Αποτελειώνοντας το περασμένο φθινόπωρο τη μετάφραση της Οδύσσειας, είχα αποφασίσει, μεταφραστικά τουλάχιστον, να ξεκουραστώ και να ξεχαστώ. Παρά ταύτα η αποφασισμένη αποχή δεν κράτησε πολύ. Ηδη από τις αρχές Δεκεμβρίου παραδόθηκα σε μια νέα, συντριπτική, μεταφραστική υποχρέωση. Ο λόγος για τον Οιδίποδα επί Κολωνώ: τη μεγαλύτερη σε έκταση τραγωδία του Σοφοκλή και σίγουρα τη δυσκολότερη από τις επτά που έφτασαν στα χέρια μας, για να τις παιδεύουμε και να μας παιδεύουν. Κατά βεβαιότητα σχεδόν πρόκειται για την τελευταία τραγωδία που συνέθεσε υπέργηρος ήδη ο Σοφοκλής, αλλά δεν πρόλαβε να τη διδάξει ο ίδιος.


Η οριακή από κάθε άποψη ωριμότητα που χαρακτηρίζει το σοφόκλειο τούτο δράμα, το καθιστά ένα είδος δραματουργικής διαθήκης του πέμπτου αιώνα, λίγο πριν από το τέλος του πελοποννησιακού πολέμου. Ο λόγος ωστόσο που προαναγγέλλεται σήμερα η εξαντλητική αυτή μεταφραστική δοκιμασία δεν είναι να μιλήσω πρόωρα και αβασάνιστα για το συνταρακτικό αυτό έργο. Το οποίο μοιάζει, στη σύλληψη και στη σύνταξή του, προδρομικά μπεκετικό, πρότυπο θα έλεγες για το Τέλος του Παιχνιδιού. Πράγματι οι κάθε λογής αναλογίες ανάμεσα στα δυο αυτά δράματα ελέγχονται πολλαπλές και δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν συμπτωματικές. Περί αυτού όμως στο προσεχές μέλλον.


Προς το παρόν καταθέτω ένα πρώτο δείγμα μετάφρασης, για να το δω και ο ίδιος τυπωμένο, μήπως και κατευναστεί κάπως η μεταφραστική μου αγωνία. Μιλώ για το πρώτο Στάσιμο του Χορού, διάσημο ήδη από την αρχαιότητα, επειδή αποτελεί έξοχο λυρικό έπαινο τόσο του ειδυλλιακού τότε Κολωνού, όσο και της κλασικής ύπαιθρης Αθήνας και Αττικής. Το στάσιμο προσφέρεται από τους γέροντες του χορού, δημότες του Κολωνού, στον τυφλό γέροντα της Θήβας, που ο χρησμός του Φοίβου τον έχει φέρει στο άλσος των Ευμενίδων, όπου του μέλλεται να τερματίσει με θαυματουργικό τρόπο τον εξόριστο βίο του. Ακούστε:


Χο. Σε χώρα ήλθες, ξένε, / μ’ όμορφα άλογα, στο ωραιότερο / μέρος της γης, στον Κολωνό, με το λευκό του χρώμα, / όπου μελωδικά το αηδόνι κελαηδεί, / φωλιάζοντας σε καταπράσινες βαθιές / κοιλάδες, κρυμμένο στον σκουρόχρωμο κισσό, / στο άβατο άλσος του θεού, / πολύκαρπο, από τον ήλιο απρόσβλητο / κι απ’ τον αγέρα κάθε καταιγίδας. / Εδώ περιδιαβάζει / ο βακχικός Διόνυσος και γύρω του / οι Νύμφες που τον τρέφουν.


Εδώ, όταν χαράζει, κι ο ουρανός / σταλάζει τη δροσιά του, / ανθίζουν υπέροχος ο νάρκισσος, / με τα λουλούδια του σαν ρώγες, / στεφάνι αρχαίο για τις δυο θεές, / κι ο κρόκος ο χρυσόξανθος. / Εδώ οι ροές του Κηφισσού / ακοίμητες ποτέ δεν ησυχάζουν, / μόνο ακατάπαυστα κυλούν / στα ρείθρα του, κι εκείνος / με το γάργαρο νερό του / αρδεύει τους λειμώνες / στη γη μας την ευρύστερνη, / γρήγορα να καρπίσουν. / Αυτόν τον τόπο δεν τον αποστρέφονται μήτε / οι Μούσες κι οι χοροί τους μήτε / με το χρυσό της χαλινάρι / η Αφροδίτη.


Υπάρχει εδώ ένας βλαστός, / τέτοιος δεν άκουσα ποτέ / να βλάστησε ή στης Ασίας το χώμα / ή στο μεγάλο δωρικό νησί / του Πέλοπα, βλαστός αυτόφυτος, / αχειροποίητος, φόβητρο στων εχθρών / τα βέλη, ευδοκιμεί και θάλλει / σ’ αυτή τη χώρα πιο πολύ: / η ελιά με το γλαυκό της φύλλωμα, / η παιδοτρόφος, κι αυτή κανείς, / νέος ή γέρος, δεν μπορεί / να τη χαλάσει, να την ξερριζώσει, / γιατί την προστατεύει / με τ’ άγρυπνό του μάτι / ο Μόριος Δίας κι η γλαυκώπις / Αθηνά.


Εχω έναν ακόμη έπαινο να πω / πιο δυνατό γι’ αυτή την πόλη, / τη μητρόπολή μας, δώρο / θεού μεγάλου, δικό της και δικό μου / καύχημα: / άλογα ωραία, πουλάρια ωραία, / ωραία θάλασσα. / Ω γιε του Κρόνου, άναξ Ποσειδών, / εσύ περήφανη την ύψωσες την πόλη, / όταν πρώτη φορά στους δρόμους μας / βρήκες το χαλινάρι που δαμάζει / τ’ άλογα. / Μ’ εσένα πάλι το καλό κουπί / στα χέρια του θαλασσινού αρμοσμένο, / σαν από θαύμα αναπηδά παφλάζοντας / στο κύμα, ενώ μπροστά / πενήντα οι Νηρηίδες σέρνουν τον χορό / με τα εκατό τους πόδια.