όλο το φιλελεύθερο κίνημα στη Δύση για διαχωρισμό του ράσου από το σκήπτρο. Αποτελεί δε, υποκριτικό στρουθοκαμηλισμό ο ισχυρισμός πως η παρούσα κατάσταση δεν θίγει κανέναν, όπως θα ήθελε να πιστεύει ο συνονόματος του κ. Μαρίνου δικαστικός του οποίου το άρθρο έρχεται να συνδράμει αυτό του “Εργαζόμενου Νέου”. Το νομικό πλαίσιο του οποίου την αθωότητα και ουδετερότητα υπερασπίζεται στο άρθρο του, απαντώντας στον κ. Ν. Μουζέλη, δεν είναι άχρωμο. Τα ευρωπαϊκά δικαστήρια κρίνουν συχνά εκτός ευρύτερου πλαισίου και συχνά αρκούνται στην απλή ανάγνωση λεκτικά αθώων διατυπώσεων, οι οποίες όμως αποκτούν ιδιαίτερο νόημα στα πλαίσια της πολύ συγκεκριμένης ελληνικής πραγματικότητας. Η αθώα αλλά και άκρως συμβολική παροχή συμβουλών από τον τοπικό μητροπολίτη στις πολιτικές αρχές, οι οποίες δέχονται αίτημα για έγερση “αλλόδοξου” θρησκευτικού ιδρύματος, αποτελεί άμεση αναγόρευση της Εκκλησίας σε “κυρίαρχη” και όχι “επικρατούσα” (κατά το συνταγματικώς θεμιτό) δύναμη. Μια τέτοια συμβολική κυριαρχία παραπέμπει σε χριστιανικό κράτος, και είναι τόσο απαράδεκτη όσο και η νομική επιβολή της αθεΐας.


(…)Την προσωπική μου εμπειρία ως εκφραστή διαφορετικής άποψης στα πλαίσια του “φιλοχρίστου ημών στρατεύματος” δεν την παραθέτω. Αντ’ αυτής παραθέτω εν συντομία τις διατάξεις του ΣΚ1 περί του “Σώματος Θρησκευτικού”. Στο κείμενο αυτό, μνημείο της συζητούμενης εδώ μείξης, έχουμε τα παρακάτω: “Αρμοδιότητα του σώματος θρησκευτικού είναι: 1) η παροχή στήριξης πνευματικής και ψυχολογικής στους στρατευμένους, 2) η καθοδήγηση των στρατευμένων με βάση τα διδάγματα του ιερού και μοναδικού ευαγγελίου, 3) η διανομή και διαχείριση θρησκευτικού υλικού (εικόνες προστατών αγίων και άλλα συναφή), 4) η οργάνωση συνόδων στρατιωτικών ιερέων για τη χάραξη της εκκλησιαστικής πολιτικής στο στράτευμα και 5) η αντιμετώπιση θεμάτων που αφορούν στρατιώτες άλλων θρησκευμάτων”. Τα παραπάνω, ιδίως το τελευταίο, ηχούν γνώριμα σε όποιον έχει διαβάσει τις “αθώες” διατάξεις που αφορούν την ανέγερση ναού άλλης θρησκείας.


Αναφέρει ο κ. Γ. Μαρίνος το παράδειγμα της Αγγλίας, όπου ο βασιλιάς αποτελεί την κεφαλή της Εκκλησίας. Πρόκειται για μία εκτός ιστορικού πλαισίου αναφορά. Αγνοείται το γεγονός πως η ιστορική πρώτη για αυτή τη ρύθμιση των σχέσεων κράτους – Εκκλησίας χρονολογείται στην εποχή του Ερρίκου VIII. Ο τελευταίος εξασφάλισε με αυτή του την κίνηση ανεξαρτησία από τα κελεύσματα της Ρώμης, καθώς και τεράστια χρηματικά ποσά από τη σχεδόν ταυτόχρονη δήμευση της μοναστηριακής περιουσίας. Ποσά τα οποία επένδυσε σε μια φιλόδοξη εξωτερική πολιτική (η οποία, αν και όχι άμεσα επιτυχής, έθεσε τις βάσεις της αγγλικής ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο), καθώς και στην παιδεία. Τα κολέγια της Οξφόρδης και του Κέιμπριτζ (με κύριο ωφελημένο το Trinity του Κέιμπριτζ) υπήρξαν βασικοί αποδέκτες εκκλησιαστικού χρυσού (από αυτά τα ιδρύματα θα δημοσιεύσουν αργότερα τα έργα τους επιστήμονες του κύρους του Νεύτωνα).


(…) Θα παραμείνουμε όμως στην Αλβιώνα, καθώς ο “Εργαζόμενος Νέος” επιμένει να τη χρησιμοποιεί ως παράδειγμα. Θεωρεί ο κ. Μαρίνος απαραίτητη την οικονομική αυτονόμηση της Εκκλησίας. Δικαιολογείται κατά τη γνώμη του η μεταφορά πόρων προς αυτήν από το “τεράστιο κοινωνικό” έργο της. Γυρίζουμε έτσι στα πτωχοκομεία του μεσαίωνα, όταν μόλις πριν από 50 χρόνια ένας πολιτικός του Φιλελεύθερου χώρου, ο λόρδος Beveridge, πρότεινε αυτό το οποίο σε μια σύγχρονη, πιο περιορισμένη εκδοχή αποτελεί ακόμη το ευρωπαϊκό πρότυπο κοινωνικής αλληλεγγύης. Το 1942 λοιπόν, τίθενται οι βάσεις για το κοινωνικό κράτος, καθώς αναγνωρίζεται η σημασία της κρατικής παρέμβασης για τη βοήθεια των αδυνάτων. Σήμερα, μισό αιώνα αργότερα, μπορεί να εκφράζουμε αντιρρήσεις για την έκταση που έφθασε να έχει το μεταπολεμικό welfare-state, δεν θα μπορούσαμε όμως ορθολογικά να προτείνουμε ή να στηρίζουμε τη μεταφορά πόρων στην Εκκλησία για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας έχει και οφείλει να έχει αυθόρμητο χαρακτήρα. Η σχεδιασμένη και επιστημονική παρέμβαση είναι δυνατή μόνο από το κράτος το οποίο και εισπράττει τους φόρους των πολιτών για αυτόν τον λόγο(…)».


Ελλείψει χώρου, θα σχολιάσω μόνο τα περί κοινωνικού κράτους αρκετά αφηρημένα, περιοριζόμενος να αντιπαραθέσω την πολύ συγκεκριμένη πραγματικότητα του ελληνικού κοινωνικού κράτους (στο οποίο και αποκλειστικά αναφέρομαι και όχι στα ισχύοντα στη Βρετανία). Αυτό το κράτος είναι τόσο απάνθρωπο και ανάλγητο ώστε να έχει μετατρέψει το Εθνικό Σύστημα Υγείας σε κατάλληλο μόνο για πένητες και εξαθλιωμένες παράνομες μειονότητες. Ενώ η «φιλάνθρωπη» διάθεση του σημερινού ελληνικού κράτους εκδηλώθηκε με τη βάρβαρη φορολόγηση όλων των φιλανθρωπικών και κοινωφελών ιδρυμάτων (εκκλησιαστικών και κοσμικών), ώστε τα περισσότερα να έχουν περιορίσει τις παροχές τους και πολλά να κινδυνεύουν να κλείσουν, ενώ τα αποσπώμενα από την ιδιωτική και εκκλησιαστική φιλανθρωπία ποσά όχι μόνο δεν διατίθενται από το κράτος υπέρ των αναξιοπαθούντων αλλά καλύπτουν τα κενά στα δημόσια έσοδα από τη φοροδιαφυγή, λ.χ., των πάμπολλων ιδιοκτητών των ποδοσφαιρικών ομάδων, από τη σπάταλη διαχείριση των (μη) εργαζομένων στην Ολυμπιακή ή στα λεωφορεία και για διορισμούς στρατιών ημετέρων ως συμβούλων και στελεχών με αστρονομικούς μισθούς. Ο κ. Κράλλης ας χαίρεται τις απόψεις του και ας με αφήσει να υπερασπίζομαι το δίκιο εκείνων που έμειναν χωρίς διατροφή και στέγη προς χάριν ωραίων θεωριών, που στην Ελλάδα τουλάχιστον χρησιμοποιούνται ως στάχτη στα μάτια.